Η Charli xcx και οι συνεργάτες της A. G. Cook και Finn Keane αποκάλυψαν πώς χρησιμοποίησαν ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης κατά την ηχογράφηση του «Music, Fashion, Film». Η τεχνολογία έδωσε μορφή σε αποσπάσματα από έναν αυτοσχεδιασμό στο στούντιο, ενώ η ίδια η τραγουδίστρια συνδέει το τραγούδι με μία βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη ζωή και την τέχνη της.
Η Charli xcx στράφηκε σε ένα plugin τεχνητής νοημοσύνης για τον σχεδιασμό του ήχου σε τουλάχιστον ένα τραγούδι από το νέο άλμπουμ της, «Music, Fashion, Film». Το Concatenator έπαιξε βασικό ρόλο στο «No One Lasts Forever», καθώς επέτρεψε στους A. G. Cook και Finn Keane να μετατρέψουν μικρά, ασύνδετα ηχητικά αποσπάσματα από το στούντιο σε ένα ολοκληρωμένο μοτίβο ντραμς.
Η τραγουδίστρια μοιράστηκε μαζί με τους δύο συνεργάτες της λεπτομέρειες από τη δημιουργία αρκετών τραγουδιών του δίσκου κατά τη διάρκεια εμφάνισής τους στο podcast «Tape Notes», φέρνοντας στο προσκήνιο τόσο τις τεχνικές επιλογές της παραγωγής όσο και την προσωπική διαδρομή που συνόδευσε το «No One Lasts Forever».
Το Concatenator έχει αναπτύξει η DataMind Audio. Η εταιρεία περιγράφει τον στόχο της ως τη δημιουργία «ενός οικοσυστήματος εκφραστικών εργαλείων που αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες ως συνεργάτες και όχι ως πρώτη ύλη».
Η συγκεκριμένη διατύπωση αφορά ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα γύρω από τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη μουσική: ποιος ελέγχει το υλικό, από πού προέρχονται οι ήχοι και ποιον ρόλο διατηρεί ο άνθρωπος στη διαδικασία. Στην περίπτωση του «No One Lasts Forever», το plugin δούλεψε πάνω σε ηχογραφήσεις που είχαν ήδη δημιουργήσει οι Cook και Keane μέσα στο στούντιο.
Το πρόγραμμα αξιοποιεί μία τεχνική που η εταιρεία αποκαλεί «audio mosaicing», δηλαδή ηχητικό μωσαϊκό. Αναλύει μεγάλες συλλογές αρχείων και ταξινομεί κάθε ήχο σύμφωνα με τη χροιά, το τονικό ύψος και την έντασή του. Στη συνέχεια παρουσιάζει τα αποτελέσματα στην οθόνη σαν ένα εκτεταμένο μωσαϊκό από μικρές ηχητικές μονάδες.
Όταν ο χρήστης εισάγει ένα νέο σήμα, το Concatenator αναζητά μέσα στη βιβλιοθήκη του τα μικροαποσπάσματα που πλησιάζουν περισσότερο στα χαρακτηριστικά του. Τα συνδυάζει σε πραγματικό χρόνο και ανακατασκευάζει τον εισερχόμενο ήχο μέσα από πολλά μικρά κομμάτια.
Ο Cook χρησιμοποίησε αυτή τη λειτουργία για να οργανώσει το υλικό που είχε προκύψει από έναν αυτοσχεδιασμό με τον Keane. Αντί να επιλέξει ένα μεμονωμένο δείγμα ή έναν συμβατικό προγραμματισμό ντραμς, τροφοδότησε το εργαλείο με τα επιμέρους αρχεία της ηχογράφησης.
«Το loop δημιουργήθηκε σχεδόν από όλα αυτά τα αρχεία», είπε.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση εξηγεί γιατί το δεύτερο μισό του «No One Lasts Forever» έχει τόσο στενή σχέση με την αρχική ηχογράφηση των δύο παραγωγών. Σύμφωνα με τον Keane, ολόκληρο αυτό το τμήμα χρησιμοποιεί θραύσματα από τον αυτοσχεδιασμό τους, ενώ το Concatenator αποτέλεσε το βασικό μέσο για να αποκτήσουν συνοχή και ρυθμική λειτουργία.
Η παραγωγή του τραγουδιού στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε πραγματικές ηχογραφήσεις οργάνων και συσκευών. Ο Cook τόνισε ότι αυτή η μέθοδος διαφοροποιεί το κομμάτι από πολλά προηγούμενα τραγούδια που είχε φτιάξει με τον Keane.
«Η μεγαλύτερη διαφορά σε σύγκριση με τόσα τραγούδια που έχουμε κάνει μαζί με τον Finn είναι ότι εδώ υπάρχει τεράστιος όγκος ηχογραφημένου υλικού. Σχεδόν δεν υπάρχει καθόλου MIDI», σημείωσε.
«Όποιο MIDI υπάρχει, κόβει και επεξεργάζεται κάτι που είχαμε πράγματι ηχογραφήσει ή δουλέψει. Πολλές από τις κιθάρες, το μπάσο και όλα αυτά τα παίζουμε εμείς — το ίδιο ισχύει για τα ντραμς και τις drum machines», πρόσθεσε.
Η επιλογή αυτή μεταφέρει το κέντρο βάρους από τον προγραμματισμό προς τη φυσική δραστηριότητα μέσα στο στούντιο. Οι μουσικοί παίζουν, καταγράφουν, κόβουν και αναδιοργανώνουν το υλικό τους. Η τεχνητή νοημοσύνη παρεμβαίνει σε επόμενο στάδιο, όταν καλείται να εντοπίσει σχέσεις ανάμεσα σε εκατοντάδες μικρά ηχητικά στοιχεία.
Η διαδικασία δεν είχε τη μορφή μιας τακτοποιημένης ηχογράφησης με αυστηρό σχέδιο. Οι Cook και Keane συνέδεσαν όσο περισσότερο εξοπλισμό μπορούσαν και δοκίμασαν ήχους χωρίς να αναζητούν από την αρχή ένα καλαίσθητο αποτέλεσμα.
«Υπάρχουν όλοι αυτοί οι μικροί ήχοι σε όλο το τραγούδι, όλα αυτά τα μικρά κομμάτια. Έχει πλάκα, επειδή κυριολεκτικά τρέχουμε μέσα στο στούντιο, έχουμε συνδέσει όσα περισσότερα πράγματα μπορούμε και απλώς φτιάχνουμε τους χειρότερους ήχους», είπε ο Cook.
Ο Keane περιέγραψε την ίδια διάθεση με ακόμη πιο άμεσο τρόπο. Οι δύο συνεργάτες αναζητούσαν επίτηδες τις πιο άσχημες ηχητικές εκδοχές, χωρίς να ξέρουν εξαρχής πού θα τους οδηγούσε αυτή η επιλογή.
«Προσπαθούσαμε να βρούμε τα πιο άσχημα πράγματα», ανέφερε.
Το υλικό τελικά οδήγησε σε ένα αποτέλεσμα που ο ίδιος χαρακτήρισε «κάπως ωραίο στα ντραμς». Το παράδοξο αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της συγκεκριμένης παραγωγής: οι ακατέργαστοι και σκόπιμα δυσάρεστοι ήχοι απέκτησαν ρυθμό και δομή όταν το Concatenator τους έκοψε σε μικρά μέρη και τους έφερε ξανά μαζί.
Πίσω από την τεχνική ανάλυση, η Charli xcx έδωσε στο τραγούδι σαφές προσωπικό βάρος. Για εκείνη, το «No One Lasts Forever» συνδέεται με μία περίοδο κατά την οποία επανεξέτασε τη σχέση της με τη ζωή της και με όσα γράφει.
«Αυτό το τραγούδι με έκανε να αλλάξω τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι τη ζωή και την τέχνη μου. Αυτή ήταν η διαδρομή που ακολουθούσα όσο το έγραφα», είπε.
Η Charli xcx δείχνει ότι η σημασία του τραγουδιού δεν εξαντλείται στην ασυνήθιστη μέθοδο παραγωγής του. Η τεχνολογία οργάνωσε το ηχητικό υλικό, όμως η κατεύθυνση, η επιλογή των πηγών και το συναισθηματικό περιεχόμενο παρέμειναν στα χέρια της Charli xcx και των συνεργατών της.
Η περίπτωση του «No One Lasts Forever» προσφέρει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενταχθεί σε μία ηχογράφηση χωρίς να αντικαταστήσει τη μουσική πράξη. Οι A.G. Cook και Finn Keane ξεκίνησαν από δικούς τους ήχους, όργανα, drum machines και έναν αυτοσχεδιασμό. Το πρόγραμμα ανέλαβε να εντοπίσει συνδέσεις μέσα σε αυτό το υλικό και να το ανασυνθέσει με ταχύτητα που θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί με χειροκίνητη επεξεργασία.
Καθώς η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη στη μουσική επικεντρώνεται συχνά στα δικαιώματα και στην προέλευση των δεδομένων, η μέθοδος του «Music, Fashion, Film» φωτίζει μία διαφορετική πρακτική: ο καλλιτέχνης παράγει το αρχικό υλικό και χρησιμοποιεί το λογισμικό ως εργαλείο επεξεργασίας. Το ουσιαστικό ερώτημα πλέον αφορά τις επιλογές που υπηρετεί κάθε τεχνολογία και το αν αυτές οι επιλογές δίνουν στους μουσικούς νέους τρόπους να δουλέψουν πάνω στους δικούς τους ήχους.
