Ο Pan Pan παρουσιάζει ένα πολυαισθητηριακό άλμπουμ όπου ο χρόνος παγώνει, τα φώτα τρεμοπαίζουν, κι ένας ηλεκτρονικός ήχος διηγείται τις πιο προσωπικές σιωπές μας.
Υπάρχει μία στιγμή, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν η πόλη μοιάζει να σωπαίνει. Τα κίτρινα φώτα των δρόμων τρεμοπαίζουν αδιάφορα, τα λεωφορεία λιγοστεύουν, και στους σταθμούς περιμένουν μόνο όσοι δεν έχουν πού να πάνε — ή δεν τους νοιάζει πότε θα φτάσουν. Σε αυτή τη στιγμή —και σε πολλές ακόμη— ζει και αναπνέει η νέα δισκογραφική δουλειά του Pan Pan με τίτλο «Υπεραστική Μουσική», ένα άλμπουμ που μπορεί να ακούγεται καλύτερα τη νύχτα, αλλά κουβαλά εντός του ολόκληρη την ημέρα.
Ο Pan Pan, δημιουργός πολυσχιδής, με αφετηρία την ηλεκτρονική μουσική, αλλά πάντοτε με το βλέμμα στραμμένο πέρα από τις ηχητικές συμβάσεις, δεν γράφει απλώς τραγούδια. Συνθέτει ψηφιακά τοπία, συναισθηματικούς λαβύρινθους και σιωπηλές ιστορίες, φτιαγμένες από συνθεσάιζερ, παύσεις, παραμορφωμένες φωνές και κιθαριστικές γραμμές που μοιάζουν με σκέψεις που παρασύρθηκαν από τον θόρυβο του μετρό.
Το νέο του άλμπουμ «Υπεραστική Μουσική», που κυκλοφορεί από τη Minos EMI, A Universal Music Company, αποτελεί ένα είδος κινηματογραφικής διαδρομής με δεκατέσσερις στάσεις — ή καλύτερα, δεκατέσσερις προτάσεις ζωής για όσους θέλουν να χαθούν για λίγο.
Το «Υπεραστική Μουσική» είναι μία εμπειρία συνολική, μία πρόσκληση για τον ακροατή να συνδεθεί με κάτι πολύ πιο εσωτερικό. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι μελαγχολικό με αυτονόητο τρόπο. Αντιθέτως, πίσω από το φαινομενικά μίνιμαλ ηχητικό πλαίσιο, κρύβεται μία διάχυτη τρυφερότητα, ένα βλέμμα που δεν προδίδει — ακόμα κι όταν παρατηρεί από απόσταση.
Από το πρώτο κιόλας κομμάτι, γίνεται φανερό ότι ο Pan Pan αντιμετωπίζει τον ήχο σαν αρχιτέκτονας. Χτίζει επίπεδα, δομές και περιβάλλοντα. Δημιουργεί διαδρόμους, sub-frequencies και τονικά στρώματα που σχεδόν αναπνέουν μέσα στο μυαλό σου όταν τον ακούς με ακουστικά.
Δεν είναι ανάγκη να ξέρεις τους τίτλους των τραγουδιών για να μπεις στον κόσμο του. Αρκεί να θελήσεις να παραδοθείς, να χαμηλώσεις την ένταση του έξω κόσμου και να αυξήσεις την εσωτερική σου.
Η ειδική ταυτότητα του Pan Pan εδράζεται εδώ και χρόνια σε μία μουσική φιλοσοφία που αποφεύγει την υπερεπεξήγηση. Σπανίως, άλλωστε, δίνει υπερβολικές εξηγήσεις για τη δουλειά του — και αυτό δεν είναι έλλειμμα, είναι πρόθεση.
Γιατί η μουσική του δεν προτείνεται για να την ερμηνεύσεις, προτείνεται για να τη βιώσεις — να περπατήσεις μαζί της, να ανοίξεις ένα παράθυρο, να κοιτάξεις με τα φώτα σβηστά. Πρόκειται για experimental pop με υπαρξιακό υπόβαθρο, ηλεκτρονικό συναίσθημα χωρίς φλύαρες κορυφώσεις. Ένα υλικό που δεν απαιτεί προσοχή, αλλά συντονισμό με έναν πιο ρευστό χρόνο.
Κάθε κομμάτι λειτουργεί σαν μία μυστική σκηνή από μία ταινία που δεν έχει ακόμη γυριστεί — αλλά όλοι κάπου έχουμε ζήσει. Και είναι εκεί η μαγεία του: στην αναγνωρισιμότητα χωρίς λέξεις.
Ο Pan Pan αποφεύγει τις ευθείες κορώνες, τα επιφανειακά hooks, και επιλέγει το σούρσιμο, τα ambient περάσματα, τις ασυνήθιστες δομές. Είναι σαν να παίζει με την έννοια της μουσικής χρονικότητας, παρατείνοντας την ένταση, αργοπορώντας την λύτρωση, δίνοντας χώρο στον ήχο να διαχυθεί στον χώρο.
Το άλμπουμ μπορεί να είναι ηλεκτρονικό, όμως αποπνέει κάτι απόλυτα ανθρώπινο. Είναι γεμάτο με συναισθηματικά ηχοτοπία, που αν και δημιουργήθηκαν ψηφιακά, κουβαλούν αναλογική ενέργεια. Από τη χαμηλότονη μελαγχολία ενός synth που μονότονα υπενθυμίζει κάτι που δε λέγεται, μέχρι τις αφαιρετικές μελωδίες που μοιάζουν με soundtrack για τις πιο ήσυχες, ανεπαίσθητες στιγμές στο μετρό — την ώρα που απλώς κοιτάς μπροστά, χωρίς να χρειάζεται να σκέφτεσαι. Ή, καλύτερα, μόνο να σκέφτεσαι.
Ο τίτλος «Υπεραστική Μουσική» δεν είναι τυχαίος. Υπαινίσσεται κάτι που είναι ανάμεσα: ανάμεσα στο αστικό και το μη αστικό, στο δημόσιο και το ιδιωτικό, στο τραγούδι και τη σιγή. Είναι η μουσική που θα μπορούσε να παίζεται σε ένα βραδινό λεωφορείο από την Αθήνα για τη Λάρισα, όταν όλοι έχουν ήδη βυθιστεί σε έναν ύπνο χωρίς ασφάλεια. Είναι η μουσική του ονείρου τού ενδιάμεσου, μία «υπεραστική» εμπειρία συνείδησης και ψυχής.
Η «Υπεραστική Μουσική» αφορά όσους ακόμα ακούνε ουσιαστικά, για όσους επιζητούν μουσική συνομιλία αντί για εύκολα vibes, για εκείνους που προτιμούν να κοιτάζουν την πόλη από μακριά — και ταυτόχρονα, να νιώθουν βαθιά μέσα της.
Ο Pan Pan, με το ύφος του να ισορροπεί ανάμεσα στη σύγχρονη τέχνη και την προσωπική εξομολόγηση, προσφέρει ένα άλμπουμ που θα μείνει, όχι γιατί εκβιάζει το εκάστοτε παρόν, αλλά γιατί εντοπίζει κάτι πολύ πιο σταθερό: τον διακριτικό παλμό του τώρα, αυτόν που συνήθως ξεχνάμε να ακούσουμε.
Και αν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να περιγράψεις την «Υπεραστική Μουσική», δεν είναι σαν ένα άλμπουμ. Είναι σαν έναν σκιτσαρισμένο χάρτη της καρδιάς όσων ακόμη ταξιδεύουν με τα ακουστικά στα αυτιά και ένα παλιό εισιτήριο στην τσέπη, απλώς και μόνο γιατί κάπου πρέπει να φτάσουν, ακόμα κι αν δεν ξέρουν πού.
