Ο Bruce Springsteen, μιλώντας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Tribeca, εξέφρασε την επιθυμία του να βρει «κοινό έδαφος» με τους θαυμαστές που απομακρύνθηκαν από κοντά του εξαιτίας των έντονων πολιτικών του τοποθετήσεων. Παραλαμβάνοντας ένα σημαντικό βραβείο για την κοινωνική δικαιοσύνη από τον Bono, ο κορυφαίος rock καλλιτέχνης αναφέρθηκε στη βαθιά πόλωση της αμερικανικής κοινωνίας, εξηγώντας γιατί επιλέγει να ακολουθεί τις πεποιθήσεις του ακόμα και όταν αυτό του κοστίζει μέρος του κοινού του.
Η μουσική πορεία του Bruce Springsteen ήταν πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με την αμερικανική εργατική τάξη. Αυτή η ιδιαίτερη σχέση όμως δοκιμάστηκε έντονα τα τελευταία χρόνια, καθώς οι ξεκάθαρες πολιτικές του θέσεις οδήγησαν πολλούς παραδοσιακούς θαυμαστές του στην έξοδο. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Tribeca, ο ίδιος αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά για αυτή τη ρήξη, εκφράζοντας την ελπίδα να χτίσει ξανά γέφυρες επικοινωνίας μαζί τους.
Η συζήτηση άνοιξε με αφορμή μια πολύ σημαντική στιγμή. Ο Bono των U2 του παρέδωσε το Βραβείο Harry Belafonte Φωνές για την Κοινωνική Δικαιοσύνη. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Ιρλανδός τραγουδιστής έθεσε ένα καίριο ερώτημα που απασχολεί τη μουσική βιομηχανία εδώ και καιρό.
Ρώτησε τον Bruce Springsteen αν νιώθει ποτέ διχασμένος για το γεγονός ότι παλιοί του θαυμαστές αρνούνται πλέον να παρακολουθήσουν τις συναυλίες του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Η απάντηση του Αμερικανού τραγουδοποιού ήταν άμεση και απόλυτα ειλικρινής.
«Πρέπει να κάνεις δύο πράγματα. Να παίρνεις θέση και να ακολουθείς τις πεποιθήσεις σου», δήλωσε ο Bruce Springsteen.
«Πρέπει να έχεις πίστη ότι αυτές οι πεποιθήσεις θα είναι εξηγήσιμες και κατανοητές από τους συμπολίτες σου», συνέχισε ο μουσικός, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη χώρα του.
«Πρέπει επίσης να πιστεύεις ότι η Αμερική είναι μια συνεχής αντιπαράθεση, ένας διαρκής συμβιβασμός, και τότε η εύρεση κάποιου είδους κοινού εδάφους είναι μια πιθανότητα», συμπλήρωσε, δείχνοντας ότι δεν χάνει την αισιοδοξία του.
Παρά τη μακρά ιστορία του σε κοινωνικούς αγώνες, ο ίδιος προσπάθησε να υποβαθμίσει τον ρόλο του ως πολιτική προσωπικότητα. Δεν επιδιώκει να φορά ταμπέλες που θεωρεί ότι δεν του αναλογούν στην πραγματικότητα.
«Δεν θεωρώ καν τον εαυτό μου ακτιβιστή. Αισθάνομαι ότι είμαι, στην καλύτερη περίπτωση, ένας ανήσυχος πολίτης», εξήγησε ο Bruce Springsteen.
«Τραγουδάω τα τραγούδια μου, λέω μερικά πράγματα και εύχομαι για το καλύτερο, ξέρεις, βοηθώντας τους ανθρώπους λίγο εδώ και λίγο εκεί», πρόσθεσε με τη χαρακτηριστική του απλότητα.
Στρέφοντας το βλέμμα του προς τον Bono, επισήμανε ότι ο συνάδελφός του κάνει πολύ περισσότερα πράγματα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανέφερε μάλιστα ότι ο Bono είναι πολύ περισσότερο ακτιβιστής από ό,τι ο ίδιος.
Η βραδιά είχε επίσης και μια στιγμή προσωπικής απολογίας, γεμάτη ειλικρίνεια. Ο Bruce Springsteen ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τον Bono για μια παλαιότερη απόφασή του που είχε στερήσει πόρους από έναν καλό σκοπό.
Συγκεκριμένα, είχε αρνηθεί να παραχωρήσει τα δικαιώματα για το τραγούδι «Girls in Their Summer Clothes». Το τραγούδι προοριζόταν για μια διαφήμιση της εταιρείας ρουχισμού GAP, η οποία γινόταν σε συνεργασία με την οργάνωση RED του Bono, με σκοπό την καταπολέμηση του AIDS.
Για να κατανοήσει κανείς τη σοβαρότητα της ρήξης με το συντηρητικό κοινό, πρέπει να εξετάσει τη σφοδρή σύγκρουση του Bruce Springsteen με τον Donald Trump. Ο Αμερικανός καλλιτέχνης υπήρξε ένας από τους πιο ένθερμους πολέμιους του πρώην προέδρου της Αμερικής.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του Donald Trump, ο Bruce Springsteen χρησιμοποιούσε κάθε ευκαιρία, εντός και εκτός σκηνής, για να ασκήσει σκληρή κριτική στην κυβέρνηση. Οι δηλώσεις του ήταν συχνά εξαιρετικά αιχμηρές και δεν άφηναν περιθώρια για παρερμηνείες.
Μεταξύ άλλων, είχε ζητήσει την καθαίρεση του Donald Trump, τονίζοντας ότι πρέπει «να πεταχτεί στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας». Παράλληλα, είχε περιγράψει τον τότε πρόεδρο ως «διεφθαρμένο, ανίκανο και προδότη».
Η αντίδραση του Donald Trump ήταν εξίσου επιθετική, χρησιμοποιώντας υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τον θρύλο της rock μουσικής. Τον χαρακτήρισε δημόσια ως έναν «πιεστικό, ενοχλητικό τύπο» και ως ένα «ξεραμένο δαμάσκηνο της rock».
Λίγο πριν ξεκινήσει μια από τις περιοδείες του Bruce Springsteen, ο Λευκός Οίκος είχε εκδώσει μια ιδιαίτερα σκληρή ανακοίνωση. «Έχει μια σοβαρή περίπτωση του Συνδρόμου Παράνοιας για τον Trump που έχει σαπίσει τον εγκέφαλό του», έγραψε τότε η αμερικανική κυβέρνηση, επιχειρώντας να τον αποδομήσει πλήρως.
Η πολιτική στάση του Bruce Springsteen όμως δεν περιορίστηκε μόνο σε δηλώσεις και συνεντεύξεις. Μετουσιώθηκε σε μουσική, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη του παραμένει το ισχυρότερο όπλο του στις δύσκολες στιγμές.
Έγραψε το έντονα πολιτικοποιημένο τραγούδι «Streets Of Minneapolis», μετά τη δολοφονία δύο πολιτών από πράκτορες της υπηρεσίας μετανάστευσης στη Μινεσότα. Επιπλέον, πάνω στη σκηνή χαρακτήρισε τον Donald Trump ως «έναν πρόεδρο που δεν μπορεί να διαχειριστεί την αλήθεια».
Παράλληλα, υποστήριξε ενεργά το κίνημα «No Kings» (Όχι Βασιλιάδες) που στρεφόταν εναντίον του. Επίσης, επέκρινε με δριμύτητα το λεγόμενο «ταμείο κατά της εργαλειοποίησης» που είχε δημιουργήσει ο Αμερικανός πρόεδρος.
Η σχέση του Bruce Springsteen με το κοινό του περνάει μέσα από τις δεκαετίες της αμερικανικής καθημερινότητας. Από τη δεκαετία του 1970, ο τραγουδοποιός έδωσε φωνή στους απλούς εργάτες των εργοστασίων, στους ανθρώπους της διπλανής πόρτας και στις δυσκολίες της επαρχιακής Αμερικής.
Τα τραγούδια του έγιναν ύμνοι μιας ολόκληρης γενιάς που πάλευε για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια. Ωστόσο, η παρερμηνεία των μηνυμάτων του δεν είναι κάτι καινούργιο για τον ίδιο στην πορεία του.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παραμένει το εμβληματικό άλμπουμ «Born in the U.S.A.». Πολλοί συντηρητικοί πολιτικοί προσπάθησαν να το οικειοποιηθούν ως έναν απλοϊκό πατριωτικό ύμνο, αγνοώντας επιδεκτικά τους σκοτεινούς στίχους του για τη μεταχείριση των βετεράνων του Βιετνάμ.
Η σύγχρονη εποχή όμως χαρακτηρίζεται από μια βαθύτερη και πιο επιθετική κοινωνική πόλωση. Οι θαυμαστές πλέον απαιτούν συχνά από τους αγαπημένους τους καλλιτέχνες να ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τις δικές τους πολιτικές πεποιθήσεις.
Σε αυτό το τοπίο, ο Springsteen επέλεξε να μην μείνει σιωπηλός, γνωρίζοντας καλά το τίμημα αυτής της απόφασης. Η απώλεια ενός μέρους του κοινού του είναι μια πραγματικότητα που καλείται τώρα να διαχειριστεί με ωριμότητα.
Η προσπάθεια του Bruce Springsteen να γεφυρώσει το χάσμα με τους απογοητευμένους θαυμαστές του δείχνει κάτι βαθύτερο για τον ρόλο της μουσικής στη σημερινή κοινωνία. Σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι οχυρώνονται πίσω από τις απόψεις τους, η αναζήτηση κοινού εδάφους φαντάζει ως μια πράξη γενναιότητας. Η μουσική, ιστορικά, είχε τη δύναμη να ενώνει ανθρώπους με διαφορετικές αφετηρίες και ο Αμερικανός καλλιτέχνης φαίνεται πως δεν έχει χάσει την πίστη του σε αυτή τη θεραπευτική ιδιότητα
. Το αν θα καταφέρει τελικά να φέρει πίσω εκείνους που του γύρισαν την πλάτη παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα, αλλά η πρόθεση και μόνο αποτελεί ένα σημαντικό μάθημα πολιτισμού.
