Μετά τον θάνατο της Brigitte Bardot, η Chappell Roan αναγκάστηκε να αποσύρει τον φόρο τιμής της, ερχόμενη αντιμέτωπη με τη σκοτεινή πλευρά ενός ειδώλου που σημάδεψε τη σεξουαλική επανάσταση αλλά και τη μισαλλοδοξία.
Στον λαμπερό αλλά συχνά αμείλικτο κόσμο της σύγχρονης pop, η γραμμή ανάμεσα στην αισθητική έμπνευση και την πολιτική ευθύνη είναι εξαιρετικά λεπτή. Η Chappell Roan, η καλλιτέχνιδα που έχει αναδειχθεί σε πρόσωπο της χρονιάς, βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο μιας έντονης πολιτισμικής συζήτησης.
Αφορμή στάθηκε ο θάνατος της Brigitte Bardot, της γυναίκας που υπήρξε το απόλυτο σύμβολο του γαλλικού κινηματογράφου.
Η Roan, θέλοντας να τιμήσει την επιρροή που άσκησε η Bardot στο έργο της, δημοσίευσε αρχικά ένα λιτό αποχαιρετιστήριο μήνυμα, για να το αποσύρει όμως μερικές ώρες αργότερα, σοκαρισμένη από τις αποκαλύψεις για το παρελθόν της Γαλλίδας ηθοποιού.
Η αρχική ανάρτηση της Chappell Roan ήταν άμεση και φαινομενικά αθώα. «Αναπαύσου εν ειρήνη Ms. Bardot», έγραψε η τραγουδίστρια, προσθέτοντας: «Ήταν η έμπνευσή μου για το «Red Wine Supernova»».
Η σύνδεση αυτή δεν ήταν μυστικό για τους θαυμαστές της. Οι πρώτοι στίχοι στο συγκεκριμένο τραγούδι — «She was a playboy, Brigitte Bardot / She showed me things I didn’t know» (Ήταν playboy Brigitte Bardot / Μου έδειξε πράγματα που δεν ήθελα) — αποτελούν μία ξεκάθαρη αναφορά στην κληρονομιά της Bardot ως είδωλο της σεξουαλικής απελευθέρωσης του μέσου του περασμένου αιώνα.
Η Bardot έγινε παγκόσμια διασημότητα μετά τον πρωταγωνιστικό της ρόλο ως μία απελευθερωμένη και απροκάλυπτα ερωτική έφηβη στην ταινία «And God Created Woman» (Και ο Θεός Έπλασε τη Γυναίκα) του 1956, ενώ συνέχισε να διευρύνει τα όρια του ερωτισμού στην οθόνη μέχρι την απόσυρσή της από την υποκριτική το 1973.
Ωστόσο, η αντίδραση από την πλευρά των θαυμαστών ήταν ακαριαία, ενημερώνοντας την Chappell Roan για τις ακροδεξιές απόψεις και το εκτεταμένο ιστορικό μισαλλόδοξων σχολίων της εκλιπούσας.
Η Roan, σε μία σπάνια κίνηση καλλιτεχνικής ειλικρίνειας, επανήλθε με μία νέα ανάρτηση στο Instagram Story της, αφού διέγραψε την αρχική δημοσίευση που είχε μοιραστεί.
«Holy shit, δεν γνώριζα όλα αυτά τα τρελά πράγματα που πρέσβευε η Ms. Bardot», έγραψε χαρακτηριστικά. «Προφανώς δεν το εγκρίνω αυτό. Πολύ απογοητευτικό που το έμαθα».
Η πραγματικότητα για την Brigitte Bardot ήταν πράγματι πολυσύνθετη και, για πολλούς, σκοτεινή.
Μετά την κινηματογραφική της καριέρα, η Γαλλίδα ηθοποιός αφιερώθηκε στην προάσπιση των δικαιωμάτων των ζώων, όμως οι προσπάθειές της επισκιάστηκαν επανειλημμένα από τις δημόσιες τοποθετήσεις της.
Στα απομνημονεύματά της το 2003, υποτίμησε μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και επιτέθηκε σφοδρά στον υποτιθέμενο «εξισλαμισμό της γαλλικής κοινωνίας». Κατηγορήθηκε για υποκίνηση φυλετικού μίσους και της επιβλήθηκε πρόστιμο 5.000 ευρώ, μία διαδικασία που θα επαναλαμβανόταν συνολικά πέντε φορές στα γαλλικά δικαστήρια.
Η εφημερίδα Le Monde, σε ένα κείμενο μνήμης για την Bardot, αποτύπωσε με ακρίβεια αυτό το διχασμό,
«Η Brigitte Bardot, η ηθοποιός, ήταν γνωστή για το “Le Mépris” (Περιφρόνηση)· η Bardot, η πολιτική φιγούρα, ενσάρκωνε το φυλετικό μίσος. Καταδικασμένη πέντε φορές για υποκίνηση φυλετικού μίσους, η Bardot παρέμεινε, για τρεις δεκαετίες, μία εξαίρεση στη γαλλική κουλτούρα – η μόνη διασημότητα που υπερασπίστηκε ανοιχτά την ακροδεξιά», έγραψε χαρακτηριστικά.
Η εφημερίδα σημείωσε επίσης ότι «η υπεράσπιση των ζώων συμβάδιζε με την ισλαμοφοβία της».
Η Bardot είχε γράψει κάποτε, προβλέποντας μία «μουσουλμανική Γαλλία»: «Σφάζουν γυναίκες και παιδιά, τους μοναχούς μας, τους δημόσιους υπαλλήλους μας, τους τουρίστες μας και τα πρόβατά μας, μία μέρα θα σφάξουν εμάς και θα το έχουμε αξίξει».
Επιπλέον, από τη δεκαετία του 1990 ήταν παντρεμένη με τον Bernard d’Ormale, ο οποίος υπηρέτησε ως σύμβουλος του Jean-Marie Le Pen, ιδρυτή του ακροδεξιού κόμματος Front National.
Πέρα από τα πολιτικά, η Bardot είχε εξοργίσει το κοινό και το 2018, όταν απαξίωσε το κίνημα #MeToo.
Μιλώντας στην Paris Match, περιέγραψε τις γυναίκες που κατήγγειλαν θηρευτές άνδρες στη βιομηχανία του κινηματογράφου ως «υποκρίτριες», προσθέτοντας: «Πολλές ηθοποιοί φλερτάρουν με παραγωγούς για να πάρουν έναν ρόλο. Στη συνέχεια, όταν λένε την ιστορία μετά, λένε ότι παρενοχλήθηκαν… στην πραγματικότητα, αντί να τις ωφελεί, αυτό μόνο τις βλάπτει».
Η Chappell Roan δεν είναι η μόνη καλλιτέχνιδα που χρησιμοποίησε το όνομα της Brigitte Bardot ως σημείο αναφοράς. Η Olivia Rodrigo στο τραγούδι «Lacy» συγκρίνει το υποκείμενο των στίχων της με μία «μετενσάρκωση της Bardot» («Bardot reincarnate»).
Ακόμα και ο Bob Dylan, πίσω στο 1963, στο άλμπουμ «The Freewheelin’ Bob Dylan», έγραφε: «Λοιπόν, το τηλέφωνό μου χτύπησε και δεν σταματούσε / Ήταν ο Πρόεδρος Kennedy που με καλούσε / Είπε, φίλε μου Bob, τι χρειαζόμαστε για να αναπτυχθεί η χώρα; / Είπα, φίλε μου John, την Brigitte Bardot…».
Η περίπτωση της Chappell Roan αναδεικνύει την ανάγκη για μία πιο βαθιά κατανόηση των ιστορικών προτύπων στην εποχή της πληροφορίας.
Ενώ η rock και η pop μουσική συχνά δανείζονται την αισθητική παλαιότερων εποχών, η σύγκρουση της Roan με την πραγματικότητα της Bardot υπενθυμίζει ότι η ομορφιά και το στυλ δεν μπορούν πάντα να διαχωριστούν από τις αξίες που πρεσβεύει ο κάτοχός τους.
Για την Chappell Roan, το μάθημα ήταν σαφές: η έμπνευση μπορεί να ξεκινά από μία εικόνα, αλλά η ευθύνη του καλλιτέχνη τελειώνει εκεί που αρχίζει η ηθική.
Σε έναν κόσμο που επαναπροσδιορίζει συνεχώς τα είδωλά του, η κίνησή της να αποσύρει τον έπαινο της αποτελεί μία πράξη συνέπειας προς το κοινό της και τις αξίες που η ίδια εκπροσωπεί.
Η Brigitte Bardot θα παραμείνει μία εμβληματική μορφή της μεγάλης οθόνης, αλλά για τη νέα γενιά δημιουργών, η σκιά των μεταγενέστερων πράξεών της φαίνεται να είναι πλέον πολύ βαριά για να αγνοηθεί.
