Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της άλμπουμ «CiCi», η Ciara ανοίγει την καρδιά της για τη διαρκή υποτίμηση από τα Grammy και το «σνομπάρισμα» ενός διαχρονικού κλασικού τραγουδιού.
Στο λαμπερό στερέωμα της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας, η υστεροφημία ενός καλλιτέχνη συχνά προσκρούει στους θεσμούς που οφείλουν να την αναγνωρίσουν. Για την Ciara, μία καλλιτέχνιδα που επαναπροσδιόρισε τον ήχο της R& B κατά την πρώτη δεκαετία των ’00s, η σχέση με τα Βραβεία Grammy παραμένει μία πικρή ιστορία ανεκπλήρωτης αναγνώρισης.
Παρά το γεγονός ότι το πρώτο άλμπουμ της, «Goodies», θεωρείται ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της σύγχρονης μαύρης μουσικής, γεμάτο από singles που καθόρισαν μία ολόκληρη γενιά, η Ακαδημία φαίνεται να τηρεί μία ακατανόητη απόσταση.
Η πρόσφατη εξομολόγησή της στο «The Zeze Millz Show» δεν ήταν απλώς μία έκφραση παραπόνου, αλλά μία βαθιά ανάλυση για το πώς το σύστημα συχνά αποτυγχάνει να αφουγκραστεί την πραγματική πολιτισμική επίδραση της μουσικής.
Η Ciara, προωθώντας τη νέα της δισκογραφική δουλειά με τίτλο «CiCi», αναφέρθηκε με ειλικρίνεια στην απογοήτευση που ένιωσε το 2013, όταν το εμβληματικό «Body Party» αγνοήθηκε παντελώς από τις υποψηφιότητες των Grammy.
Για την ίδια, αλλά και για τους κριτικούς της εποχής, το συγκεκριμένο τραγούδι δεν ήταν απλώς μία εμπορική επιτυχία, αλλά ήταν το κομμάτι που αναζωογόνησε το είδος της R& B σε μία περίοδο που η επιρροή του άρχιζε να φθίνει.
Παρά τις πέντε συνολικά υποψηφιότητες που έχει συγκεντρώσει στην καριέρα της και το μοναδικό της βραβείο για το «Lose Control» με τη Missy Elliott και τον Fatman Scoop —το οποίο μάλιστα αφορούσε την κατηγορία του Καλύτερου Μουσικού Βίντεο Μικρού Μήκους και όχι το ίδιο το τραγούδι — η Ciara αισθάνεται πως η ουσία του έργου της παραμένει στο περιθώριο των θεσμικών τιμών.
«Είχα κυριολεκτικά ένα R& B τραγούδι που βρέθηκε στο νούμερο ένα των charts, σωστά; Και αυτό το τραγούδι ήταν κυρίαρχο στην urban pop κουλτούρα. Μιλάω για το “Body Party”, εντάξει; Ήταν ένα πραγματικά μεγάλο κομμάτι», δήλωσε στη Zeze Millz.
Η απογοήτευσή της πηγάζει από την πεποίθηση ότι το τραγούδι πληρούσε κάθε προδιαγραφή αριστείας που θέτει η βιομηχανία.
«Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα όπου λες: “Εντάξει, κυριολεκτικά τσέκαρα κάθε κουτάκι”. Αυτός είναι ο απόλυτος στόχος, έτσι δεν είναι; Και είναι ευλογία όταν καταφέρνεις να ικανοποιήσεις όλες τις προϋποθέσεις σε μία κυκλοφορία».
Όταν ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες εκείνη τη χρονιά και το όνομά της έλειπε, η Ciara άρχισε να αμφισβητεί την ίδια τη διαδικασία επιλογής της Ακαδημίας.
Η απορία της παραμένει επίκαιρη: Τι χρειάζεται τελικά για να κερδίσει κανείς ένα Grammy στις μέρες μας;
«Εκείνη τη στιγμή, ας πούμε ότι δεν παίρνεις υποψηφιότητα —ούτε καν μία υποψηφιότητα— λες: “Μισό λεπτό, τι;”. Σαν να λες: “Βοηθήστε με να καταλάβω. Τι άλλο πρέπει να κάνω;”», εξομολογείται η τραγουδίστρια του «1, 2 Step».
Η αίσθηση της αδικίας εντείνεται από το γεγονός ότι τραγούδια όπως το «Promise» ή το «Goodies» παραμένουν αξεπέραστα στην ιστορία της R& B, χωρίς ωστόσο να έχουν λάβει την αναγνώριση που τους αναλογούσαν από το κατεστημένο.
Η αλήθεια πίσω από το «σνομπάρισμα» του «Body Party», ωστόσο, κρύβεται σε μία τεχνική λεπτομέρεια που αναδεικνύει την ακαμψία των τότε κανονισμών.
Σύμφωνα με αναφορές του περιοδικού The Source, το τραγούδι αποκλείστηκε από τη διαδικασία των Grammy λόγω μιας συγκεκριμένης επιλογής στην παραγωγή: η Ciara και ο παραγωγός της χρησιμοποίησαν ένα sample από το «My Boo» των Ghost Town DJs.
Εκείνη την εποχή, η Ακαδημία Ηχογράφησης είχε θεσπίσει αυστηρούς περιορισμούς που καθιστούσαν μη επιλέξιμα τα τραγούδια με εκτεταμένη χρήση samples.
Η ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι αυτός ο περιορισμός άρθηκε λίγο αργότερα, επιτρέποντας σε μεταγενέστερες επιτυχίες που βασίζονταν σε samples να διεκδικήσουν και να κερδίσουν το χρυσό γραμμόφωνο.
Η περίπτωση της Ciara αποτελεί μία τρανή απόδειξη των τυφλών σημείων της μουσικής βιομηχανίας.
Παρά την αδιαμφισβήτητη συνεισφορά της στην εξέλιξη της pop και της R& B, η ίδια καλείται συχνά να αποδείξει την αξία της σε μία αρένα που μοιάζει να αλλάζει τους κανόνες εις βάρος της.
Ωστόσο, η κυκλοφορία του «CiCi» δείχνει πως η καλλιτέχνιδα δεν πτοείται. Η φωνή της, πιο ώριμη από ποτέ, συνεχίζει να αντηχεί με την ίδια αυτοπεποίθηση που την έκανε παγκόσμιο είδωλο, υπενθυμίζοντας στην Ακαδημία Ηχογράφησης —και σε όλους εμάς— πως η πραγματική επιτυχία δεν μετριέται πάντα με βραβεία, αλλά με τη διάρκεια της μουσικής στις καρδιές του κοινού.
Κλείνοντας τη συνέντευξή της, η Ciara άφησε να εννοηθεί πως, παρά την πικρία του παρελθόντος, το βλέμμα της παραμένει στραμμένο στο μέλλον.
Η αναγνώριση του «Body Party» ως ενός σύγχρονου κλασικού τραγουδιού από την ίδια την κουλτούρα είναι ίσως το μεγαλύτερο βραβείο που θα μπορούσε να λάβει. Σε έναν κόσμο που συχνά προτιμά τα νούμερα από την ουσία, η Ciara επιμένει να διεκδικεί τον χώρο της με όρους αυθεντικότητας.
