Μια αναμέτρηση με φόντο το τένις, τη μουσική και την πολιτική – Ο Bruce Springsteen και ο Donald Trump βρέθηκαν στο ίδιο γήπεδο
Δεν ήταν απλώς ένας τελικός τένις στη Νέα Υόρκη. Ήταν η Κυριακή που ο Bruce Springsteen και ο Donald Trump βρέθηκαν για πρώτη φορά στον ίδιο χώρο έπειτα από μία δημόσια και δηλητηριώδη κόντρα που σημάδεψε το καλοκαίρι.
Επί σκηνής όμως δεν υπήρχε κιθάρα ή προεκλογικό βήμα, αλλά το Arthur Ashe Stadium, στο οποίο διασταυρώθηκαν τυχαία δύο από τις πιο εμβληματικές –και αντιθετικές– προσωπικότητες της αμερικανικής κουλτούρας.
Ο τελικός ανάμεσα στον Carlos Alcaraz και τον Jannik Sinner καθυστέρησε σχεδόν μισή ώρα. Ο λόγος; Τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας γύρω από την άφιξη του Trump.
Το κοινό, αναγκασμένο να περάσει από σχολαστικό έλεγχο, γέμισε το γήπεδο αργότερα απ’ ό,τι συνήθως, ενώ η άφιξη του Αμερικανού προέδρου δεν πέρασε απαρατήρητη: αποδοκιμασίες, ένταση και μία ατμόσφαιρα που έμοιαζε να ανήκει περισσότερο σε πολιτικό συλλαλητήριο παρά σε αθλητικό γεγονός.
Κι εκεί που οι κάμερες γύρισαν στο κοινό για πιο φωτεινές εικόνες, εμφανίστηκε ο Bruce Springsteen. Χαμογελαστός, σε μία γωνιά γεμάτη διασημότητες όπως ο Sting και ο Ben Stiller, έδωσε στον φακό μία στιγμή πιο «ροκ» και ανθρώπινη, σαν να ήθελε να σπάσει τον πάγο της βαριάς ατμόσφαιρας.
Η κόντρα μεταξύ του «The Boss» και του Αμερικανού προέδρου δεν είναι πρόσφατη. Ο Springsteen, από την πρώτη κιόλας υποψηφιότητα του Trump το 2015, ήταν από τους πιο ανοιχτούς επικριτές του.
Όμως, η πραγματική σύγκρουση ξέσπασε φέτος όταν, στην έναρξη της ευρωπαϊκής του περιοδείας, ο Springsteen σταμάτησε τη συναυλία του για να χαρακτηρίσει τη διακυβέρνηση Trump «διεφθαρμένη, ανίκανη και προδοτική».
Η αντίδραση του Donald Trump ήρθε με τον γνώριμο του τρόπο: μέσα από αλλεπάλληλες εκρήξεις στο Truth Social.
Αρχικά, ο Trump έγραψε στο Truth Social: «Ο Springsteen είναι “χαζός σαν πέτρα” και δεν μπορούσε να δει τι συνέβαινε, ή μήπως μπορούσε (που είναι ακόμα χειρότερο!); Αυτό το ξεραμένο “δαμάσκηνο” της ροκ (το δέρμα του είναι όλο ατροφικό!) καλύτερα να κλείσει το στόμα του μέχρι να επιστρέψει στη χώρα. Αυτό είναι απλά “σύνηθες μενού”. Τότε θα δούμε πώς θα πάνε τα πράγματα γι’ αυτόν!».
Κι επειδή η ειρωνεία δεν ήταν αρκετή, λίγες μέρες μετά προχώρησε σε μία ακόμα διαδικτυακή επίθεση, αυτή τη φορά ανακατεύοντας πρόσωπα όπως η Kamala Harris, η Beyoncé, ο Bono και η Oprah.
«Πόσα πλήρωσε η Kamala Harris τον Bruce Springsteen για την κακή του εμφάνιση στην προεκλογική της εκστρατεία; Γιατί δέχτηκε αυτά τα χρήματα αν είναι τόσο θαυμαστής της; Δεν πρόκειται για μία τεράστια και παράνομη προεκλογική δωρεά; Τι γίνεται με την Beyoncé; …Και πόσα πήγαν στην Oprah ή και στον Bono;;;», ανέφερε.
«Θα καλέσω για μία μεγάλη έρευνα πάνω σε αυτό το ζήτημα. Οι υποψήφιοι δεν επιτρέπεται να πληρώνουν για υποστηρίξεις, κάτι που η Kamala έκανε, με το πρόσχημα ότι πληρώνει για “ψυχαγωγία”», συμπλήρωσε.
Όπως ήταν φυσικό, οι αντιδράσεις δεν περιορίστηκαν στον ίδιο τον Bruce Springsteen. Η rock κοινότητα στάθηκε στο πλευρό του με εμφανή πείσμα.
Ο Neil Young, οι Pearl Jam, ο Bono και άλλοι καλλιτέχνες εξέφρασαν δημόσια τη στήριξή τους, στέλνοντας ένα μήνυμα ενότητας απέναντι σε ό,τι εξέλαβαν ως χτύπημα όχι μόνο σε έναν συνάδελφο, αλλά και σε βασικές αρχές καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Η στιγμή του U.S. Open, όπου οι δύο «εχθροί» μοιράστηκαν έστω και άθελά τους τον ίδιο αέρα, λειτουργεί σαν μικρογραφία της αμερικανικής πραγματικότητας.
Από τη μία, ένας καλλιτέχνης που τραγουδά για τα όνειρα και τις πληγές μίας χώρας. Από την άλλη, ένας πολιτικός που εξακολουθεί να διχάζει το εκλογικό σώμα με κάθε του λέξη. Κι ανάμεσά τους, ένα πλήθος που ήρθε για το τένις, αλλά κατέληξε να παρακολουθεί μία ακόμη σκηνή από το απρόβλεπτο αμερικανικό δράμα.
Σε τελική ανάλυση, καμία προεκλογική συγκέντρωση, κανένα forehand, ούτε καν μία μπάλα σε match point δεν κατάφερε να επισκιάσει το γεγονός ότι δύο αντίθετες Αμερικές μοιράστηκαν για λίγες ώρες το ίδιο γήπεδο.
Ένα περιστατικό που έδειξε, σχεδόν κυνικά, πως στη χώρα του rock and roll και των πολιτικών των reality όλα είναι αλληλένδετα: η πολιτική εισχωρεί στον αθλητισμό, το θέαμα εισβάλει στην πολιτική, και ο θόρυβος σπάνια αφήνει χώρο για σιωπή.
