Ο Morrissey ακυρώνει τις συναυλίες του στο Μεξικό, προσθέτοντας άλλον έναν κρίκο σε μία αλυσίδα αλλοπρόσαλλων κινήσεων και ανοίγοντας ξανά τη συζήτηση για το ταραχώδες παρόν του.
Για τους αφοσιωμένους οπαδούς του Morrissey, η είδηση μίας ακύρωσης συναυλίας έχει πάψει πλέον να αποτελεί έκπληξη. Έχει μετατραπεί σε ένα σχεδόν αναμενόμενο μέρος της τελετουργίας που περιβάλλει τον εμβληματικό, αν και διαρκώς πιο απρόβλεπτο, καλλιτέχνη.
Αυτή τη φορά, το πλήγμα δέχτηκε το κοινό του Μεξικού. Οι προγραμματισμένες εμφανίσεις του στην Πόλη του Μεξικού στις 31 Οκτωβρίου και στο Zapopan στις 4 Νοεμβρίου ακυρώθηκαν την τελευταία στιγμή, με τη διοργανώτρια εταιρεία Ocesa να εκδίδει μία λακωνική ανακοίνωση στο Instagram που απέδιδε την απόφαση στην «ακραία εξάντληση του καλλιτέχνη».
Η διαδικασία ήταν η συνήθης: οι κάτοχοι εισιτηρίων ενημερώθηκαν για τις αυτόματες επιστροφές χρημάτων, ενώ ο ίδιος ο Morrissey απέφυγε οποιαδήποτε άμεση δήλωση.
Η απάντησή του ήρθε με τον χαρακτηριστικά αινιγματικό και ποιητικό τρόπο που τον διέπει: μία ανάρτηση στην επίσημη ιστοσελίδα του με το βίντεο του τραγουδιού του «I Know It’s Gonna Happen Someday» από το 1992, συνοδευόμενη από emojis της μεξικανικής σημαίας. Ένα μήνυμα ανοιχτό σε ερμηνείες, που για πολλούς λειτούργησε περισσότερο ως αλάτι στην πληγή της απογοήτευσης παρά ως παρηγοριά.
Αν το περιστατικό αυτό ήταν μεμονωμένο, θα μπορούσε να αποδοθεί στις πραγματικές κακουχίες μίας απαιτητικής περιοδείας. Όμως, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, ανησυχητικό μοτίβο που εκτυλίσσεται εδώ και μήνες.
Μόλις τον περασμένο Ιούνιο, η συναυλία της Στοκχόλμης ακυρώθηκε την ίδια μέρα, με τον Morrissey να επικαλείται «μηδενική υποστήριξη από τη μουσική βιομηχανία» και μία μπάντα «ταλαιπωρημένη από τα ταξίδια πέρα από κάθε πίστη».
Τον Σεπτέμβριο, δύο εμφανίσεις στις ΗΠΑ ματαιώθηκαν μετά από μία «αξιόπιστη απειλή» κατά της ζωής του που εμφανίστηκε στην πλατφόρμα Bluesky. Τον Απρίλιο, είχε νοσηλευτεί με «σοβαρή κρίση ιγμορίτιδας», ενώ πιο πρόσφατα, οι συναυλίες του στην Τουρκία ακυρώθηκαν εν μέσω φημών που συνέδεαν την απόφαση με τη φερόμενη υποστήριξή του προς το Ισραήλ.
Κάθε ακύρωση συνοδεύεται από μία διαφορετική αιτιολογία, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό αστάθειας που αφήνει τους θαυμαστές να αναρωτιούνται για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής.
Η «ακραία εξάντληση» μοιάζει πλέον λιγότερο με διάγνωση και περισσότερο με σύμπτωμα μίας βαθύτερης, παρατεταμένης σύγκρουσης του καλλιτέχνη με τη βιομηχανία, το παρελθόν του, και ίσως τον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτή η εσωτερική αναταραχή εκδηλώθηκε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο νωρίτερα φέτος, όταν ο Morrissey ανακοίνωσε ότι «δεν είχε άλλη επιλογή από το να προσφέρει προς πώληση όλα τα επιχειρηματικά του συμφέροντα» στους The Smiths.
Η δήλωσή του ήταν μία κραυγή απόγνωσης: «Έχω εξαντληθεί από οποιαδήποτε και όλες τις συνδέσεις με τους [Johnny] Marr, [Andy] Rourke, [Mike] Joyce. Έχω βαρεθεί τις κακόβουλες συσχετίσεις… Θα ήθελα τώρα να ζήσω αποσυνδεδεμένος από εκείνους που δεν μου εύχονται τίποτα άλλο παρά κακή θέληση και καταστροφή».
Η ανταπόκριση, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν «κολοσσιαία», αναγκάζοντάς τον να απενεργοποιήσει τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τις προσφορές.
Η πικρία αυτή τροφοδοτείται από την αιώνια σκιά της επανένωσης των The Smiths, ένα σενάριο που μοιάζει ταυτόχρονα με ευχή και κατάρα.
Ο Morrissey ισχυρίστηκε ότι η AEG Entertainment έκανε μία «προσοδοφόρα προσφορά» για παγκόσμια περιοδεία, την οποία ο ίδιος ήταν διατεθειμένος να εξετάσει, αλλά το σχέδιο ναυάγησε επειδή, όπως είπε, «ο Marr αγνόησε την προσφορά».
Ο Johnny Marr, από την πλευρά του, παραδέχτηκε ότι απέρριψε ένα «συγκλονιστικό» ποσό, εξηγώντας: «Ήταν λίγο θέμα αρχών, αλλά δεν είμαι ηλίθιος, απλώς νομίζω ότι η ατμόσφαιρα δεν είναι σωστή».
Εν μέσω αυτής της δίνης, ο Morrissey συνεχίζει να προγραμματίζει το μέλλον, αν και κάθε ανακοίνωση συνοδεύεται πλέον από έναν αστερίσκο αβεβαιότητας. Η περιοδεία του στη Νότια Αμερική παραμένει στο πρόγραμμα, όπως και μία εμφάνιση στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο και μία μοναδική συναυλία στο Λονδίνο για το 2026.
Ωστόσο, οι θαυμαστές του παραμένουν σε μία κατάσταση διαρκούς επιφυλακής, διχασμένοι ανάμεσα στην αδιαπραγμάτευτη αγάπη για τη μουσική του και την αυξανόμενη κόπωση από το δράμα που τον περιβάλλει. Το ερώτημα που πλανάται δεν είναι απλώς αν θα πραγματοποιηθεί η επόμενη συναυλία, αλλά αν ο καλλιτέχνης που κάποτε έδωσε φωνή σε μία ολόκληρη γενιά αποξενωμένων νέων, χάνει σιγά-σιγά τη δική του.
