Ένας νεαρός τραγουδοποιός από το Asbury Park αρνήθηκε να γίνει «ο επόμενος Dylan» και διάλεξε τον δύσκολο δρόμο της ταυτότητας.
Στην υγρασία της παραλιακής πολιτείας, σ’ ένα Asbury Park που μύριζε αλάτι, καλοκαίρι και αμφιβολία, ένας νέος με κιθάρα και τετράδιο κυνηγούσε κάτι που δεν είχε ακόμη όνομα.
Η μουσική τον είχε ήδη κατακτήσει από τους Beatles και τους Rolling Stones, μα εκείνο που έψαχνε δεν ήταν απλώς ρυθμός ή μελωδία. Ήταν το αίσθημα της αποκάλυψης, η στιγμή που ένα τραγούδι δεν σε διασκεδάζει μόνο, αλλά σε κοιτάζει κατάματα και σου λέει ποιος είσαι.
Ο Bruce Springsteen θα παραδεχτεί αργότερα: «Θέλω οι άνθρωποι να ζήσουν με έναν δίσκο μου αυτό που έζησα εγώ ακούγοντας το “Highway 61 Revisited”. Να τους αποκαλυφθεί κάτι θεμελιώδες και αληθινό, να τους δώσει μία θέα του κόσμου τους, της χώρας, της πόλης, των γειτόνων, της οικογένειάς τους».
Η πρόθεση ήταν ένα είδος όρκου: να γράφει όχι για να εντυπωσιάζει, αλλά για να φωτίζει.Δεκαετίες αργότερα, σε μία άλλη ακτή και άλλη εποχή, οι Soundgarden θα αποδείκνυαν πόσο κερδοφόρο –και επικίνδυνα δελεαστικό– μπορεί να γίνει το παιχνίδι του τραγουδοποιού.
Όταν ο Chris Cornell άγγιξε τον πιο εσωτερικό, αφηγηματικό του εαυτό, γεννήθηκε το «Black Hole Sun» και, με αυτό, μία από εκείνες τις άτυπες συμφωνίες με το συλλογικό αίσθημα που βαφτίζονται κλασικές.
«Ήταν αναμφίβολα η μεγαλύτερη επιτυχία μας… πιο τραγουδοποιητικό», παραδέχτηκε ο Kim Thayil, αναγνωρίζοντας πως η μπάντα άρχισε να αγγίζει πιο φωνηκεντρικά, λιγότερο κιθαριστικά τοπία.
Δεν ήταν τυχαίο: η δύναμη του τραγουδοποιού κρύβεται στην αμεσότητα της εξομολόγησης, στη λεπτή γραμμή όπου ένας άνθρωπος μιλά για πολλούς.
Ο πρώτος που έδειξε με αποφασιστικότητα αυτή τη γραμμή, όμως, δεν ήταν της δεκαετίας του ’90. Ο Bob Dylan τη χάραξε πολύ νωρίτερα, με τραγούδια που δεν περιέγραφαν απλώς τον κόσμο, τον στοχάζονταν. Ο λόγος του ήταν σαν καθρέφτης και σαν προφητεία μαζί. Δεν είναι περίεργο που ο νεαρός Springsteen, πατώντας ανάμεσα στο rock και στο μπλουζ, προσγειώθηκε αρχικά σ’ αυτή τη γη.
Με το παρθενικό άλμπουμ του, το «Greetings from Asbury Park, N.J.», παρέδωσε ένα σύμπαν από εικόνες δρόμου, χαρακτήρες της γειτονιάς, βραδιές και θέλω, όπου το νήμα της επιρροής του Dylan ήταν ορατό. Τόσο, που πολλοί άκουσαν στον ρυθμό του τη φωνή ενός ακόμα «νέου Dylan».
Ο ίδιος ο Springsteen, με την ειλικρίνεια που τον διακρίνει στα απομνημονεύματα και στις σποραδικές εξομολογήσεις του, θα αναστοχαστεί πως ίσως εκείνη η ομοιότητα να ήταν και το εισιτήριο για την πόρτα της μεγάλης δισκογραφικής.
«Τα αποθέματα των τραγουδοποιών βρίσκονταν τότε ψηλά», θα πει, θυμίζοντας μία εποχή που τα charts είχαν γεμίσει με ονόματα όπως ο James Taylor.
Η Columbia Records προσεταιριζόταν νεαρούς με κιθάρες και μεγάλες προσδοκίες – μαζί του υπέγραφαν συμβόλαιο ο Elliott Murphy, ο John Prine, ο Loudon Wainwright. Όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βάλθηκαν να γεμίσουν μία θέση που, κατά βάθος, δεν γέμιζε: αυτή του Dylan.
Σ’ εκείνη την πρώτη ευφορία επιβεβαίωσης κρύβεται, συχνά, και το πρώτο υπαρξιακό ρήγμα. Πόσο μπορεί να αντέξει ένας καλλιτέχνης να τον συστήνουν ως «τον επόμενο» κάποιου άλλου; Πόσο διαρκεί μία καριέρα που πατάει στα αποτυπώματα ενός προδρόμου;
Ο Springsteen άκουσε τις συγκρίσεις, τις αποδέχτηκε ως σήμα μιας τίμιας επιρροής, αλλά πήρε μία απόφαση που μοιάζει σήμερα με πράξη αυτοπροστασίας: «Δεν ξανάγραψα ποτέ ολοκληρωτικά μ’ εκείνο το ύφος», έχει ομολογήσει. «Μόλις κυκλοφόρησε ο δίσκος και άκουσε τις συγκρίσεις με τον Dylan, απομακρύνθηκα. Έστριψα αλλού».
Η στροφή του δεν ήταν μία διστακτική αποκήρυξη, μα ένα ήσυχο, σταθερό ξετύλιγμα μιας φωνής που ήθελε να σταθεί στα πόδια της. Η μετάβαση από τον μύθο του «νέου Dylan» στον δικό του μικρόκοσμο έγινε με την εσωτερική συνέπεια ενός ανθρώπου που ξέρει πως οι πρώτες του λέξεις ξεπήδησαν από έναν χώρο αδάμαστο, σχεδόν μυστικό:
«Οι στίχοι και το πνεύμα του “Greetings” ξεπήδησαν από μία ανεπιτήδευτη θέση», λέει. «Στην αρχή γράφεις χωρίς καμιά βεβαιότητα ότι θα σε ακούσει κανείς. Ως τότε είναι μόνο εσύ και η μουσική σου. Αυτό συμβαίνει μόνο μία φορά».
Είναι η ίδια, γυμνή κατάσταση στην οποία αναγνωρίζουν τον εαυτό τους όσοι κάποτε τόλμησαν να εκτεθούν: η αλήθεια πριν την αγορά, πριν τις ταμπέλες, πριν τη σύγκριση. Σε αυτό το σταυροδρόμι συναντιούνται, χωρίς να το ξέρουν, οι Soundgarden των ’90s και ο Springsteen των ’70s: δείχνουν και οι δύο προς τη δύναμη –και τον κίνδυνο– του τραγουδοποιού.
Από τη μία, το είδος υπόσχεται κοινό, αναγνώριση, σπάνια σύνδεση. Από την άλλη, απειλεί με ομοιομορφία, με εύκολη ταύτιση, με τον μόνιμο πειρασμό να μοιάσεις με εκείνον που νίκησε πρώτος.
Ο Bruce Springsteen επέλεξε την πιο δύσκολη λύση: να θυμηθεί γιατί ξεκίνησε. Να σταθεί εκεί όπου η ιστορία που θέλεις να πεις είναι σημαντικότερη από τον τρόπο που θα σε συστήσουν. Να ψάξει, πέρα από την ακριβή σμίλευση της λέξης, τον παλμό μιας μπάντας, την ανάσα μιας πόλης, τη λαϊκή λειτουργία μίας συναυλίας που είναι ταυτόχρονα γιορτή και εξομολόγηση.
Η επιλογή αυτή δεν ήταν εξαγνισμός από μία επιρροή – κανείς δεν αποκηρύσσει τον Dylan και παραμένει ειλικρινής. Ήταν αποθέωση της επιρροής: την κράτησε ως φλόγα και όχι ως καλούπι.
Ο Springsteen αγάπησε τον Dylan γιατί τον μύησε στην ιδέα ότι ένα τραγούδι μπορεί να είναι παρατήρηση του κόσμου. Μα αγάπησε εξίσου και την ανώνυμη Αμερική, τα τρίσβαθα της εργατικής ζωής, τα αυτοκίνητα στη νύχτα, τους ήρωες και τις ήττες της καθημερινότητας. Εκεί, στο σταυροδρόμι της μεγάλης ποίησης και της λαϊκής τελετουργίας, βρήκε τη δική του ακρίβεια.
Οι εταιρείες θα συνεχίσουν πάντα να αναζητούν «τον επόμενο» κάποιου μεγάλου. Είναι ο τρόπος που η αγορά επινοεί σιγουριά. Οι καλλιτέχνες, όμως, που αντέχουν στο χρόνο καταλαβαίνουν πως ο πραγματικός ανταγωνισμός δεν είναι με τους συγχρόνους ή τους προδρόμους, αλλά με το ίδιο το θάρρος τους. Να πουν ένα «όχι» στην άνεση του μιμητισμού. Να πουν ένα «ναι» στο tremolo της αμφιβολίας. Να διαλέξουν την ηθική της φωνής αντί για την οικονομία της ταμπέλας.
Κι αν κάτι μένει από εκείνο το πρώτο χάρτινο ταχυδρομικό δελτάριο που ονόμασε «Greetings from Asbury Park, N.J.», δεν είναι οι συγκρίσεις, αλλά το βλέμμα: ο νεαρός που κοιτά έξω από το παράθυρο και βλέπει όχι μόνο τον δρόμο, αλλά τις ιστορίες που στριμώχνονται πάνω του.
Αργότερα θα τις πει με περισσότερα όργανα, με ευρύτερες χειρονομίες, με τη συλλογικότητα μιας μπάντας που έμοιαζε να ξέρει το αίμα και τον ιδρώτα του κοινού της. Μα η πυξίδα είχε ήδη οριστεί. Έβλεπε την Αμερική όχι ως φόντο, αλλά ως πρόσωπο, όχι ως σκηνικό, αλλά ως συνομιλητή.
Αυτό ακριβώς κάνει τον Bruce Springsteen ξεχωριστό μέσα στον αστερισμό των «τραγουδοποιών»: δεν φοβήθηκε να αναγνωρίσει το βάρος της επιρροής, ούτε να αποτραβηχτεί από τη σκιά της. Όταν άκουσε την ομοιότητα με τον Dylan, δεν θύμωσε, απλώς, «έστριψε αλλού». Σ’ εκείνη τη μικρή χειρονομία κατοικεί η μεγάλη απόφαση: ο καλλιτέχνης που προτιμά να είναι ο πρώτος εαυτός του, αντί για οτιδήποτε δεύτερο.
Και κάπως έτσι, η υπόσχεση του «Highway 61 Revisited» –να δώσει σε κάποιον μία θέα του κόσμου του– έγινε η δέσμευση του Springsteen προς εμάς. Όχι να μας δείξει τον κόσμο όπως τον είδε ο Dylan, αλλά όπως τον βίωσε ο ίδιος: ανοιχτό, σύνθετο, ανθρώπινο, με τα φώτα της πόλης να τρεμοπαίζουν σαν ρυθμός που σε αφορά προσωπικά.
Στο τέλος, αυτό είναι το δώρο του τραγουδοποιού όταν γίνεται αληθινός. Δεν μας χαρίζει μόνο τραγούδια, μας ξανασυστήνει στον εαυτό μας. Και ο Bruce Springsteen, απομακρυνόμενος συνειδητά από τον Dylan, δεν έφυγε από μία παράδοση. Περπάτησε μέσα της μέχρι να φτάσει στο δικό του κέντρο. Εκεί όπου η επιρροή δεν είναι μίμηση, αλλά καταγωγή. Εκεί όπου, ακούγοντας μία φωνή, ακούς και τη δική σου.
