Από ένα ιππήλατο φλερτ δίχως συνοδό μέχρι το soundtrack της οικογενειακής θαλπωρής, το πιο αναγνωρίσιμο χριστουγεννιάτικο τραγούδι κρύβει μία ιστορία γεμάτη αντιφάσεις, λάμψη και σκιές.
Λίγα τραγούδια κουβαλούν τόσο φως και τόσο σκοτάδι μαζί όσο το «Jingle Bells». Σήμερα είναι ο ήχος των ημερών: εκείνος ο μεταλλικός παφλασμός κουδουνιών που αγκαλιάζει σαλόνια, πλατείες και παιδικές μνήμες. Κι όμως, αν αφουγκραστεί κανείς προσεκτικά, πίσω από την αθωότητα της μελωδίας ακούγεται ένα παλιό θρόισμα: μία ιστορία ιππήλατου φλερτ, κοινωνικών ταμπού, θραύσεων στον πάγο, αλλά και η αταλάντευτη ικανότητα της μουσικής να υπερβαίνει τα πάντα.
Όπως είπε η Nancy Sinatra για τον πατέρα της, τον Frank: «Κανείς δεν αγκάλιασε τα Χριστούγεννα όπως ο πατέρας μου». Κάπως έτσι, ένα ελαφρώς τολμηρό τραγούδι του 19ου αιώνα έγινε το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της σύγχρονης γιορτής.
Το 1948, με μία θερμοκρασία που θύμιζε περισσότερο καύσωνα παρά χιόνι, ο Frank Sinatra μπήκε στο στούντιο για να τραγουδήσει τις λέξεις που έκτοτε συνοδεύουν αναρίθμητα στολισμένα δέντρα: «Καμπανάκια, καμπανάκια, καμπανάκια παντού, ω, τι χαρά να τρέχεις μ’ ένα ανοιχτό έλκηθρο μ’ ένα άλογο». Η ενορχήστρωση του αείμνηστου Axel Stordahl χάρισε στη γνωστή μελωδία μία στιλπνή, αστική κομψότητα.
Ήταν μία πρώτη εκδοχή που άντεξε στον χρόνο, μέχρι να επιστρέψει, σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, ακόμη πιο γενναιόδωρος προς το πνεύμα των γιορτών: το 1957, ο Sinatra ξαναηχογραφεί το «Jingle Bells» για το άλμπουμ «A Jolly Christmas From Frank Sinatra» της Capitol Records, με τον Gordon Jenkins στην ενορχήστρωση και τον Nelson Riddle να διευθύνει μία ορχήστρα που έμοιαζε να σπινθηρίζει σαν πάγος κάτω από καθαρό, χειμερινό ήλιο.
Την ίδια χρονιά, ο πρώτος τηλεοπτικός χριστουγεννιάτικος «ειδικός» του Sinatra ενίσχυε τον δεσμό του με μία εποχή που λαχταρούσε να πιστέψει ξανά στη μαγεία.
Κι όμως, τη γένεση αυτής της μαγείας την υπέγραψε ένας άνθρωπος τόσο αμφιλεγόμενος όσο και τα χρόνια του. Ο James Lord Pierpont, πρώην εκκλησιαστικός οργανίστας, έγραψε το 1857 ένα τραγούδι με τίτλο «One Horse Open Sleigh». Ήταν τότε περισσότερο μία άτακτη ρομαντική καρτ ποστάλ παρά ψαλμός: ένα ανεπίβλεπτο, χειμωνιάτικο ραντεβού με τριζάτους δρομείς πάνω στον πάγο, ένα σημείωμα κρυφής υπόσχεσης.
Η πρώτη δημόσια εκτέλεση έγινε στην αίθουσα μίνστρελ Ordway στη Μασαχουσέτη από τον Johnny Pell, σε blackface – ένα γεγονός που σήμερα, δικαίως, σημαδεύεται με δυσφορία. Η ιστορία καταγράφει πως δύο χρόνια αργότερα ο Pierpont άλλαξε τον τίτλο, το κατοχύρωσε ως «Jingle Bells» και το τραγούδι άρχισε να ακούγεται ακόμη και σε λειτουργίες για την Ημέρα των Ευχαριστιών.
Η ειρωνεία είναι πως η ίδια η σύνθεση, που έμελλε να γίνει συνώνυμη των Χριστουγέννων, δεν ανέφερε πουθενά τα Χριστούγεννα. Αντίθετα, έφερνε την ανάσα του δρόμου και τη ριψοκίνδυνη χαρά της ταχύτητας. Τα κουδουνάκια στα χαλινάρια – ο ήχος που έγινε σύμβολο – δεν ήταν μόνο διακόσμηση.
Στον 19ο αιώνα, στις λευκές αρτηρίες της υπαίθρου, βοηθούσαν να αποφεύγονται οι συγκρούσεις μέσα στο χιόνι. Στην πραγματικότητα, η αρχική ιστορία του τραγουδιού περιλάμβανε και ένα αδέξιο γλίστρημα: ένα μικρό «τρακάρισμα» στην παγωμένη πορεία, μία υπόμνηση πως η διασκέδαση έχει πάντα το ενδεχόμενο της απρόβλεπτης στροφής.
Ο Pierpont δεν ήταν μία αγιογραφία. Χήρεψε λίγο πριν γράψει το τραγούδι, εγκατέλειψε τα δύο παιδιά του στη Βοστώνη και κατέβηκε στη Σαβάνα της Τζόρτζια, όπου δημιούργησε δεύτερη οικογένεια. Αργότερα κατατάχθηκε στο 1ο Ιππικό της Τζόρτζια κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο, γράφοντας τραγούδια υπέρ των στρατιωτών της Συνομοσπονδίας που πολεμούσαν για την υπεράσπιση της δουλείας.
Είναι μία προσωπική διαδρομή γεμάτη αντιφάσεις, μία παρακαταθήκη δύσκολη, που όμως δεν μπορεί να σβήσει την αλήθεια πως ο ίδιος, σχεδόν χωρίς ανταμοιβή, υπέγραψε ένα άσμα που θα σφράγιζε την παγκόσμια κουλτούρα.
Η ανθρώπινη πλευρά
Πίσω από τα χαμόγελα των γιορτών απλώνεται πάντα ένας ιστός ευαλωτότητας. Ο Pierpont πέθανε το 1893 χωρίς να έχει πλουτίσει από το τραγούδι του, τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε διδάσκοντας πιάνο για να τα βγάλει πέρα.
Σήμερα, το «Jingle Bells» θα τον είχε κάνει πολυεκατομμυριούχο. Είναι μία σχεδόν κλασική ιστορία του νεωτερικού πολιτισμού: το έργο προχωρά μόνο του, φωτίζεται από άλλες φωνές, μεταπλάθεται και καταλήγει να ανήκει σε όλους. Κι εκείνος που το πρωτόγραψε, μένει ως σκιά στην άκρη του κάδρου – αμφιλεγόμενος, τόσο ανθρώπινος, αντιφατικός.
Η αμφισημία δεν κατοικεί μόνο στον δημιουργό. Και οι στίχοι του πρωτότυπου έκρυβαν τολμηρές νύξεις που σκανδάλιζαν τους ευσεβείς.
Σε στροφές που σπάνια ακούγονται σήμερα, ο Pierpont περιέγραφε ένα αγόρι που εντυπωσιάζει τις κοπέλες με το γρήγορο έλκηθρό του, μιλώντας για τη δεσποινίδα Fanny Bright, και προσφέροντας συμβουλές που ακούγονται εντελώς εκτός ναού: «Όρμα όσο είσαι νέος, πάρε τα κορίτσια απόψε». Η φράση ίσως ξαφνιάζει, όμως είναι ακριβώς αυτή η μικρή σπίθα αταξίας που κάνει το τραγούδι να πάλλεται: η γιορτή ως υπόσχεση ελευθερίας, η κίνηση ως γέφυρα ανάμεσα στην παιδική χαρά και το ενήλικο φλερτ.
Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, το «Jingle Bells» έγινε οικουμενικό. Από τους Bing Crosby και The Andrews Sisters – που γνώρισαν επιτυχία με τη δική τους εκδοχή – μέχρι τον Frank Sinatra, η μελωδία πέρασε από χίλια φίλτρα λάμψης. Στον κόσμο της τζαζ, το αγκάλιασαν οι Duke Ellington, Count Basie, Anita O’Day, Gene Krupa, Ella Fitzgerald και Dave Brubeck, ο καθένας χαράσσοντας πάνω της το προσωπικό του ιδίωμα.
Ο μάγος του οργάνου Jimmy Smith το έκανε ένα ρυθμικό, σχεδόν υπνωτικό groove στο άλμπουμ «Christmas ’64» της Verve Records. Και όταν η Decca έφερε τον Louis Armstrong στο στούντιο για να σκορπίσει λίγη χριστουγεννιάτικη ζέστη, εκείνος άνοιξε το «Christmas In New Orleans» με μία μικρή γεύση από «Jingle Bells», σαν να κλείνει το μάτι σε έναν παγκόσμιο κώδικα.
Πέρα από την τζαζ, καλλιτέχνες τόσο διαφορετικοί όσο οι Beatles, ο Smokey Robinson και η Etta James έγραψαν τον δικό τους κύκλο πάνω στα καμπανάκια. Στον 21ο αιώνα, οι Lady A, ο James Taylor και ο Brad Paisley απέδειξαν πως το τραγούδι δεν γνωρίζει κορεσμό: κάθε γενιά βρίσκει μέσα του το δικό της χιονισμένο μονοπάτι. Ίσως γιατί, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, παραμένει ανθεκτική η επιθυμία να κατακτηθεί ξανά η απλή χαρά του ρυθμού που χτυπά σαν άλογο σε καλπασμό.
Και κάπου ανάμεσα στη γη και το άπειρο, τα καμπανάκια έφτασαν να ηχήσουν και στο διάστημα. Το 1965, οι αστροναύτες Tom Stafford και Wally Schirra, πάνω στο Gemini 6, άφησαν για λίγο την τεχνική αυστηρότητα της αποστολής τους για να χαρίσουν στο κέντρο ελέγχου μία απρόσμενη εκτέλεση με φυσαρμόνικα. Η είδηση κυκλοφόρησε με τον παιχνιδιάρικο ισχυρισμό ότι το άκουσμα προερχόταν από «πολική τροχιά». Μια χειρονομία ελαφρότητας που φανέρωσε κάτι βαθύτερο: ακόμη και στην ψυχρή μεθόριο του διαστήματος, ο άνθρωπος χρειάζεται ένα τραγούδι για να θυμηθεί πως υπάρχει σπίτι.
Και ο Sinatra; Η Nancy είχε δίκιο. Ο τρόπος που ο Frank ερμήνευε τα κάλαντα δεν ήταν απλώς τεχνικά αψεγάδιαστος. Είχε εκείνο το σπάνιο κράμα ευγένειας και οικειότητας, σαν να σου ψιθύριζε στο αυτί μία υπόσχεση θέρμης. Κάθε φορά που έλεγε το ρεφρέν – «Jingle bells, jingle bells, jingle all the way…» – ανέσυρε από τη μνήμη μας τις πρώτες νιφάδες, τα γαντζωμένα στο δέντρο στολίδια, την προσμονή γύρω από ένα τραπέζι. Δεν ήταν μόνο η φωνή του, ήταν η ικανότητά του να σμιλεύει το εφήμερο σε τελετουργία.
Ίσως, τελικά, εκεί να κρύβεται το μυστικό του «Jingle Bells». Δεν είναι το «Άγια Νύχτα». Δεν υπόσχεται κατάνυξη, δεν επιβάλλει σιωπή. Είναι το χτύπημα της καρδιάς πάνω στο χιόνι, η μικρή αταξία που συγχωρείται, το γέλιο που ξεφεύγει, η παρέα που τρέχει στο σκοτάδι για να προλάβει την αυγή. Ένα τραγούδι που ξεκίνησε ως περιπέτεια χωρίς συνοδό, ταξίδεψε μέσα από δύσκολες σελίδες της αμερικανικής ιστορίας, ντύθηκε την αρχοντιά των μεγάλων ερμηνευτών, και κατέληξε να είναι ο κοινός μας παλμός.
Κάθε Δεκέμβρη, όταν το ακούμε ξανά, ίσως αξίζει να θυμόμαστε και εκείνη τη λιγότερο λαμπερή προϊστορία. Όχι για να τη βαραίνουμε με ενοχές, αλλά για να τιμήσουμε την πολυπλοκότητα του ανθρώπου και τη δύναμη της μουσικής να διασχίζει το χρόνο. Τα καμπανάκια είναι εκεί, κουδουνίζουν σαν μνήμη και σαν υπόσχεση. Και εμείς, με ή χωρίς έλκηθρο, συνεχίζουμε να τραγουδάμε: «Jingle bells, jingle bells, jingle all the way…».
