Αφήνοντας πίσω την εκκωφαντική ένταση του «Brat», η Charli XCX βυθίζεται στον ρομαντισμό του «Ανεμοδαρμένα Ύψη», παραδίδοντας ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στον βιομηχανικό θόρυβο και την απόλυτη ευαλωτότητα.
Για μία στιγμή, η Charli XCX έμοιαζε να έχει χάσει τον προσανατολισμό της μέσα στην ίδια της την επιτυχία. Το «Brat» εξελίχθηκε σε ένα διεθνές φαινόμενο με τρόπο που κανείς δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει, με εκείνο το χαρακτηριστικό lime green εξώφυλλο να αφήνει το αποτύπωμά του σε κάθε πτυχή της σύγχρονης αισθητικής.
Καθώς η σκιά του κάλυπτε τα πάντα γύρω της —με έναν κώδικα που κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει πλήρως, αλλά όλοι ένιωθαν τι σηματοδοτούσε— η ίδια η Βρετανίδα καλλιτέχνιδα παραδέχτηκε πως ένιωθε ένα δέος μπροστά στο επόμενο βήμα της. Η πρόκληση ήταν τεράστια: πώς συνεχίζεις μετά από έναν θρίαμβο που σημάδεψε την εποχή του;
Η απάντηση ήρθε με το soundtrack του «Ανεμοδαρμένα Ύψη» (Wuthering Heights), έναν δίσκο που εντυπωσιάζει με το πόσο φυσικός, αβίαστος και ιδιαίτερος ακούγεται. Η νέα αυτή δουλειά στέκεται αυτόνομα, μακριά από τη λογική του προκατόχου της. Αποτελεί κάτι πολύ βαθύτερο από μία σπασμωδική αντίδραση στη φρενίτιδα του «Brat». Είναι η στιγμή που μία από τις πιο καθοριστικές φωνές της γενιάς μας στρέφεται ξανά προς τα μέσα, εξερευνώντας παραμελημένες και συχνά πιο σκοτεινές διαδρομές της δημιουργικής της ταυτότητας, παράγοντας τέχνη με ουσιαστικό βάρος και αξία.
Η αρχή έγινε με ένα απρόσμενο μήνυμα από τη σκηνοθέτιδα Emerald Fennell, η οποία υπογράφει τη νέα κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού έργου της Emily Brontë. Η Charli XCX ανέλαβε την αποστολή να δημιουργήσει μία μουσική που θα ήταν «πρωτόγονη, άγρια, σεξουαλική, γοτθική, βρετανική, βασανισμένη και γεμάτο με πραγματικές προτάσεις, στίξη και γραμματική».
Πρόσφατα, η ίδια χαρακτήρισε το άλμπουμ ως «αδελφάκι» του δίσκου «True Romance» του 2013, εκείνης της δουλειάς που πάντρευε την electro-pop με την αισθητική της Siouxsie Sioux.
Οι υποσχέσεις αυτές τηρούνται στο έπακρο. Το «Wuthering Heights» φλερτάρει σε στιγμές με τα επίπεδα βιομηχανικής παραμόρφωσης των Nine Inch Nails, προσφέροντας ένα αυτοτελές σύμπαν, γεμάτο από το είδος του καλλιτεχνικού ρίσκου που η Charli XCX έχει μάθει να υπηρετεί πιστά εδώ και χρόνια.
Το πρώτο κομμάτι «House», το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο δείγμα της δουλειάς, στήνει το σκηνικό με μεταλλικούς ηλεκτρονικούς ήχους και νευρικά έγχορδα, πάνω στα οποία ακούγεται μία απαγγελία του John Cale των The Velvet Underground. Η ηδονή συναντά τον πόνο και η παραμόρφωση τη μελωδία, ενώ κάπου μέσα στο ηφαιστειακό φινάλε, η καλλιτέχνιδα κάνει την εμφάνισή της.
Παρά τον πειραματικό του χαρακτήρα, ο δίσκος διατηρεί μία άμεση σύνδεση με τη γραφή της Charli XCX. Το τραγούδι «Wall Of Sound» είναι μία υπέροχη, λόγια και γεμάτη αυτοπεποίθηση κατασκευή. Στο «Dying For You», η ενέργεια των rave πάρτι επιστρέφει, με τον σταθερό παλμό να εξυψώνει μία ορμή λέξεων: «από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, του έβαζα φωτιά». Είναι μία στιγμή που η μουσική μοιάζει να μεταφέρεται σε ένα υψηλότερο επίπεδο συναισθηματικής έντασης.
Το αέρινο «Always Everywhere» μοιάζει πλασμένο για τη μεγάλη οθόνη, γεμάτο με εικόνες που σε απορροφούν πλήρως. Το «Chains Of Love» προσφέρει μία συγκλονιστική ερμηνεία, ένα είδος μελοδράματος του 25ου αιώνα που επαναπροσδιορίζεται για να ταιριάξει στον βικτοριανό γοτθισμό του οράματος της Emily Brontë.
Αν και η ταινία είναι μία διεστραμμένη ιστορία πόθου και αγάπης, το άλμπουμ συχνά ξεπερνά αυτά τα όρια. «Με βγάζεις από τον εαυτό μου / Ποια είμαι…;» αναρωτιέται στο «Out Of Myself», βρίσκοντας τον χώρο να εξερευνήσει την ταυτότητά της κάτω από το βάρος της δημοσιότητας, σε μία εσωτερική αναζήτηση όπου η ίδια η τραγουδοποιία γίνεται ο εραστής της.
Το soundtrack του «Wuthering Heights» γνωρίζει πότε πρέπει να είναι άμεσο. Η απόκοσμη φωνή στο «Open Up», τα κοφτά τσέλο στο «Seeing Things» ή το θείο «My Reminder» εκθέτουν τα πάντα στο φως, χωρίς περιστροφές.
Όπως συμβαίνει πάντα με την Charli XCX, η ίδια νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δίνει βήμα και σε άλλες φωνές. Η επιστροφή της Sky Ferreira στο «Eyes Of The World» αποτελεί μία κορυφαία στιγμή, ένα εκπληκτικό ντουέτο ανάμεσα σε δύο γυναίκες που καθόρισαν τη σύγχρονη μουσική. Το κλείσιμο με το «Funny Mouth», όπου τα synths της εισαγωγής μοιάζουν να κλείνουν το μάτι στο μουσικό θέμα του Twin Peaks από τον Badalamenti, δημιουργήθηκε σε συνεργασία με τον Joe Keery. Η εποχή «Djorli», όπως την ονόμασε η ίδια, αναδεικνύει διαφορετικές πτυχές και στους δύο δημιουργούς.
Με διάρκεια μόλις 35 λεπτά, θα μπορούσε κανείς να δει το soundrtrack του «Ανεμοδαρμένα Ύψη» ως μία άσκηση ύφους για να αποδεσμευτεί η Charli XCX οριστικά από την εποχή του «Brat». Ωστόσο, η ίδια η μουσική είναι πολύ πιο ανταποδοτική από όσο επιτρέπει ένας τέτοιος ορισμός.
Άλλοτε πανέμορφος και άλλοτε σκόπιμα γκροτέσκο, ο δίσκος προσφέρει μία σειρά από σκοτεινές γοτθικές φαντασιώσεις που κατοικούν σε ένα μεταβατικό πεδίο. Πρόκειται για μία επανεκκίνηση, αλλά ταυτόχρονα και για έναν κινηματογραφικό θρίαμβο που επιβεβαιώνει την καλλιτεχνική ωριμότητά της.
