Τα χρόνια της Britney Spears μέσα από τα μάτια της κίτρινης δημοσιογραφίας – Μία εποχή που δεν ήταν χρυσή, αλλά σίγουρα αξέχαστη
Ο δημοσιογράφος Jeff Weiss έχει πολλά να πει. Κατά τη διάρκεια μιας ζωηρής συνομιλίας με το Rolling Stone, η κουβέντα του ξεφεύγει από την κλαμπ σκηνή του Λος Άντζελες των αρχών του 2000, περνάει από νουάρ αστυνομικά μυθιστορήματα και καταλήγει στην εποχή του MapQuest, τότε που τύπωνε οδηγίες πριν βγούμε από το σπίτι. Αναφορές στο «Charlie Brown» και το «Twin Peaks» κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά στο επίκεντρο βρίσκεται το νέο του βιβλίο, «Waiting for Britney Spears», που κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου.
Πρόκειται για ένα σχεδόν 400 σελίδων ημι-αυτοβιογραφικό και ημι-μυθοπλαστικό έργο, το οποίο εξερευνά την άνοδο και την πτώση της Britney Spears μέσα από τα μάτια ενός νεαρού, φιλόδοξου και ηθικά διχασμένου ρεπόρτερ ταμπλόιντ.
Το βιβλίο ξεκινά με τα γυρίσματα του «…Baby One More Time» το 1998 και φτάνει μέχρι την επιβολή της δικαστικής κηδεμονίας στην τραγουδίστρια το 2008. Ο Weiss ξεναγεί τον αναγνώστη σε σκηνές γεμάτες ένταση και συναίσθημα: από γάμους με ακατάλληλους άντρες και καταδιώξεις από παπαράτσι, μέχρι τις προσπάθειες της Spears να είναι καλή μητέρα.
Αν και ο συγγραφέας αποφεύγει να αποκαλύψει τι είναι αληθινό και τι φανταστικό, η γάτα που περιγράφεται στο βιβλίο με «γουργουρητά που δεν την έκαναν ιδιαίτερα αγαπητή στις γυναίκες επισκέπτριες» είναι, όπως φαίνεται, από τα πιο ρεαλιστικά στοιχεία.
Η αβεβαιότητα αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Jeff Weiss θέλει να διατηρήσει τη μαγεία του αφηγήματος, αλλά και να αντικατοπτρίσει την ίδια την ταμπλόιντ κουλτούρα που σατιρίζει.
Όπως λέει: «Όλοι θέλουν να μάθουν τι συνέβη στ’ αλήθεια. Πόσο από αυτό είναι αλήθεια; Ζούμε σε έναν κόσμο μετά την αλήθεια, μετά την πραγματικότητα. Και αυτή η ταμπλόιντ ευαισθησία ήταν σαν το καναρίνι στο ανθρακωρυχείο – προμήνυμα του τι θα ακολουθούσε».
Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι μία πιο αθώα εκδοχή του ίδιου του Jeff Weiss, ο οποίος πράγματι εργάστηκε ως ρεπόρτερ ταμπλόιντ μετά το πανεπιστήμιο. Αν και λάτρης της ραπ μουσικής, είχε μία ιδιαίτερη αδυναμία στην Britney Spears.
Όπως και στο βιβλίο, έτσι και στην πραγματικότητα συνεργάστηκε με έναν Βρετανό παπαράτσι, τον Mel Bouzad, που στο βιβλίο εμφανίζεται ως Oliver. Η συγγραφή του βιβλίου τούς έφερε ξανά κοντά, με τον Bouzad να δανείζει τη χαρακτηριστική εργατική λονδρέζικη προφορά του στην ηχογράφηση του audiobook.
Ο Weiss επισημαίνει ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τη Spears με συμπάθεια.
Ακόμα και τότε, ένιωθε ότι τα περιοδικά στα οποία εργαζόταν εκμεταλλεύονταν όχι μόνο τις διασημότητες, αλλά και τους ίδιους τους δημοσιογράφους. Θυμάται χαρακτηριστικά ένα περιστατικό με τον Bob Saget, ο οποίος εξοργίστηκε για ένα άρθρο σχετικά με τη Mary-Kate Olsen και του είπε: «Πες τους ότι ο Bob Saget λέει να πάνε να γ*** με ένα σκουριασμένο ροζ δονητή». Ο Weiss κατανοεί την αντίδρασή του: «Από τη δική του σκοπιά, ήταν ο ήρωας της υπόθεσης. Υπερασπιζόταν ανθρώπους που αγαπούσε».
Η εμπειρία του με τα ταμπλόιντ δεν ήταν μόνο ηθικά αμφιλεγόμενη, αλλά και επικίνδυνη. Το 2005 συνελήφθη –αν και δεν κατηγορήθηκε– όταν εισέβαλε στην ιδιοκτησία του Brad Pitt στο Μαλιμπού για λογαριασμό του People, προσπαθώντας να επιβεβαιώσει τη σχέση του με την Angelina Jolie. «Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου», λέει. «Ένιωθα ότι ήμουν το χειρότερο άτομο στον πλανήτη, αλλά και ότι το People ήταν απαίσιο που με έβαλε σε αυτή τη θέση».
Η ιδέα για το βιβλίο δεν είναι πρόσφατη. Ο Jeff Weiss το σκεφτόταν για σχεδόν δύο δεκαετίες. Όταν του έθεσαν το ερώτημα «ποιος είσαι εσύ για να πεις αυτή την ιστορία;», απάντησε: «Έζησα σε αυτόν τον κόσμο».
Επηρεασμένος από έργα όπως το «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Waiting for Godot) του Samuel Beckett και το «Fear and Loathing in Las Vegas» του Hunter S. Thompson, ο Weiss ήθελε να δημιουργήσει κάτι που να ισορροπεί ανάμεσα στη μυθοπλασία και την αλήθεια. Αστειεύεται ότι αυτό είναι το δικό του «Slaughterhouse-Five», με τη «βομβιστική επίθεση της Δρέσδης» να είναι η δική του εμπειρία στα ταμπλόιντ.
Για να γράψει το βιβλίο, ξαναδιάβασε τα παλιά του ημερολόγια και άρθρα, ενώ αγόρασε παλιά τεύχη ταμπλόιντ από το eBay, ξοδεύοντας χιλιάδες δολάρια για να βρει «τυφλά» κουτσομπολιά που δεν υπάρχουν πια στο διαδίκτυο. «Είμαι ο μεγαλύτερος συλλέκτης ταμπλόιντ από το ’03 μέχρι το ’07», λέει. «Και ναι, ήταν εξαιρετικά μοχθηρά. Αποτρόπαια. Χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας ή ανθρωπιάς».
Μέσα από αυτή την αναδρομή, έκανε και κάποιες ανησυχητικές ανακαλύψεις. «Με εξέπληξε πόσο παρών ήταν ο Trump στα ταμπλόιντ. Ήταν σαν να γινόταν ένα είδος “ξέπλυμα” της εικόνας του ως μεγάλου επιχειρηματία».
Παρά το υλικό του, το βιβλίο δεν είναι εκμεταλλευτικό. Η αγάπη και ο σεβασμός του Jeff Weiss για την Britney Spears είναι εμφανή. Ήταν παρών στο δικαστήριο όταν εκείνη μίλησε για πρώτη φορά δημόσια για την επιτροπεία της, το 2021. «Δεν ήθελα να φανώ υπεροπτικός απέναντί της», λέει.
Στο τέλος, οι πραγματικοί «κακοί» του βιβλίου είναι τα ίδια τα ταμπλόιντ, τα οποία τελικά καταστρέφονται από τις ίδιες τους τις πρακτικές. «Κανιβαλίσαμε τους εαυτούς μας», λέει ο Oliver στο τέλος της αφήγησης. «Ποντίκια σε ένα καταραμένο βαρέλι… Στο τέλος, θα είναι απλοί άγνωστοι που θα τραβούν φωτογραφίες διάσημων στον δρόμο, ή οι ίδιοι οι σταρ θα στήνουν ψεύτικα σκηνικά για να τα ανεβάζουν μόνοι τους. Κόβοντας τον μεσάζοντα».
Αν και πρόκειται για μυθοπλαστική διατύπωση, είναι μία συζήτηση που ο Weiss θυμάται πολύ καλά ότι είχε με τον Bouzad. «Για 15-20 χρόνια, αυτά τα λόγια αντηχούσαν στο μυαλό μου». Ο μεσάζων έχει πλέον κοπεί. Είμαστε όλοι ταυτόχρονα οι συγγραφείς των ταμπλόιντ και το υλικό τους. Η ιδιωτικότητα είναι ανάμνηση και η ζωή μας μία παράσταση.
«Τόσα πολλά βασίζονται σε μία ασταθή, αμφίβολη ηθική», λέει ο Weiss. «Ζούμε σε έναν κόσμο που είναι εμμονικός με την ηθική – αλλά ταυτόχρονα εντελώς ανήθικος».
