Ο Alex James, ο μπασίστας των Blur και ιδρυτής του Big Feastival, αμφισβητεί ανοιχτά την απόλυτη κυριαρχία του Glastonbury στη φεστιβαλική κουλτούρα, συγκρίνοντάς το με ευρωπαϊκά φεστιβάλ που θεωρεί πιο πολιτισμένα, πιο καλοσχεδιασμένα και ουσιαστικά πιο υποτιμημένα.
Το Glastonbury έχει χτιστεί εδώ και δεκαετίες ως κάτι μεγαλύτερο από μουσικό φεστιβάλ. Για πολλούς αποτελεί τελετουργία ενηλικίωσης, βρετανικό πολιτιστικό θεσμό και το απόλυτο σύμβολο της καλοκαιρινής συναυλιακής εμπειρίας. Ο Alex James, ωστόσο, δείχνει ολοένα και λιγότερο διατεθειμένος να αντιμετωπίζει το Worthy Farm σαν ιερό έδαφος.
Ο μπασίστας των Blur, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει παράλληλη πορεία ως παραγωγός κρασιού, τυροκόμος και διοργανωτής φεστιβάλ, επιτέθηκε ευθέως στον υπερβολικό μύθο γύρω από το Glastonbury σε νέα συνέντευξή του στους Times. Οι δηλώσεις του ήταν αιχμηρές και απολύτως συνειδητές ως προς το βάρος που κουβαλούν, ειδικά από έναν άνθρωπο που έχει συνδέσει το όνομά του με μερικές από τις πιο ιστορικές στιγμές του φεστιβάλ.
«Θα νόμιζε κανείς ότι είναι το μοναδικό φεστιβάλ στον κόσμο», είπε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια προχώρησε ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας το Glastonbury ως «ένα αιματηρό ξεφάντωμα ναρκωτικών», όταν το συγκρίνει με άλλες ευρωπαϊκές διοργανώσεις που θεωρεί πολύ πιο υποτιμημένες και ουσιαστικές.
Ο James στάθηκε ιδιαίτερα στο Roskilde της Δανίας, το οποίο παρουσίασε σχεδόν σαν την αντίθετη όψη της φεστιβαλικής εμπειρίας. Εκεί όπου το Glastonbury συνδέεται με λάσπη, χάος και υπερβολή, ο ίδιος βλέπει στο Roskilde μία διαφορετική αισθητική γύρω από το live καλοκαίρι.
«Το Roskilde έχει εκπληκτικό φαγητό επειδή είναι στη Δανία, είναι πραγματικά πολιτισμένο και οι τουαλέτες είναι ωραίες. Είναι ένα υπέροχο, μαγικό γεγονός, σαν παραμύθι του Hans Christian Andersen», ανέφερε.
Οι τοποθετήσεις του αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς τη βαθιά ιστορία των Blur με το Glastonbury. Το συγκρότημα εμφανίστηκε για πρώτη φορά εκεί το 1992 στη σκηνή του NME, σε μία περίοδο όπου η βρετανική alternative rock άλλαζε μορφή και η Britpop βρισκόταν ακόμη στα σπάργανά της.
Λίγα χρόνια αργότερα, οι Blur επέστρεψαν ως headliners το 1998, ενώ η εμφάνισή τους το 2009 θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας του φεστιβάλ. Εκείνο η συναυλία, με χιλιάδες ανθρώπους να τραγουδούν το «Tender» μέσα στη νύχτα του Somerset, έχει καταγραφεί σχεδόν μυθολογικά στη συλλογική μνήμη της βρετανικής μουσικής.
Παρά τη σχέση αυτή, ο Alex James δείχνει σήμερα να αντιμετωπίζει με ολοένα μεγαλύτερη απόσταση τη φεστιβαλική μονοκρατορία του Glastonbury. Η στάση του πιθανότατα επηρεάζεται και από τη δική του εμπειρία ως διοργανωτής του Big Feastival, μίας εκδήλωσης που επιχειρεί να συνδυάσει μουσική, γαστρονομία και οικογενειακή ατμόσφαιρα.
Το Big Feastival ξεκίνησε το 2011 σε συνεργασία με τον Jamie Oliver και αρχικά φιλοξενήθηκε στο Clapham Common του Λονδίνου. Από το 2012 μεταφέρθηκε μόνιμα στη φάρμα του James στο Kingham του Oxfordshire, όπου παραμένει μέχρι σήμερα.
Η φιλοσοφία του φεστιβάλ διαφέρει αισθητά από τη χαοτική εικόνα που συνήθως συνοδεύει τις μεγάλες βρετανικές διοργανώσεις. Η εμπειρία περιστρέφεται γύρω από το φαγητό, τις μικρότερες σκηνές, τη χαλαρή συνύπαρξη διαφορετικών ηλικιών και μία περισσότερο curated αίσθηση ψυχαγωγίας.
Το φετινό line-up περιλαμβάνει τους Basement Jaxx, The Streets και Bastille ως βασικά ονόματα του προγράμματος, επιβεβαιώνοντας ότι το Big Feastival επιδιώκει να λειτουργεί περισσότερο σαν πολιτιστικό γεγονός παρά σαν αχανές μουσικό στρατόπεδο επιβίωσης.
Οι Blur, στο μεταξύ, εξακολουθούν να βρίσκονται σε μία ιδιόμορφη δεύτερη περίοδο ζωής. Το 2023 κυκλοφόρησαν το «The Ballad Of Darren», το πρώτο άλμπουμ τους έπειτα από οκτώ χρόνια απουσίας. Ο δίσκος κινήθηκε μακριά από την ειρωνική νευρικότητα των νεανικών ημερών τους και βούτηξε σε πιο ώριμες, συναισθηματικά κουρασμένες θεματικές.
Την επόμενη χρονιά, το συγκρότημα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο συζητήσεων εξαιτίας της εμφάνισής του στο Coachella. Παρότι παρουσίασαν ένα πρόγραμμα που κάλυπτε ολόκληρη την καριέρα τους, με τραγούδια όπως τα «Song 2» και «Popscene», η αντίδραση του κοινού άφησε εμφανώς εκνευρισμένο τον Damon Albarn.
Η πιο αμήχανη στιγμή της βραδιάς ήρθε κατά τη διάρκεια του «Girls & Boys». Ο Albarn προσπάθησε επανειλημμένα να παρακινήσει το κοινό να τραγουδήσει μαζί του, χωρίς όμως να λάβει την ανταπόκριση που περίμενε. «Μπορείτε να το κάνετε καλύτερα από αυτό», είπε κάποια στιγμή στους θεατές.
Όταν και πάλι η αντίδραση παρέμεινε υποτονική, ο frontman των Blur φάνηκε να χάνει την υπομονή του. «Δεν πρόκειται να μας ξαναδείτε ποτέ, οπότε καλύτερα να το τραγουδήσετε γαμημένα δυνατά. Καταλαβαίνετε τι λέω;», πρόσθεσε.
Ο Alex James είχε σχολιάσει το περιστατικό νωρίτερα μέσα στην άνοιξη, μιλώντας στο NME με αισθητά πιο ψύχραιμη διάθεση. Αντί να εστιάσει στην ψυχρότητα του κοινού, προτίμησε να σταθεί στο μέγεθος και την οργάνωση του Coachella.
«Το Coachella είναι το μεγαλύτερο φεστιβάλ στον κόσμο. Ως άνθρωπος που διοργανώνει φεστιβάλ, εντυπωσιάστηκα από αυτό. Πίστεψα ότι ήταν εξαιρετικό», είπε.
Την ίδια περίοδο μίλησε επίσης για τη νέα περιοδεία της ορχηστρικής γιορτής που έχει αφιερώσει στη μουσική των ‘90s, η οποία παρουσιάστηκε αρχικά στο Big Feastival αυτό το καλοκαίρι και πλέον ετοιμάζεται να ταξιδέψει για πρώτη φορά σε περισσότερες σκηνές.
Η δημόσια εικόνα του Alex James τα τελευταία χρόνια μοιάζει σχεδόν αντιφατική σε σχέση με εκείνη της εποχής της Britpop. Από τη μία παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένος με την υπερβολή των ‘90s και μία από τις σημαντικότερες βρετανικές μπάντες της γενιάς του. Από την άλλη, έχει χτίσει μία καθημερινότητα γύρω από τη γαστρονομία, την ύπαιθρο και μία πολύ πιο ήρεμη εκδοχή δημιουργικής ζωής.
Ίσως γι’ αυτό οι δηλώσεις του για το Glastonbury ακούγονται λιγότερο σαν πρόκληση και περισσότερο σαν σημάδι μίας ευρύτερης κόπωσης απέναντι στη βιομηχανία του θορύβου. Σε μία εποχή όπου το φεστιβαλικό τοπίο της Ευρώπης έχει γίνει τεράστιο και πολυσυλλεκτικό, ο James μοιάζει να υπενθυμίζει ότι η μουσική εμπειρία δεν χρειάζεται πάντα να συνοδεύεται από λάσπη, υπερβολή και μύθο για να αποκτήσει αξία.
Το αν το Glastonbury μπορεί ποτέ να απομυθοποιηθεί πραγματικά είναι άλλη ιστορία. Για ανθρώπους σαν τον Alex James, πάντως, ο ευρωπαϊκός φεστιβαλικός χάρτης είναι πολύ μεγαλύτερος από ένα χωράφι στο Somerset.
