Η Bebe Rexha αφήνει πίσω της το «καλούπι» των μεγάλων δισκογραφικών και επανασυστήνεται με ένα visual album που καθρεφτίζει την αληθινή, ακατέργαστη πλευρά της.
«Το διασκεδαστικό με το να είσαι ανεξάρτητος είναι ότι μπορείς να αλλάξεις τους κανόνες», δηλώνει η Bebe Rexha κατά τη διάρκεια της διαδρομής από το αεροδρόμιο προς το σπίτι της στη Νέα Υόρκη.
Η γεννημένη στο Μπρούκλιν τραγουδίστρια και τραγουδοποιός, έχοντας διαγράψει μία πορεία ετών γράφοντας παγκόσμιες επιτυχίες για ονόματα όπως η Rihanna, ο Eminem και η Selena Gomez, βρίσκεται πλέον σε ένα σημείο καμπής. Μετά από μία μακρά περίοδο στη Warner Records, όπου ένιωθε ότι η προσωπικότητά της περιοριζόταν από τους μηχανισμούς των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, υπέγραψε μία νέα συμφωνία συνεργασίας με την EMPIRE.
Τώρα, προετοιμάζεται για την επίσημη έναρξη της νέας σελίδας της, παρουσιάζοντας ένα «supercut» του «Dirty Blonde», του επερχόμενου visual album της και της πρώτης ολοκληρωμένης δουλειάς της ως ανεξάρτητη καλλιτέχνιδα.
Η ίδια περιγράφει αυτή τη φάση ως μία ολοκληρωτική επανεκκίνηση. «Το πιο σημαντικό πράγμα αυτή τη στιγμή είναι ότι νιώθω μεγαλύτερο κίνητρο από ποτέ. Αισθάνομαι ότι πρόκειται για μία αναγέννηση, μία πραγματική ανάσταση», αναφέρει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή της στο Billboard.
Η στρατηγική πίσω από το supercut, το οποίο επιμελήθηκε στο μιξάζ ο Diplo, είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τα σύγχρονα δεδομένα της κατανάλωσης μουσικής. Πρόκειται για μία σύνθεση αποσπασμάτων 20 δευτερολέπτων και από τα 13 EDM κομμάτια του project, συνοδευόμενα από τα αντίστοιχα μουσικά βίντεο, λειτουργώντας ως ένα κινηματογραφικό trailer. Αυτό επιτρέπει στους ακροατές να ξεχωρίσουν τα αγαπημένα τους κομμάτια εκ των προτέρων και να συμμετάσχουν ενεργά στην κυκλοφορία μέσω remixes ή επεξεργασίας του υλικού.
Η Bebe Rexha επιδιώκει να δώσει σε κάθε τραγούδι την ευκαιρία που του αναλογεί, αντιμετωπίζοντας κάθε τραγούδι του «Dirty Blonde» ως αυτόνομο single. Δούλεψε πάνω σε αυτό το άλμπουμ για τρία χρόνια και η συναισθηματική της επένδυση είναι εμφανής.
«Κάθε τραγούδι είναι τόσο σημαντικό για μένα. Είναι σαν τα μωρά σου. Δεν θέλω να περιορίζομαι από έναν συγκεκριμένο ήχο ή ορισμένα όρια», εξηγεί, υπογραμμίζοντας την ανάγκη της για καλλιτεχνική ελευθερία.
Η προηγούμενη δισκογραφική της δουλειά το 2023, με τίτλο «Bebe», αν και κινήθηκε ελαφρώς καλύτερα από το «Better Mistakes» του 2021, δεν κατάφερε να φτάσει την εμπορική επιτυχία του ντεμπούτου της το 2018, το οποίο είχε βρεθεί στο No. 13 του Billboard 200.
Παρά το γεγονός ότι το «I’m Good (Blue)», η συνεργασία της με τον David Guetta το 2022, έφτασε στο No. 4 του Billboard Hot 100 και ξεπέρασε τα 2 δισεκατομμύρια streams στο Spotify, η ίδια νιώθει ότι η μέχρι τώρα εικόνα της δεν ανταποκρινόταν πλήρως στην ταυτότητά της.
Η υποψήφια για τέσσερα Grammy καλλιτέχνιδα παραδέχεται ότι συχνά προσπαθούσε να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των άλλων, υιοθετώντας το προφίλ της «τέλειας, καθαρής pop star».
«Όταν είσαι σε μία μεγάλη δισκογραφική, υπάρχει άγχος γιατί προσπαθείς πάντα να τους κάνεις όλους χαρούμενους. Πολλά από τα μεγάλα τραγούδια που είχα, βρίσκονταν στον υπολογιστή μου, τα είχα γράψει εγώ, και ουσιαστικά λάμβανα συνεχώς αρνήσεις από όποια εταιρεία κι αν βρισκόμουν», εξομολογείται.
Η συνεργασία της με την EMPIRE φαίνεται να της παρέχει το περιβάλλον που χρειαζόταν για να εκφραστεί χωρίς φίλτρα. Νιώθοντας την απόλυτη στήριξη από τον ιδρυτή της εταιρείας, Ghazi, και την πρόεδρο Tina Davis, την οποία γνώρισε για πρώτη φορά στα 17 της χρόνια σε μία εκδήλωση καριέρας των Grammy, η Bebe Rexha αισθάνεται πλέον ελεύθερη να τιμήσει τις ρίζες της.
Στο supercut του «Dirty Blonde», και συγκεκριμένα στο πρώτο κομμάτι «Chica Chica», την ακούμε να τραγουδά στα αλβανικά πλαισιωμένη από άνδρες που φέρουν τατουάζ με το όνομά της σε ένα υπαίθριο πάρτι, ενώ η αισθητική των βίντεο παραπέμπει στα παιδικά της χρόνια στη Νέα Υόρκη, με αναφορές στην κουλτούρα των Αλβανών μεταναστών γονιών της.
Οι εικόνες που ακολουθούν είναι ένας καταιγισμός αντιθέσεων: από pole dancers και έντονες στιγμές σε νυχτερινά κέντρα, μέχρι ευάλωτες σκηνές όπου η Rexha ξεσπά σε κλάματα ενώ ετοιμάζεται για μία φωτογράφιση.
«Είπα ότι πρέπει να φέρουμε την κουλτούρα μου σε αυτό», θυμάται η καλλιτέχνιδα. «Έτσι, βγάλαμε όλους τους άντρες έξω με τις πλαστικές καρέκλες, όπως ακριβώς μεγάλωσα. Όλοι σου λένε ότι πρέπει είτε να ταιριάζεις στη Νέα Υόρκη, είτε να είσαι η τέλεια pop star, είτε να είσαι απόλυτα προσκολλημένη στην καταγωγή σου. Εγώ αναρωτιέμαι, γιατί να μην μπορώ να είμαι όλα αυτά μαζί;».
Ο Ghazi από την πλευρά του, εξαίρει την ικανότητά της να δημιουργεί δίσκους με παγκόσμια απήχηση, τονίζοντας ότι η εξέλιξή της ως καλλιτέχνιδα είναι αυτό που τον ενθουσιάζει περισσότερο.
Η κυκλοφορία του «Dirty Blonde» στις 12 Ιουνίου αποτελεί για πολλούς τη στιγμή που η Bebe Rexha θα αποδείξει τη διαχρονικότητά της, ξεπερνώντας τα καυστικά σχόλια του διαδικτύου για τη θέση της στη μουσική βιομηχανία. Η ίδια, πλέον, επιλέγει να αντιμετωπίζει με χιούμορ και αυτοσαρκασμό τις αναφορές στα social media, όπως έκανε σε ένα ηχητικό μήνυμα στο X, αστειευόμενη για το πώς άλλες γυναίκες καλλιτέχνιδες της, όπως η Sabrina Carpenter, η Zara Larsson και η Charli Xcx, κατάφεραν να εδραιωθούν ενώ εκείνη ακόμη παλεύει.
Παρότι στο παρελθόν τέτοια σχόλια την πλήγωναν, τώρα προτιμά να συμμετέχει στο αστείο. Γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στα παρασκήνια και οι οποίες ίσως εμπόδισαν την άνοδό της στην απόλυτη κορυφή της μουσικής βιομηχανίας. Ωστόσο, η πορεία της δεν στερείται επιτυχιών. Με 13 εισόδους στο Billboard Hot 100, εκ των οποίων οι τέσσερις στο Top 10, και το «Meant to Be» με τους Florida Georgia Line να κατέχει το ρεκόρ παραμονής στο No. 1 του Hot Country Songs Chart για 50 εβδομάδες, η Bebe Rexha έχει χτίσει μία ισχυρή κληρονομιά.
«Υπάρχουν τόσα πολλά που δεν μπορείς να πεις στον κόσμο για τα εμπόδια που συναντάς», καταλήγει στη συζήτησή της με το Billboard. «Όμως, κοιτάξτε: είχα επιτυχίες, έχω γράψει τόσες επιτυχίες για άλλους και, ό,τι κι αν συμβεί, το διαδίκτυο τουλάχιστον μιλάει για μένα. Τι να κάνω; Να κάτσω σπίτι μου και να κλαίω όλη μέρα; Όχι, στο διάολο αυτό. Είμαι εδώ. Το κάνω αυτό για πάνω από δέκα χρόνια. Και δεν πρόκειται να πάω πουθενά».
Η νέα αυτή κατεύθυνση είναι μία συνειδητή απόφαση να αναμετρηθεί με τις προσδοκίες που την ακολουθούσαν για χρόνια. Το «Dirty Blonde» υπόσχεται να είναι η πιο προσωπική της κατάθεση, μία μουσική και οπτική διαδρομή που αγκαλιάζει το σκοτάδι και το φως της προσωπικής ιστορίας της, δίνοντας φωνή σε όλα όσα οι μεγάλοι παίκτες της βιομηχανίας της ζητούσαν να αποσιωπήσει.
