Ο Nile Rodgers εξηγεί γιατί δεν ένιωσε ποτέ δέος απέναντι σε κανέναν συνεργάτη του, από τον David Bowie μέχρι την Beyoncé και αποκαλύπτει τη «χημεία» που δεν λειτούργησε ποτέ με τον John Mayer.
Υπάρχουν ονόματα στη μουσική βιομηχανία που, όταν εισέρχονται σε ένα στούντιο, η ατμόσφαιρα αλλάζει αυτομάτως. Δεν είναι απλώς η φήμη τους που προηγείται, αλλά η βαρύτητα του έργου τους, η οποία έχει σμιλεύσει τον ήχο ολόκληρων δεκαετιών. Ο Nile Rodgers ανήκει αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία.
Σε ηλικία 73 ετών, έχοντας αφήσει το αποτύπωμά του σε μερικές από τις πιο επιδραστικές ηχογραφήσεις της σύγχρονης ιστορίας, ο σπουδαίος κιθαρίστας και παραγωγός διατηρεί μία σχέση με το ταλέντο του που ξεπερνά τη μετριοφροσύνη, αγγίζοντας τα όρια της απόλυτης επαγγελματικής βεβαιότητας.
Σε μία νέα συνέντευξή του στο Vulture, η οποία δημοσιεύθηκε την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, ο Nile Rodgers μίλησε έξω από τα δόντια για την ψυχολογία που κουβαλάει μαζί του σε κάθε συνεργασία. Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο πιο εκφοβιστικός συνεργάτης που συνάντησε ποτέ στην καριέρα του, η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: «Κανείς. Με τίποτα, φίλε».
Για τον συνιδρυτή των Chic, η έννοια του δέους ή του εκφοβισμού είναι ασύμβατη με τη διαδικασία της δημιουργίας. Όπως εξηγεί ο ίδιος, μία τέτοια νοοτροπία θα υπονόμευε τον ίδιο τον ρόλο του ως παραγωγού.
«Αν το πίστευα ποτέ αυτό, θα σήμαινε ότι μπαίνω στο στούντιο και σκέφτομαι: “Μπορείς να φτιάξεις έναν δίσκο καλύτερα από εμένα”. Και κανείς δεν μπορεί να φτιάξει έναν δίσκο καλύτερα από εμένα», δήλωσε χαρακτηριστικά, σπεύδοντας ωστόσο να διευκρινίσει το ύφος της δήλωσής του: «Παρακαλώ, μην το εκλάβετε αυτό εγωιστικά».
Η λίστα των συνεργασιών του Rodgers προκαλεί ίλιγγο και δικαιολογεί απόλυτα την αυτοπεποίθησή του. Από τον Herbie Hancock και τον Stevie Wonder μέχρι τον Al Jarreau και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, ο Rodgers έχει βρεθεί δίπλα σε ιερά τέρατα της τέχνης. Η προσέγγισή του, ωστόσο, παραμένει σταθερά γειωμένη στην ουσία της μουσικής πράξης.
«Δεν πτοούμαι. Είμαι εδώ για να διασκεδάσω. Είμαι εδώ για να γίνω μέλος της μπάντας σου», εξήγησε, περιγράφοντας τη φιλοσοφία του. «Το μόνο πράγμα που είναι εξαιρετικά σημαντικό, είναι να κάνω τον καλλιτέχνη να καταλάβει ότι έχω κατά νου το καλώς εννοούμενο συμφέρον του. Αυτό είναι το μόνο που με νοιάζει. Η κληρονομιά μου είναι λίγο-πολύ γραμμένη».
Η ιστορία επιβεβαιώνει τα λεγόμενά του. Ο Rodgers ίδρυσε τους Chic μαζί με τον μπασίστα Bernard Edwards το 1972, καθορίζοντας τον ήχο της disco με ύμνους όπως το «Le Freak» και το «Good Times». Πέραν της δικής του μπάντας, η κιθάρα και η παραγωγή του έχουν σφραγίσει άλμπουμ – ορόσημα για καλλιτέχνες όπως η Beyoncé, η Madonna, ο David Bowie, η Diana Ross και οι Duran Duran.
Παρόλα αυτά, η χημεία στο στούντιο παραμένει μία εξίσωση με πολλούς αγνώστους και, όπως αποκάλυψε ο Rodgers, δεν λειτουργεί πάντα ιδανικά. Στην ίδια συνέντευξη, αναφέρθηκε στην εμπειρία του με τον John Mayer, μία συνεργασία που ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις αλλά κατέληξε σε αδιέξοδο. Οι δύο μουσικοί προσπάθησαν να γνωριστούν καλύτερα ανταλλάσσοντας τα αγαπημένα τους άλμπουμ, μία κίνηση που τελικά ανέδειξε το χάσμα στην αισθητική τους.
«Μου έδειξε τον αγαπημένο του δίσκο, που ήταν το πρώτο άλμπουμ των Coldplay, το “Parachutes”. Σκέφτηκα ότι ήταν cool, αλλά εγώ του έδωσα το “Their Satanic Majesties Request” των Rolling Stones, το οποίο θεωρώ ότι είναι το πιο υποτιμημένο rock and roll άλμπουμ όλων των εποχών», αφηγήθηκε ο Rodgers.
Η αντίδραση του Johnn Mayer σε αυτή την ψυχεδελική, πειραματική επιλογή των Stones φαίνεται πως ήταν καθοριστική.
«Δεν λειτούργησε με τον John», παρατήρησε ο Rodgers. «Είναι περίεργο, επίσης, επειδή ο John μπορεί να είναι ένας από τους πιο έξυπνους ανθρώπους που έχουν περπατήσει ποτέ σε αυτή τη Γη. Τις πρώτες δύο ημέρες τα πηγαίναμε σαν αδέρφια, αλλά μετά, αφού κάναμε το θέμα με το άλμπουμ, ήταν σαν να λέμε: “Αυτό δεν συμβαίνει”».
Η ιστορία αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με άλλες σχέσεις που έχει χτίσει ο Nile Rodgers μέσα στα χρόνια, όπως αυτή με τη Cher. Οι δυο τους ανέπτυξαν έναν ισχυρό δεσμό όταν ο Rodgers άνοιγε τις συναυλίες για την περιοδεία της «Here We Go Again». Μιλώντας παλαιότερα, το 2019, είχε περιγράψει εκείνη την περίοδο με τα θερμότερα λόγια.
«Είναι η περισσότερη διασκέδαση που είχα ποτέ σε περιοδεία», είχε δηλώσει τότε. «Λατρεύουμε ο ένας τον άλλον». Μάλιστα, θυμήθηκε μία τρυφερή στιγμή από τα γενέθλια της σταρ: «Στο πάρτι των γενεθλίων της, μου είπε: “Δεν θέλω να βγεις ποτέ από τη ζωή μου”».
Αυτές οι αντιθέσεις στις ανθρώπινες επαφές, από την απόλυτη ταύτιση με τη Cher μέχρι την αισθητική ασυμφωνία με τον Mayer, σκιαγραφούν την εικόνα ενός καλλιτέχνη που ξέρει ακριβώς ποιος είναι. Ο Nile Rodgers δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Η αυτοπεποίθησή του πηγάζει από τη γνώση, την εμπειρία και την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τον ρυθμό, όχι μόνο στη μουσική, αλλά και στις ανθρώπινες σχέσεις που τη γεννούν.
