Ο Neil Young κλιμακώνει τον πόλεμο κατά του Jeff Bezos και της αμερικανικής κυβέρνησης, προσφέροντας το σύνολο του έργου του δωρεάν στους κατοίκους της Γροιλανδίας ως μία πράξη «ειρήνης και αγάπης» απέναντι στις γεωπολιτικές απειλές.
Ο Neil Young δεν ήταν ποτέ ένας καλλιτέχνης που συμβιβαζόταν με τις επιταγές της βιομηχανίας ή τις βολικές σιωπές της πολιτικής. Σε ηλικία 80 ετών, ο Καναδός ρόκερ παραμένει μία από τις πιο ηχηρές φωνές ηθικής αντίστασης στον κόσμο της τέχνης, αποδεικνύοντας ότι η μουσική δεν είναι απλώς ένα προϊόν προς κατανάλωση, αλλά ένα εργαλείο διαμαρτυρίας και μία γέφυρα ενσυναίσθησης.
Σήμερα, ο Neil Young κλιμακώνει την ιδιότυπη σταυροφορία του, στρέφοντας τα βέλη του κατά των τεχνολογικών κολοσσών και της αμερικανικής κυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα απλώνει χείρα βοηθείας σε έναν λαό που βρίσκεται στο στόχαστρο γεωπολιτικών πιέσεων.
Η απόφαση του Young να αποσύρει οριστικά τη μουσική του από την πλατφόρμα της Amazon δεν είναι μία παρορμητική κίνηση, αλλά η κορύφωση μιας βαθιάς ιδεολογικής ρήξης. Ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο, ο καλλιτέχνης είχε δεσμευτεί να διακόψει κάθε δεσμό με τον ψηφιακό κολοσσό, και σε πρόσφατη ανάρτησή του στο Neil Young Archives, ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να κάνει πίσω.
Η κριτική του είναι ευθεία και αμείλικτη, στοχεύοντας τόσο στην ιδιοκτησία της εταιρείας όσο και στις πολιτικές διασυνδέσεις της.
«Η Amazon ανήκει στον Jeff Bezos, έναν δισεκατομμυριούχο υποστηρικτή του προέδρου», έγραψε χαρακτηριστικά ο Young, τοποθετώντας τη διαμαρτυρία του στο επίκεντρο της τρέχουσας αμερικανικής πραγματικότητας.
Ο ίδιος εξήγησε ότι οι διεθνείς πολιτικές του προέδρου και η στήριξή του στην υπηρεσία ICE καθιστούν αδύνατο για εκείνον να αγνοήσει τις πράξεις της κυβέρνησης.
Με έναν τόνο που θυμίζει τις μεγάλες στιγμές του ακτιβισμού των δεκαετιών του ’60 και του ’70, κάλεσε τους θαυμαστές του να ακολουθήσουν το παράδειγμά του: «Αν νιώθετε όπως εγώ, σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να μη χρησιμοποιείτε την Amazon. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποφύγετε την Amazon και να στηρίξετε μεμονωμένους Αμερικανούς και αμερικανικές εταιρείες που προμηθεύουν τα ίδια προϊόντα. Το έκανα με τη μουσική μου και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να τη βρουν σε πολλά άλλα μέρη».
Αυτή η στάση, αν και κοστοβόρα, φαίνεται να αποτελεί για τον Young ένα αναγκαίο τίμημα για τη διατήρηση της ακεραιότητάς του. Παραδέχεται ότι η απόφασή του βλάπτει βραχυπρόθεσμα τη δισκογραφική του εταιρεία, όμως επιμένει ότι το μήνυμα είναι σημαντικότερο από τα κέρδη. Επίσης, προκρίνει τα παραδοσιακά δισκοπωλεία για την αγορά βινυλίων και CD, καθώς και ανεξάρτητες ψηφιακές υπηρεσίες, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του σε όσους επιλέγουν να στηρίζουν την τοπική αγορά.
«Η μουσική μου δεν θα είναι ποτέ διαθέσιμη στην Amazon, όσο αυτή ανήκει στον Bezos», διεμήνυσε, κλείνοντας μία πόρτα που πολλοί συνάδελφοί του θα φοβούνταν ακόμη και να αγγίξουν.
Ωστόσο, η πιο αναπάντεχη και συγκινητική κίνηση του Young ήρθε με τη μορφή ενός «δώρου» προς τη Γροιλανδία. Σε μία περίοδο όπου η χώρα δέχεται απειλητική ρητορική από την πλευρά του Donald Trump, ο Young αποφάσισε να προσφέρει στους κατοίκους της ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση στο σύνολο του αρχείου του.
Πρόκειται για έναν θησαυρό που περιλαμβάνει όχι μόνο τη δισκογραφία του, αλλά και σπάνιες ζωντανές ηχογραφήσεις, ακυκλοφόρητα κομμάτια και ταινίες, όλα σε ήχο υψηλής ευκρίνειας.
Σε ένα μήνυμα γεμάτο ενσυναίσθηση, ο Young έγραψε προς τους πολίτες της Γροιλανδίας: «Ελπίζω η μουσική μου και οι μουσικές ταινίες μου να απαλύνουν κάπως το αδικαιολόγητο άγχος και τις απειλές που βιώνετε από τη μη δημοφιλή και ελπίζω προσωρινή κυβέρνησή μας. Είναι ειλικρινής μου επιθυμία να μπορείτε να απολαύσετε όλη τη μουσική μου στο όμορφο σπίτι σας στη Γροιλανδία, στην υψηλότερη ποιότητά της. Αυτή είναι μία προσφορά ειρήνης και αγάπης. Όλη η μουσική που δημιούργησα τα τελευταία 62 χρόνια είναι δική σας για να την ακούσετε».
Η κίνηση αυτή, πέρα από τον συμβολισμό της, αποτελεί και μία έμπρακτη κριτική στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, με τον Young να καλεί και άλλους οργανισμούς να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.
Η πνευματική εγρήγορση του Young δεν περιορίζεται μόνο στη μουσική και την πολιτική, αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε την πληροφορία. Σε μία τρίτη επιστολή του, ο καλλιτέχνης εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στα αμερικανικά δίκτυα ενημέρωσης, κατηγορώντας τα για επιπολαιότητα και διαστρέβλωση της αλήθειας.
Στρέφοντας τα βέλη του στο Fox News, προέτρεψε το κοινό να αναζητήσει άλλες πηγές, έστω και για μία ημέρα, τονίζοντας ότι «τα ψέματα αφθονούν στο Fox».
Δεν έμεινε όμως εκεί. Ο Young εξέφρασε την απογοήτευσή του ακόμη και για παραδοσιακά μέσα όπως οι New York Times, δηλώνοντας ότι πλέον στρέφεται στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία για την ενημέρωσή του.
«Κάποτε πήγαινα στους New York Times για ειδήσεις. Τώρα πάω στο The Guardian. Σας προτείνω να το δοκιμάσετε», έγραψε, προτρέποντας τους Αμερικανούς να αποφεύγουν τις ενημερωτικές «εκπομπές-σόου» που εστιάζουν στην εικόνα και την πόζα. Χαρακτήρισε το CNN «ως επί το πλείστον σκουπίδια» και ζήτησε από το κοινό να κοιτάξει βαθύτερα, εκεί όπου υπάρχει πραγματική κάλυψη των γεγονότων, μακριά από το «ξέπλυμα» των μεγάλων ειδησεογραφικών παραγωγών.
Αυτή η ανάγκη για αλήθεια και αυθεντικότητα φαίνεται να διαπερνά κάθε πτυχή της ζωής του Young τον τελευταίο καιρό. Μετά την τελευταία του εμφάνιση στο Painted Turtle Camp στην Καλιφόρνια, ο καλλιτέχνης αφιέρωσε χρόνο στη μελέτη και τον στοχασμό, προετοιμάζοντας τα επόμενα βήματά του.
Η επιστροφή του στις σκηνές αναμένεται με ενθουσιασμό, καθώς στις 17 Ιουνίου ξεκινά την ευρωπαϊκή του περιοδεία με τους Chrome Hearts από το Eden Project στην Κορνουάλη της Αγγλίας.
Σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα και πιο πολωμένος και ψηφιακά ελεγχόμενος, ο Neil Young επιλέγει να παραμείνει ένας «μοναχικός λύκος» που αρνείται να ουρλιάξει μαζί με το κοπάδι. Είτε πρόκειται για το εμπάργκο στην Amazon, είτε για τη μουσική αγκαλιά στη Γροιλανδία, το μήνυμά του παραμένει σταθερό: η μουσική έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από τη συνείδηση.
Και για τον Young, η συνείδηση αυτή είναι το μόνο πράγμα που δεν πρόκειται ποτέ να διατεθεί προς πώληση σε καμία ψηφιακή πλατφόρμα.
