Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του δεύτερου σόλο άλμπουμ της Beyoncé, οι πρωταγωνιστές των ηχογραφήσεων αποκαλύπτουν το παρασκήνιο πίσω από τη δημιουργία ενός άλμπουμ που επαναπροσδιόρισε τη σύγχρονη R&B.
Με κάθε νέο άλμπουμ, η Beyoncé ενισχύει το μέγεθος του ονόματός της σε τέτοιο βαθμό, που είναι πλέον δύσκολο να θυμηθεί κανείς την εποχή που δεν αποτελούσε μία ασύγκριτη δύναμη στον χώρο του θεάματος, των επιχειρήσεων και της πολιτικής. Πριν από είκοσι χρόνια, ήταν ήδη μία παγκόσμια σταρ, έχοντας οδηγήσει τις Destiny’s Child στην κορυφή και κατακτήσει τον κόσμο με το «Dangerously In Love» το 2003.
Το 2006 όμως, η Beyoncé έπρεπε να αποδείξει πως το ξεκίνημα της σόλο καριέρας της δεν ήταν μία τυχαία συγκυρία. Με το «B’Day», παρουσίασε έναν ήχο γεμάτο από επιθετικά πνευστά, φωνητικά που προκαλούν δέος και μία αδιάκοπη θεματική γυναικείας ενδυνάμωσης, στοιχεία που το καθιστούν μέχρι σήμερα το αγαπημένο άλμπουμ των πιο πιστών θαυμαστών της.
Το άλμπουμ αυτό αποτύπωσε την Beyoncé στην πιο «πεινασμένη» δημιουργικά φάση της. Εργάστηκε πάνω στα τραγούδια με την ορμή κάποιου που έχει κάτι να αποδείξει. Αν και αρχικά προοριζόταν για το 2004, η κυκλοφορία καθυστέρησε λόγω του τελευταίου δίσκου των Destiny’s Child, της παγκόσμιας περιοδείας τους και των γυρισμάτων της ταινίας «Dreamgirls», όπου η Beyoncé πρωταγωνίστησε ως Deena Jones.
Παράλληλα με τη μουσική, η τραγουδίστρια επέκτεινε την επιχειρηματική της αυτοκρατορία λανσάροντας τη σειρά μόδας House of Deréon μαζί με τη μητέρα της, Tina Knowles. Το «B’Day» ήταν η ευκαιρία της να εδραιωθεί όχι απλώς ως μία πρωταγωνίστρια των charts, αλλά ως η κορυφαία καλλιτέχνιδα της γενιάς της, κάτι που πέτυχε με την κυκλοφορία ενός visual album και μία παγκόσμια περιοδεία 96 εμφανίσεων.
Το 2007, η Beyoncé παρουσίασε το «B’Day Anthology Video Album», μία συλλογή μουσικών βίντεο για όλα τα τραγούδια της τυπικής έκδοσης, πλην του «Resentment». Από την queer αισθητική του «Freakum Dress» μέχρι την ανάδειξη της σκηνοθέτιδας Melina Matsoukas, το εγχείρημα αυτό αποτέλεσε το προσχέδιο για τη μετέπειτα εξέλιξη της οπτικής τέχνης της.
Στο στούντιο, η Beyoncé επέδειξε μία σπάνια γκάμα συναισθημάτων. Μπορούσε να διοχετεύσει την οργή της στο «Ring the Alarm», να αποκαλύψει τις ανασφάλειές της στο «Flaws and All» και να ερμηνεύσει dance τραγούδια σε διαφορετικές γλώσσες. Κάθε της εμφάνιση εκείνη την εποχή ήταν ένα μάθημα ακρίβειας και πάθους, τοποθετώντας την οριστικά στο πάνθεον των θρύλων της μουσικής.
Ο Max Gousse, υπεύθυνος A&R, θυμάται πως η δημιουργία του δίσκου ήταν αυθόρμητη. «Η Beyoncé ζήτησε μία συνάντηση και συζητήσαμε να μπούμε στο στούντιο κατά τη διάρκεια των διακοπών της μετά το “Dreamgirls”», ανέφερε στο Billboard. Η Beyoncé ενέκρινε τις επιλογές του για τους παραγωγούς και ζήτησε να κλείσουν αρκετά δωμάτια στα Sony Studios στη Νέα Υόρκη για τρεις ή τέσσερις εβδομάδες.
Στο στούντιο βρίσκονταν όλοι οι κορυφαίοι: Swizz Beatz, Sean Garrett, Rich Harrison, Makeba Riddick-Woods, Rodney Jerkins, ακόμα και η Solange με την Angie Beyincé. «Υπήρχε ανταγωνισμός, αλλά ήμασταν σαν οικογένεια. Η Beyoncé ήταν πολύ εστιασμένη στο μήνυμα που ήθελε να περάσει: την ενδυνάμωση», συμπλήρωσε ο Gousse.
Ο Sean Garrett θυμάται πως η Beyoncé εργαζόταν σκληρά, μοιράζοντας τον χρόνο της ανάμεσα στις ταινίες και τη μουσική. «Ήταν αποφασισμένη να αφήσει το στίγμα της ως μία από τις σπουδαιότερες όλων των εποχών», είπε. Η Makeba Riddick-Woods πρόσθεσε πως ο ήχος αναπτύχθηκε οργανικά, καθώς η Beyoncé εμπνεόταν από όσα άκουγε να δημιουργούνται στα διπλανά δωμάτια.
Ο Swizz Beatz θυμάται την ενέργεια εκείνης της περιόδου: «Ήθελα να της δώσω κάτι γυμνό και εμβληματικό, κάτι που να βασίζεται στην αλληλεπίδραση με το κοινό». Ο ανταγωνισμός ήταν έντονος, με την Beyoncé να επισκέπτεται κάθε δωμάτιο στο τέλος της βραδιάς για να δει τι είχαν δημιουργήσει οι παραγωγοί. «Ήταν σαν η βασίλισσα να είχε τους πολεμιστές της σε έκσταση», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Garrett.
Το «B’Day» ήταν ένας δίσκος βαθιά ριζωμένος στη μαύρη μουσική παράδοση. Χρησιμοποίησε samples από τον Curtis Mayfield και τον Jake Wade, αλλά δεν περιορίστηκε σε αυτά. Η Beyoncé έφερε τη δεκαετία του 1970 σε διάλογο με τ0 2000, ενσωματώνοντας hip0hop στοιχεία, bounce ρυθμούς από τη Νέα Ορλεάνη και country-pop πινελιές.
Η φωνή της αποδείχθηκε το πιο ευέλικτο εργαλείο. Η Makeba Riddick-Woods θυμάται μία μέρα που η Beyoncé τραγούδησε τόσο πολύ που άρχισε να κλείνει η φωνή της. «Της πρότεινα να ξεκουραστεί, αλλά εκείνη είπε: “Όχι, θα το ξεπεράσω τραγουδώντας και η φωνή μου θα επιστρέψει πιο δυνατή”. Και πράγματι, έτσι έγινε», ανέφερε η Riddick-Woods.
Το τραγούδι «Déjà Vu», με τη συμμετοχή του Jay-Z, ήταν το πρώτο single και εφάρμοσε μία πιο funk προσέγγιση. Ο Rodney Jerkins, γνωστός και ως Darkchild, θυμάται πως η Beyoncé ήθελε ρυθμό και μουσικότητα για να μπορεί να χορεύει, αλλά και να ταξιδεύει το κοινό. «Δεν χρησιμοποιήσαμε samples, αλλά ζωντανά πνευστά, κάνοντας τον ήχο πιο μεγάλο», εξήγησε.
Η Riddick-Woods αποκάλυψε πως η Beyoncé γνώριζε από την αρχή ότι το «Déjà Vu» θα ήταν το πρώτο single, ειδικά όταν σκέφτηκε να προσθέσει τον Jay-Z. «Όταν είδα τον Jay-Z στο booth, ήξερα ότι θα έβγαιναν με τα μεγάλα όπλα», πρόσθεσε ο Jerkins. Το τραγούδι έφτασε στο No. 4 του Hot 100 και κατέκτησε την κορυφή στη Μεγάλη Βρετανία.
Το «Ring the Alarm» ακολούθησε ως δεύτερο single, με έναν επιθετικό ήχο που δεν είχε προηγούμενο για γυναίκα τραγουδίστρια στην pop. Ο Swizz Beatz ανέφερε πως δούλεψαν πολύ για να ακούγεται όσο το δυνατόν πιο «ωμό». Αν και ήταν το πρώτο σόλο single της που έμεινε εκτός του top 10, η ομάδα δεν ανησύχησε, καθώς το θεωρούσαν ένα τραγούδι που θα κυριαρχούσε στα clubs.
Η εμπορική πορεία του άλμπουμ εκτοξεύτηκε με το «Irreplaceable». Ο Tor E. Hermansen των Stargate εξήγησε πως η ιδέα ήταν να συνδυάσουν ντραμς σε στυλ hip-hop με ακουστικές κιθάρες, κάτι ριζοσπαστικό για την εποχή. Ο Ne-Yo, που έγραψε τους στίχους, αποκάλυψε πως αρχικά το προόριζε για τον εαυτό του, αλλά ένιωσε πως έπρεπε να το τραγουδήσει γυναίκα.
«Αν το είχα τραγουδήσει εγώ, θα ακουγόταν μισογυνιστικό. Από μία γυναίκα όμως, ακούγεται ενδυναμωτικό», είπε ο Ne-Yo. Η Beyoncé ηχογράφησε τα φωνητικά μόνη της, προσθέτοντας τις δικές της αρμονίες στη γέφυρα, οι οποίες έγιναν το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι του τραγουδιού. Το «Irreplaceable» παρέμεινε στο No. 1 για δέκα εβδομάδες και αναδείχθηκε το κορυφαίο τραγούδι του 2007.
Το «Get Me Bodied» αποτέλεσε το τελευταίο single, με την Beyoncé να αναλαμβάνει ρόλο παραγωγού και ενορχηστρωτή. «Δεν είναι μία εκτελεστική παραγωγός που κοιτάζει από μακριά. Είναι μέσα στο στούντιο με τον μηχανικό ήχου, ελέγχοντας κάθε λεπτομέρεια», ανέφερε η Riddick-Woods. Στο τραγούδι συμμετείχε και η Solange, ενισχύοντας την αίσθηση του πάρτι που διαπερνά όλο τον δίσκο.
Μια ιδιαίτερη στιγμή του άλμπουμ είναι το «Resentment», μία μπαλάντα που αποτίει φόρο τιμής στα ’70s. Ο Walter «Lil Walt» Millsap III θυμάται πως το τραγούδι είχε πουληθεί τέσσερις φορές σε διαφορετικούς καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους και η Victoria Beckham. Όταν όμως το άκουσε η Beyoncé, πρόσθεσε τη δική της πινελιά και τις δικές της διαβαθμίσεις στα φωνητικά, μετατρέποντάς το σε ένα διαχρονικό αγαπημένο των θαυμαστών.
Η οπτική ταυτότητα του «B’Day» ήταν εξίσου σημαντική. Το εξώφυλλο, φωτογραφημένο από τον Max Vadukul στη Νέα Ορλεάνη, παρουσίασε μία Beyoncé πιο ώριμη και κυρίαρχη. Η Fuko Chubachi, υπεύθυνη για την καλλιτεχνική διεύθυνση, ανέφερε πως η τραγουδίστρια ήθελε να τιμήσει τις ρίζες της και να υιοθετήσει ένα στυλ που θύμιζε την Brigitte Bardot.
Ο Vadukul εντυπωσιάστηκε από τη φυσική ομορφιά της και την πειθαρχία της. «Ήταν σχεδόν ζεν, πολύ ήσυχη και απόλυτα συγκεντρωμένη», θυμάται. Η φωτογράφιση έγινε σε έναν βάλτο με αλιγάτορες, σε μία περίοδο που η Νέα Ορλεάνη προσπαθούσε ακόμα να συνέλθει από τον τυφώνα Κατρίνα. Η Beyoncé επέμεινε να χρησιμοποιήσει τοπικές επιχειρήσεις για την παραγωγή, στηρίζοντας την πόλη.
Το «B’Day» έκανε ντεμπούτο στο No. 1 του Billboard 200 με πωλήσεις άνω των 541.000 αντιτύπων την πρώτη εβδομάδα. Η πανταχού παρούσα παρουσία της Beyoncé εκείνη την περίοδο, από τις διαφημίσεις της Pepsi μέχρι τις κινηματογραφικές αφίσες, την κατέστησε ένα πολιτιστικό φαινόμενο που ήταν αδύνατο να αγνοήσεις.
Σήμερα, το άλμπουμ θεωρείται το προσχέδιο για πολλούς νέους καλλιτέχνες της R&B. Ο Mathew Knowles δήλωσε περήφανος για την κόρη του, σημειώνοντας πως το «B’Day» έθεσε τις βάσεις για τη σόλο καριέρα της. «Η Beyoncé έκανε ένα δώρο στους θαυμαστές της και εκείνοι της το επέστρεψαν», κατέληξε.
Είκοσι χρόνια μετά, η ενέργεια του «B’Day» παραμένει αναλλοίωτη. Ήταν η στιγμή που η Beyoncé πήρε ρίσκα, πίεσε τα όριά της και απέδειξε πως η ποιότητα και η σκληρή δουλειά μπορούν να δημιουργήσουν τέχνη που αντέχει στον χρόνο. Όπως ανέφερε και ο Swizz Beatz, το άλμπουμ αυτό αποτελεί πλέον μέτρο σύγκρισης για κάθε επίδοξο καλλιτέχνη.
