Ο Paul McCartney συμμετέχει σε μία πρωτοποριακή κίνηση της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα σιωπής ενάντια στις αλλαγές της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων που ευνοούν τις εταιρείες τεχνολογίας.
Στα δύο λεπτά και σαράντα πέντε δευτερόλεπτα, η διάρκειά του είναι περίπου ίδια με εκείνη του εμβληματικού «With a Little Help From My Friends» των Beatles. Ωστόσο, η πρώτη νέα ηχογράφηση του Paul McCartney εδώ και πέντε χρόνια στερείται της γνώριμης μελωδίας και των εύθυμων κιθαριστικών ρυθμών. Στην πραγματικότητα, δεν περιέχει σχεδόν τίποτα.
Ο θρύλος των Beatles, αναμφισβήτητα ο σπουδαιότερος εν ζωή Βρετανός τραγουδοποιός, κυκλοφορεί ένα κομμάτι που αποτυπώνει την σχεδόν απόλυτη σιγή ενός στούντιο ηχογράφησης, ως μέρος μιας ευρύτερης διαμαρτυρίας της μουσικής βιομηχανίας ενάντια στην κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας από εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Αντί για πιασάρικες μελωδίες και υποβλητικούς στίχους, το μόνο που ακούγεται είναι ένας υπόκωφος θόρυβος και ένας περιστασιακός κρότος. Το μήνυμα είναι αλληγορικό και ξεκάθαρο: εάν οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης εκμεταλλευτούν αθέμιτα την πνευματική ιδιοκτησία των μουσικών για να εκπαιδεύσουν τα μοντέλα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, το δημιουργικό οικοσύστημα θα καταστραφεί και η πρωτότυπη μουσική θα σιγήσει για πάντα.
Η συμβολική αυτή κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Η συνεισφορά του Paul McCartney θα εμφανιστεί ως bonus track στη φυσική έκδοση του συλλογικού άλμπουμ «Is This What We Want?».
Το άλμπουμ, που αρχικά κυκλοφόρησε ψηφιακά τον Φεβρουάριο με την υποστήριξη περισσότερων από χιλίων Βρετανών καλλιτεχνών, έχει διάρκεια 47 λεπτών και περιλαμβάνει αποκλειστικά τη σιωπή ενός άδειου στούντιο. Σκοπός του είναι να τονίσει την αναγκαιότητα της ανθρώπινης παρουσίας στη μουσική δημιουργία, σε μία εποχή που κυριαρχείται από την τεχνητή νοημοσύνη.
Η ίδια η λίστα των κομματιών του άλμπουμ σχηματίζει μία σαφή πρόταση – μήνυμα: «Η βρετανική κυβέρνηση δεν πρέπει να νομιμοποιήσει τη μουσική κλοπή προς όφελος των εταιρειών AI».
Στην αρχική ψηφιακή έκδοση, καλλιτέχνες – κολοσσοί όπως οι Kate Bush, Annie Lennox, Damon Albarn, Billy Ocean και ο Ed O’Brien των Radiohead πιστώθηκαν ως «συν-δημιουργοί». Η απήχησή του ήταν τέτοια που κατάφερε να φτάσει στο No. 38 του επίσημου βρετανικού chart των άλμπουμ.
Η φυσική έκδοση, με την προσθήκη του McCartney, θα κυκλοφορήσει στις 8 Δεκεμβρίου σε βινύλιο από τη δισκογραφική εταιρεία The state51 Conspiracy. Το άλμπουμ είναι ήδη διαθέσιμο για προ-παραγγελία, και όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις θα διατεθούν στη φιλανθρωπική οργάνωση Help Musicians, που στηρίζει μουσικούς σε ανάγκη.
Μια μάχη με πολιτικές προεκτάσεις
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο 83χρονος McCartney, ο οποίος αυτή την περίοδο περιοδεύει στη Βόρεια Αμερική, εκφράζει την αντίθεσή του στην αμφιλεγόμενη προσέγγιση της βρετανικής κυβέρνησης στο ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Τον περασμένο Μάιο, ήταν ανάμεσα στους 400 Βρετανούς μουσικούς, μαζί με τους Elton John, Dua Lipa και τους Coldplay, που υπέγραψαν μία ανοιχτή επιστολή προς τον Βρετανό πρωθυπουργό, Keir Starmer, ζητώντας την επικαιροποίηση της νομοθεσίας για την προστασία του έργου τους από τα μοντέλα εκπαίδευσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Την επιστολή συνυπέγραψαν και βαριά ονόματα της μουσικής βιομηχανίας, όπως ο Lucian Grainge (CEO της Universal Music Group), ο Jason Iley (CEO της Sony Music UK) και ο Dickon Stainer (CEO της Universal Music UK).
Η διαμάχη επικεντρώνεται στην πρόταση της κυβέρνησης για μία προσέγγιση «opt-out» (εξαίρεσης κατόπιν αιτήματος). Σύμφωνα με αυτή, οι δημιουργοί θα πρέπει οι ίδιοι να δηλώνουν την άρνησή τους για τη χρήση του έργου τους από τις εταιρείες τεχνολογίας. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το βάρος της απόδειξης δεν πρέπει να πέφτει στους καλλιτέχνες και ότι ένα τέτοιο μοντέλο είναι πρακτικά ανεφάρμοστο.
Το καλοκαίρι, η κατάσταση έφτασε σε πολιτικό αδιέξοδο, σε ένα επεισόδιο που χαρακτηρίστηκε ως «ping pong». Τροπολογίες που πρότεινε η Βουλή των Λόρδων για το νομοσχέδιο «Data (Use and Access) Bill», οι οποίες θα έδιναν στους δικαιούχους τη δυνατότητα να γνωρίζουν πότε το έργο τους χρησιμοποιείται παρά τη θέλησή τους, απορρίφθηκαν πέντε φορές.
Τελικά, το νομοσχέδιο πέρασε χωρίς τις τροπολογίες, έλαβε τη Βασιλική Επικύρωση στα τέλη Ιουνίου και αναμένεται να τεθεί σε ισχύ σταδιακά μέχρι τα μέσα του 2026.
Οι φωνές της αντίστασης
Ο Ed Newton-Rex, συνθέτης, ακτιβιστής και διοργανωτής του άλμπουμ, δήλωσε: «Η κυβέρνηση πρέπει να δεσμευτεί ότι δεν θα παραδώσει δωρεάν το έργο ζωής των μουσικών της χώρας στις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά επιζήμιο για τις παγκοσμίου φήμης δημιουργικές μας βιομηχανίες και είναι εντελώς περιττό, καθώς ωφελεί μόνο τους τεχνολογικούς γίγαντες του εξωτερικού. Οφείλει να ακούσει τον Paul McCartney και τους υπόλοιπους 1.000 μουσικούς που συμμετείχαν σε αυτό το άλμπουμ και να αντισταθεί στις πιέσεις του λόμπι της big tech για νομιμοποίηση της μουσικής κλοπής».
Η συνεισφορά του McCartney, με τίτλο «(bonus track)», έχει, όπως και τα καλύτερά του τραγούδια, αρχή, μέση και τέλος. Ξεκινά με ένα γρήγορο fade-in, ακολουθούν 55 δευτερόλεπτα θορύβου ταινίας, 15 δευτερόλεπτα ακαθόριστων κρότων που θα μπορούσαν να είναι κάποιος που ανοίγει μία πόρτα και περπατά, και καταλήγει σε άλλα 80 δευτερόλεπτα θροΐσματος πριν από ένα αργό και μελαγχολικό fade-out.
Ο ίδιος ο McCartney έχει εκφράσει την ανησυχία του: «Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με αυτό, γιατί θα μπορούσε απλώς να πάρει τον έλεγχο και δεν θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, ειδικά για τους νέους συνθέτες και συγγραφείς για τους οποίους αυτός μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος να κάνουν καριέρα. Αν η τεχνητή νοημοσύνη το εξαλείψει αυτό, θα ήταν πράγματι κάτι πολύ λυπηρό».
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Kate Bush, που επίσης συμμετέχει στο άλμπουμ, αναρωτήθηκε: «Στη μουσική του μέλλοντος, οι φωνές μας θα μείνουν ανήκουστες;».
Ο συνθέτης Max Richter προσέθεσε: «Οι προτάσεις της κυβέρνησης θα εξαθλιώσουν τους δημιουργούς, ευνοώντας εκείνους που αυτοματοποιούν τη δημιουργικότητα έναντι των ανθρώπων που συνθέτουν τη μουσική μας, γράφουν τη λογοτεχνία μας, ζωγραφίζουν την τέχνη μας».
Ένα δύσκολο ισοζύγιο
Η βρετανική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: από τη μία, οι δημιουργικές βιομηχανίες συνεισφέρουν 125 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως στην οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου. Από την άλλη, οι αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, που επιζητούν χαλαρή νομοθεσία, ανακοίνωσαν πρόσφατα επενδύσεις άνω των 30 δισεκατομμυρίων λιρών, κυρίως σε κέντρα δεδομένων.
Η πίεση για απορρύθμιση έρχεται ακόμη και από τον Λευκό Οίκο του Donald Trump, ο οποίος έχει δηλώσει: «Πρέπει να επιτρέψουμε στην AI να χρησιμοποιεί αυτή τη δεξαμενή γνώσης [με πνευματικά δικαιώματα] χωρίς να περνά από την πολυπλοκότητα των διαπραγματεύσεων συμβολαίων», προειδοποιώντας τις κυβερνήσεις να μην «θεσπίζουν κανόνες που… καθιστούν αδύνατη» τη λειτουργία των εταιρειών τεχνητή νοημοσύνη.
Η Beeban Kidron, ανεξάρτητο μέλος της Βουλής των Λόρδων και σκηνοθέτιδα, σχολίασε στον Guardian: «Η κυβέρνηση προσπαθεί να παίζει και με τις δύο πλευρές, χωρίς να πείθει καμία. Έχουν αποδείξει ότι είναι ακατάλληλοι να κυβερνήσουν προς το οικονομικό συμφέρον των δημιουργών».
Απαντώντας στην παρέμβαση του McCartney, εκπρόσωπος της κυβέρνησης δήλωσε ότι θέτει τα συμφέροντα των πολιτών και των επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου σε προτεραιότητα. «Ήμασταν πάντα σαφείς σχετικά με την ανάγκη να συνεργαστούμε τόσο με τις δημιουργικές βιομηχανίες όσο και με τον τομέα της AI για να προωθήσουμε την καινοτομία και να διασφαλίσουμε ισχυρές προστασίες για τους δημιουργούς», ανέφερε.
Παρόλα αυτά, η ανησυχία παραμένει, ειδικά μετά τον διορισμό ενός ειδικού συμβούλου από την υπουργό Επιστήμης, Liz Kendall, ο οποίος στο παρελθόν είχε υποστηρίξει: «Είτε πιστεύεις φιλοσοφικά ότι οι μεγάλες εταιρείες τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να αποζημιώνουν τους δημιουργούς περιεχομένου, είτε όχι, στην πράξη δεν θα υποχρεωθούν ποτέ νομικά να το κάνουν».
Σε αυτό το τεταμένο κλίμα, η σιωπή του Paul McCartney δεν είναι απλώς μία καλλιτεχνική ιδιοτροπία. Είναι μία ηχηρή κραυγή, ένα απόκοσμο μανιφέστο που υπενθυμίζει σε όλους τι ακριβώς διακυβεύεται: η ίδια η ψυχή της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Είναι μία δυσοίωνη προειδοποίηση για ένα μέλλον όπου οι αυθεντικές φωνές των καλλιτεχνών κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στον αλγοριθμικό θόρυβο μιας μηχανής που έμαθε να μιμείται, αλλά ποτέ να αισθάνεται.
