Η ακύρωση της συναυλίας των Behemoth στην Ινδία φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη σύγκρουση της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας με την καλλιτεχνική ελευθερία σε μία εποχή που η λογοκρισία κερδίζει έδαφος.
Η είδηση της ακύρωσης της συναυλίας των Behemoth στην Μπανγκαλόρ αποτελεί ένα ακόμα ηχηρό καμπανάκι για την κατάσταση της ελευθερίας του λόγου στη σύγχρονη παγκόσμια σκηνή. Οι Πολωνοί εκπρόσωποι του extreme metal, που επρόκειτο να εμφανιστούν στην ινδική πόλη στις 3 Μαρτίου στο πλαίσιο της περιοδείας τους σε Αυστραλία, Κίνα και Ιαπωνία, ανακοίνωσαν ότι οι συνθήκες ασφαλείας καθιστούν αδύνατη τη διεξαγωγή του συναυλία. Η απόφαση αυτή δεν ελήφθη ελαφρά τη καρδία, αλλά ήρθε ως αποτέλεσμα μιας κλιμακούμενης έντασης που ξεπέρασε τα όρια της απλής διαμαρτυρίας.
Σε μία αναλυτική τοποθέτησή τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι Behemoth περιέγραψαν μία ανησυχητική πραγματικότητα που εκτυλισσόταν στο παρασκήνιο τις τελευταίες εβδομάδες. Σύμφωνα με το συγκρότημα, οι ίδιοι και οι συνεργάτες τους έγιναν αποδέκτες σοβαρών απειλών.
«Τις τελευταίες εβδομάδες, εμείς και η ομάδα μας δεχόμαστε πολυάριθμες αξιόπιστες απειλές που προέρχονται από θρησκευτικές χριστιανικές ομάδες, οι οποίες ασκούν πίεση στις αρχές και στον διοργανωτή με στόχο να σταματήσουν την πραγματοποίηση της συναυλίας», ανέφεραν χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα της πίεσης που ασκήθηκε.
Η σοβαρότητα της κατάστασης δεν περιορίστηκε μόνο σε φραστικές επιθέσεις. Οι Behemoth τόνισαν ότι οι κίνδυνοι αφορούσαν την ίδια τη σωματική τους ακεραιότητα αλλά και το νομικό τους καθεστώς στη χώρα.
«Αυτές οι απειλές έχουν εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και την προστασία του συγκροτήματος, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας σύλληψης ή φυσικού κινδύνου», εξήγησαν.
Παρά το γεγονός ότι ο τοπικός διοργανωτής στην Μπανγκαλόρ «ενήργησε με καλή πίστη σε κάθε στάδιο», η έλλειψη εγγυήσεων από τις επίσημες αρχές κατέστησε το ρίσκο απαγορευτικό. «Δεν ήταν δυνατό να λάβουμε επαρκείς διαβεβαιώσεις ότι το συγκρότημα θα προστατευόταν από νομικές συνέπειες ή κινδύνους ασφαλείας. Σε αυτή τη βάση, πήραμε την απόφαση να ακυρώσουμε τη συναυλία», κατέληξε η ανακοίνωση.
Αυτό το περιστατικό στην Ινδία δεν είναι μεμονωμένο, αλλά μοιάζει με το δεύτερο μέρος ενός σκοτεινού σίκουελ. Μόλις λίγες ημέρες πριν, οι Behemoth είδαν τη συναυλία τους στην Κωνσταντινούπολη να ακυρώνεται την τελευταία στιγμή, μετά από έντονες διαμαρτυρίες θρησκευτικών οργανώσεων που τους κατηγόρησαν για προώθηση σατανιστικής προπαγάνδας. Το συγκρότημα αρνήθηκε σθεναρά αυτές τις κατηγορίες, ωστόσο το πλήγμα στην καλλιτεχνική τους δραστηριότητα ήταν δεδομένο.
Αναφερόμενοι στο επεισόδιο της Τουρκίας, οι Behemoth έκαναν λόγο για μία γενικότερη τάση περιορισμού της έκφρασης.
«Αυτό είναι ένα ακόμη παράδειγμα θρησκευτικού φανατισμού που επιχειρεί να επιβληθεί στην καλλιτεχνική έκφραση, κάτι που το συγκρότημα αντιμετώπισε πρόσφατα και στην Τουρκία. Είναι βαθύτατα ανησυχητικό να βλέπουμε αυτό που μοιάζει με ένα αυξανόμενο κίνημα προς τη λογοκρισία σε όλο τον κόσμο. Σε αυτή τη μοντέρνα εποχή, οι καλλιτέχνες δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν εκφοβισμό, απειλές ή τον κίνδυνο φυλάκισης επειδή επιτελούν την τέχνη τους», σημείωσαν με έμφαση.
Η ρητορική τους δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση του εαυτού τους, αλλά επεκτάθηκε σε μία οικουμενική έκκληση για την προστασία των φιλελεύθερων αξιών.
«Ανεξάρτητα από τη θρησκεία, τη φυλή ή την κουλτούρα, η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να παραμείνει θεμελιώδης αρχή. Πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό οι άνθρωποι να σταθούν μαζί υποστηρίζοντας τις φιλελεύθερες αξίες και τη δημιουργική ελευθερία», δήλωσαν, κλείνοντας το μήνυμά τους με την προτροπή προς τους θαυμαστές τους να «παραμείνετε δυνατοί» και «παραμείνετε ελεύθεροι». Είναι μία στάση που το συγκρότημα τηρεί εδώ και χρόνια, έχοντας μία μακρά ιστορία συγκρούσεων με θεσμούς και αρχές που προσπάθησαν να τους φιμώσουν.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, οι περιπέτειες των Behemoth με τις κρατικές αρχές είναι πολλές και συχνά επεισοδιακές. Το 2014, η προγραμματισμένη περιοδεία τους στη Ρωσία τερματίστηκε άδοξα όταν τα μέλη του συγκροτήματος συνελήφθησαν αμέσως μετά την είσοδό τους στη χώρα. Η επίσημη αιτιολογία ήταν ότι κατείχαν λάθος επαγγελματικές βίζες, κάτι που οδήγησε στην απέλασή τους και σε απαγόρευση εισόδου στη Ρωσία για πέντε χρόνια.
Την ίδια χρονιά, μία συναυλία τους στο Πόζναν της Πολωνίας ακυρώθηκε επίσης, με το συγκρότημα να καταγγέλλει τότε ότι επρόκειτο για μία καθαρά «πολιτική απόφαση».
Η περίπτωση των Behemoth αναδεικνύει το διαρκές χάσμα ανάμεσα στην τέχνη που προκαλεί και στα συντηρητικά αντανακλαστικά κοινωνιών ή ομάδων που αδυνατούν να την αποδεχθούν ως μέσο έκφρασης. Η Μπανγκαλόρ, μία πόλη που θεωρείται το τεχνολογικό κέντρο της Ινδίας και παραδοσιακά πιο ανοιχτή σε διεθνή ακούσματα, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας διαμάχης που δείχνει ότι ο θρησκευτικός συντηρητισμός μπορεί να επηρεάσει ακόμα και τα πιο απρόσμενα περιβάλλοντα.
Για τους Behemoth, κάθε ακύρωση δεν είναι απλώς μία χαμένη ημερομηνία στο καλεντάρι τους, αλλά μία επιβεβαίωση της ανάγκης τους να συνεχίσουν να υπάρχουν μέσα από την πρόκληση.
Το μέλλον της καλλιτεχνικής ελευθερίας σε χώρες με ισχυρές θρησκευτικές επιρροές παραμένει αβέβαιο. Όταν όμως ένας καλλιτέχνης αναγκάζεται να αποχωρήσει από μία σκηνή υπό τον φόβο της φυλάκισης ή της σωματικής βίας, το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο τη μουσική και μετατρέπεται σε ζήτημα δημοκρατίας.
Οι Behemoth επιλέγουν να μην υποχωρήσουν στις αξίες τους, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι οι σκηνές στις οποίες θα μπορούν να εμφανίζονται θα γίνονται λιγότερες σε έναν κόσμο που μοιάζει να κλείνεται ξανά στον εαυτό του.
