Με αφορμή το 16ο Νο. 1 άλμπουμ του και τη νέα του περιοδεία, ο Robbie Williams αναστοχάζεται πάνω στη βρετανική ψυχοσύνθεση, τη μάχη του με την κατάθλιψη και το γιατί η σύγχρονη pop κουλτούρα μοιάζει πλέον τόσο «άχρωμη».
Ο Robbie Williams δεν είναι απλώς ένας επιζών της μουσικής βιομηχανίας, είναι ένας καλλιτέχνης που έχει καταφέρει να μεταβολίσει την ίδια του την ιστορία σε κάτι διαχρονικό. Σε ηλικία 51 ετών, ο άνθρωπος που κάποτε θεωρήθηκε το «κακό παιδί» της βρετανικής pop, συνεχίζει να σπάει ρεκόρ, αποδεικνύοντας ότι η σχέση του με το κοινό παραμένει μία από τις πιο ισχυρές και ειλικρινείς στη σύγχρονη ιστορία.
Με το νέο του άλμπουμ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Britpop», να του χαρίζει το 16ο No. 1 της καριέρας του στο Ηνωμένου Βασίλειο, καταρρίπτοντας το ιστορικό ρεκόρ των Beatles, ο Williams φαίνεται να βρίσκεται σε μία φάση ώριμης αναθεώρησης, έτοιμος να αγκαλιάσει επιτέλους τους καρπούς των κόπων του χωρίς τις ενοχές που τον στοίχειωναν στο παρελθόν.
Σε μία εκτενή συζήτηση με το BBC News, με αφορμή την έναρξη της νέας του περιοδείας «Long 90s» αυτή την εβδομάδα, ο πρώην αστέρας των Take That ανέλυσε με χειρουργική ακρίβεια την ιδιόμορφη σχέση των Βρετανών με την επιτυχία. Ο ίδιος παρατήρησε μία τάση αυτοϋπονόμευσης που χαρακτηρίζει την πατρίδα του, μία ψυχολογική ανάγκη να μειώνουν το μέγεθος των κατορθωμάτων τους πριν καν προλάβουν να τα γιορτάσουν.
«Πιστεύω ότι ως Βρετανοί είμαστε πολύ καλοί στο να τρυπάμε το μπαλόνι της επιτυχίας μας, να την υπονομεύουμε και να υποτιμάμε τους εαυτούς μας. Είναι αυτό που κάνουμε καλύτερα. Από πολλές απόψεις, είναι ο λόγος που είμαστε σπουδαίοι», δήλωσε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας τη δίκοπη φύση αυτής της νοοτροπίας.
Ωστόσο, αυτή τη φορά ο Robbie Williams επιλέγει μία διαφορετική διαδρομή. Μετά από δεκαετίες αμφισβήτησης και εσωτερικών συγκρούσεων, ο τραγουδιστής του «Angels» επιδιώκει μία συνειδητή συμφιλίωση με το status του ως ένας από τους πιο επιτυχημένους καλλιτέχνες όλων των εποχών. Η απόφασή του να σταθεί στο κέντρο της δόξας του χωρίς να προσπαθήσει να δραπετεύσει από αυτήν, σηματοδοτεί μία νέα εποχή προσωπικής γαλήνης.
«Με αυτό το άλμπουμ, θέλω πραγματικά να αφήσω την επιτυχία να βυθιστεί μέσα μου και θέλω πραγματικά να σταθώ στη μέση της και να πω: “Εντάξει, επιτυχία, κάνε ό,τι θέλεις σε μένα”», εξομολογήθηκε, δείχνοντας μία πρωτοφανή διάθεση να αφεθεί στην αποδοχή του κόσμου.
Η αναφορά στη δεκαετία του ’90 είναι αναπόφευκτη, καθώς αποτέλεσε το σκηνικό της εκρηκτικής του ανόδου ως σόλο καλλιτέχνη μετά την αποχώρησή του από το συγκρότημα που τον ανέδειξε. Ήταν η χρυσή εποχή της Britpop, μία περίοδος που η βρετανική κουλτούρα κυριαρχούσε παγκοσμίως, αλλά για τον Williams, αυτή η λάμψη ήταν συχνά θαμπωμένη από το σκοτάδι της προσωπικής του μάχης. Η αναδρομή του σε εκείνα τα χρόνια δεν είναι απλώς μία άσκηση νοσταλγίας, αλλά μία βαθιά κατάδυση στις δυσκολίες που αντιμετώπισε την ώρα που ο υπόλοιπος πλανήτης τον αποθέωνε.
Ο Williams μίλησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια για το γεγονός ότι η κατάθλιψη του στέρησε τη δυνατότητα να απολαύσει τις πιο λαμπρές στιγμές της καριέρας του. «Περνούσα τη δική μου ψυχική ασθένεια και οτιδήποτε καλό συμβαίνει σε κάποιον που βρίσκεται στα δίχτυα της κατάθλιψης… δεν μπορεί να βιώσει χαρά. Συνέβαιναν πολλά απίστευτα πράγματα και δεν μπορούσα να νιώσω χαρά από τίποτα», ανέφερε.
Είναι μία σκληρή παραδοχή για έναν άνθρωπο που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην κορυφή κάθε chart και γέμιζε στάδια σε όλο τον κόσμο, υπενθυμίζοντας ότι η εσωτερική κατάσταση ενός ανθρώπου σπάνια συμβαδίζει με την εξωτερική του εικόνα.
Παρ’ όλα αυτά, κοιτάζοντας πίσω από την ασφάλεια του παρόντος, ο Robbie Williams αναγνωρίζει στη δεκαετία του ’90 μία μοναδική πολιτιστική αξία που θεωρεί ότι έχει χαθεί στις μέρες μας. Με μία δόση κυνισμού αλλά και διορατικότητας, χαρακτήρισε εκείνη την περίοδο ως την τελευταία αυθεντική δεκαετία της pop κουλτούρας. Κατά την άποψή του, οτιδήποτε ακολούθησε στερείται της ταυτότητας και της έντασης που χαρακτήριζε το παρελθόν.
«Τώρα κοιτάζω πίσω και σκέφτομαι: τι δεκαετία! Η τελευταία σπουδαία δεκαετία για τη δημοφιλή κουλτούρα, γιατί όλα από τότε έχουν γίνει αρκετά βαρετά”», υποστήριξε, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για την ομογενοποίηση της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Η ανάλυσή του για τον χρόνο και τη συλλογική μνήμη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Ο Williams παρατηρεί ότι οι προηγούμενες δεκαετίες είχαν ένα ξεκάθαρο στίγμα, κάτι που φαίνεται να λείπει από τον 21ο αιώνα. «Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το 2007 από το 2023, αλλά ξέρεις τη δεκαετία του ’50, ξέρεις το ’60, ξέρεις το ’70, ξέρεις το ’80 και ξέρεις το ’90», σημείωσε, εξηγώντας γιατί η δεκαετία της δικής του εκτόξευσης παραμένει τόσο εμβληματική.
Με ένα πικρό αλλά γεμάτο νόημα χαμόγελο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρά τον πόνο που βίωσε τότε, δεν θα μπορούσε να είχε επιλέξει καλύτερο timing για τη δική του κρίση. «Κοιτάζω πίσω με ένα ειρωνικό χαμόγελο και λέω ότι τα ’90s ήταν μία καταπληκτική εποχή για να περνάς άσχημα».
Σήμερα, ο Robbie Williams δεν είναι πια ο ταραγμένος νεαρός που παλεύει να βρει τη θέση του στον κόσμο. Είναι ένας άνδρας που έχει μάθει να συνυπάρχει με τα φαντάσματά του και να τιμά το παρελθόν του χωρίς να γίνεται αιχμάλωτός του. Η περιοδεία «Long 90s» δεν είναι απλώς μία αναδρομή στις επιτυχίες του, αλλά μία γιορτή της επιβίωσης και της εξέλιξης.
Καθώς ετοιμάζεται να ανέβει ξανά στη σκηνή, κουβαλά μαζί του την εμπειρία ενός ανθρώπου που είδε την κορυφή, βυθίστηκε στο σκοτάδι και τελικά επέστρεψε για να πει την ιστορία του με τους δικούς του όρους, έτοιμος να αφήσει την επιτυχία να κάνει, επιτέλους, το δικό της πάνω του.
