Νέα δικαστικά έγγραφα αποκαλύπτουν τα αστρονομικά ποσά που έχει λάβει η κόρη του Michael Jackson, την ώρα που η ίδια η Paris Jackson αμφισβητεί τη διαχείριση των εκτελεστών της περιουσίας του, οι οποίοι αντεπιτίθενται κάνοντας λόγο για «πρωτοφανή επιτυχία» και αχαριστία.
Μία σκληρή δικαστική αντιπαράθεση αποκαλύπτει το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στην Paris Jackson και τους διαχειριστές της κολοσσιαίας περιουσίας του πατέρα της, Michael Jackson.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μία αποκάλυψη που προκαλεί ίλιγγο: σύμφωνα με έγγραφα που κατέθεσαν οι εκτελεστές της διαθήκης στις 9 Οκτωβρίου, η 27χρονη τραγουδίστρια έχει ήδη λάβει παροχές που αγγίζουν τα 65 εκατομμύρια δολάρια. Η αποκάλυψη αυτή ήταν ένα στρατηγικό «όπλο» στην προσπάθειά τους να αντικρούσουν τις κατηγορίες της Paris για αδιαφάνεια και αλόγιστες αμοιβές προς νομικά γραφεία.
Η νομική θύελλα ξέσπασε νωρίτερα φέτος, όταν η Paris Jackson προσέφυγε στη δικαιοσύνη αμφισβητώντας την καταβολή 625.000 δολαρίων σε τρία νομικά γραφεία το 2018. Οι δικηγόροι της χαρακτήρισαν τις πληρωμές αυτές υπερβολικά «δώρα» και «έκτακτες αμοιβές» για «μη καταγεγραμμένο χρόνο», υποστηρίζοντας ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το «γιατί ο νομικός σύμβουλος ήταν ανίκανος να καταγράψει τις μη χρεωμένες ώρες».
Η κατάσταση, σύμφωνα με την πλευρά της Paris Jackson, ήταν ακόμη χειρότερη, καθώς οι πληρωμές αυτές παραβίαζαν προηγούμενη δικαστική εντολή που επέτρεπε μόνο μερική αποζημίωση μέχρι την τελική έγκριση του δικαστηρίου.
Η απάντηση των διαχειριστών της περιουσίας του Michael Jackson ήρθε σαν κεραυνός. Στα έγγραφα που κατέθεσαν, όχι μόνο υπερασπίστηκαν τις αποφάσεις τους, αλλά προχώρησαν και σε μία ολομέτωπη επίθεση, τονίζοντας την ειρωνεία της κατάστασης.
«Λίγοι έχουν επωφεληθεί περισσότερο από την επιχειρηματική κρίση των Εκτελεστών από την ίδια την Αιτούσα», αναφέρουν χαρακτηριστικά, πριν ρίξουν τη «βόμβα» των 65 εκατομμυρίων. «Δεν θα τα είχε λάβει ποτέ εάν οι Εκτελεστές είχαν ακολουθήσει ένα τυπικό εγχειρίδιο για μία τέτοια περιουσία τον Ιούλιο του 2009».
Το επιχείρημά τους βασίζεται σε ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: την οικονομική ανάσταση της κληρονομιάς του Michael Jackson.
Όταν ο «βασιλιάς της pop» πέθανε το 2009, η αυτοκρατορία του βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, βυθισμένη σε χρέη που ξεπερνούσαν τα 500 εκατομμύρια δολάρια, με περισσότερους από 65 πιστωτές να διεκδικούν τα χρήματά τους. Οι εκτελεστές ισχυρίζονται ότι με τις δικές τους ενέργειες, μετέτρεψαν αυτό το χάος σε μία «περιουσία 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων», μία «δυναμική δύναμη στη μουσική βιομηχανία σήμερα», όπως είχε αναφέρει και δικαστής σε παλαιότερη απόφασή του.
Χαρακτηρίζοντας τους ισχυρισμούς της Paris Jackson για «γενναιόδωρες έκτακτες αμοιβές» ως «εν γνώσει ψευδείς», οι εκτελεστές αντέτειναν ότι τα μπόνους «δεν καταβάλλονται χωρίς εξέταση· καταβάλλονται για εξαιρετικές υπηρεσίες και αποτελέσματα».
Ως παράδειγμα, ανέφεραν την πώληση των μετοχών της EMI στη Sony το 2018, μία συμφωνία που απέφερε στην περιουσία του Michael Jackson πάνω από 287 εκατομμύρια δολάρια, και στην οποία ο ρόλος των συγκεκριμένων δικηγόρων ήταν «καθοριστικός και κρίσιμος».
Υποστήριξαν, μάλιστα, ότι η συνεισφορά τους «δεν μπορεί να μετρηθεί επαρκώς με ωριαία χρέωση». Το ποσό των 600.000 δολαρίων, επιμένουν, είναι ελάχιστο μπροστά στα σχεδόν 300 εκατομμύρια που κέρδισε η περιουσία εκείνη τη χρονιά.
Η νομική διαμάχη αγγίζει και πιο τεχνικά ζητήματα, όπως μία δικαστική εντολή του 2010 που επιτρέπει στους εκτελεστές να πληρώνουν τους δικηγόρους χωρίς προηγούμενη έγκριση, την οποία η Paris ζητά να ανακληθεί. Οι εκτελεστές, από την πλευρά τους, κατηγορούν την Paris ότι παραβιάζει τον νόμο anti-SLAPP της Καλιφόρνια, που προστατεύει από καταχρηστικές αγωγές, τονίζοντας πως μπορεί να αμφισβητεί τις πράξεις τους, αλλά οφείλει να το κάνει με τον διαδικαστικά σωστό τρόπο.
Καθώς η υπόθεση οδεύει προς την επόμενη ακρόαση στις 16 Οκτωβρίου, γίνεται ολοένα και πιο φανερό πως αυτή δεν είναι απλώς μία διαφωνία για χρήματα, αλλά μία βαθιά σύγκρουση για την κληρονομιά, την εμπιστοσύνη και τον έλεγχο.
Από τη μία πλευρά, μία κληρονόμος που, παρά τα εκατομμύρια που λαμβάνει, διεκδικεί το δικαίωμά της στη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Από την άλλη, μία ομάδα διαχειριστών που, έχοντας πετύχει ένα οικονομικό θαύμα, αισθάνονται ότι η κρίση τους αμφισβητείται άδικα από την ίδια την κύρια ωφελούμενη των αποφάσεών τους.
Η υπόθεση αυτή αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι, ακόμη και όταν τα χρήματα είναι άφθονα, οι πιο περίπλοκες μάχες δίνονται για ζητήματα που δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε δολάρια.
