Ο θάνατος του Clive Davis σε ηλικία 94 ετών κλείνει οριστικά το κεφάλαιο των θρυλικών στελεχών που διαμόρφωσαν την ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Ο εμβληματικός παραγωγός, που ανακάλυψε και καθοδήγησε θρύλους όπως η Whitney Houston, η Aretha Franklin, ο Bruce Springsteen και η Alicia Keys, απεβίωσε ήσυχα στο σπίτι του στο Μανχάταν. Σύσσωμος ο καλλιτεχνικός κόσμος καταθέτει φόρο τιμής στον άνθρωπο που μετέτρεψε τα όνειρά τους σε πραγματικότητα, αφήνοντας πίσω του μια αθάνατη πολιτιστική κληρονομιά.
Η είδηση του θανάτου του Clive Davis τη Δευτέρα 22 Ιουνίου, συγκλόνισε τη διεθνή μουσική κοινότητα, καθώς έφυγε από τη ζωή ο άνθρωπος που διέθετε το πιο διάσημο «αυτί» της παγκόσμιας δισκογραφίας. Ο 94χρονος παραγωγός και ιδρυτής ιστορικών δισκογραφικών εταιρειών απεβίωσε ήσυχα στο σπίτι του στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, μετά από επιπλοκές που σχετίζονται με την ηλικία του και την αναπνευστική του κατάσταση.
Ο θάνατος του σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, κατά την οποία η επιτυχία ενός τραγουδιού κρινόταν από το αλάνθαστο ένστικτο ενός και μόνο ανθρώπου και όχι από τους αλγόριθμους.
Ο Davis αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας το τελευταίο διάστημα, έχοντας νοσηλευτεί στα τέλη Μαΐου λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος. Αν και είχε λάβει εξιτήριο για να συνεχίσει την ανάρρωσή του στο σπίτι, ο οργανισμός του τελικά δεν άντεξε. Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη σε ολόκληρο τον κόσμο, με δεκάδες καλλιτέχνες να σπεύδουν να μοιράσουν τις αναμνήσεις τους από τον άνθρωπο που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της πορείας τους.
Η πορεία του Clive Davis στη μουσική βιομηχανία ξεκίνησε με έναν παράδοξο τρόπο, καθώς εισήλθε στη Columbia Records ως νομικός σύμβουλος τη δεκαετία του 1960. Πολύ σύντομα όμως, το ένστικτό του τον οδήγησε στην κορυφή της εταιρείας, όπου υπέγραψε συμβόλαια με μυθικά ονόματα, ξεκινώντας από την Janis Joplin μετά την ιστορική της εμφάνιση στο Φεστιβάλ του Μοντερέι το 1967. Η εξαγορά του συμβολαίου της Joplin και του συγκροτήματός της, Big Brother and the Holding Company, για 200.000 δολάρια αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία της καριέρας του.
Ο Davis θυμόταν συχνά με χιούμορ την εμφάνισή του στο θρυλικό φεστιβάλ Monterey Pop, όπου ο ίδιος, ένας δικηγόρος απόφοιτος του Χάρβαρντ, ξεχώριζε σαν ξένο σώμα ανάμεσα στους χίπις. «Ήμουν ο μασκαρεμένος περίεργος περιτριγυρισμένος από ανθρώπους με λουλούδια στα μαλλιά τους», εξιστορούσε αργότερα.
Παρά την απόσταση που τον χώριζε από το κίνημα των λουλουδιών, ο Davis αντιλήφθηκε αμέσως ότι βρισκόταν μπροστά σε «μια επανάσταση στον πολιτισμό και τη φιλοσοφία… τη σκηνή του Haight-Ashbury, με αγάπη, ειρήνη και λουλούδια», όπως είχε αναφέρει.
Η ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα στον προοδευτικό ήχο της αντικουλτούρας και την παραδοσιακή easy listening μουσική ήταν μοναδική. Στην Columbia, την ίδια στιγμή που υπέγραφε καλλιτέχνες όπως ο Santana, οι Blood Sweat and Tears και οι Chambers Brothers, διαπραγματευόταν παράλληλα τα συμβόλαια του Bob Dylan, της Barbra Streisand και του Andy Williams. Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα χαρακτήρισε ολόκληρη την πορεία του, καθώς ο ίδιος δεν δήλωνε ποτέ φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου μουσικού είδους.
Πριν αναλάβει τη Columbia, ο Davis είχε παραδεχτεί ότι το ενδιαφέρον του για τη μουσική βιομηχανία ήταν «μηδενικό». «Άκουγα με έναν πολύ συνηθισμένο τρόπο, όπως θα άκουγε οποιοσδήποτε ραδιόφωνο. Ποτέ δεν μάζευα δίσκους ούτε ήθελα να είμαι μια μύγα στον τοίχο ενός στούντιο», είχε εξομολογηθεί. Αυτή η αποστασιοποίηση του επέτρεψε να παίρνει ρίσκα, όπως όταν έπεισε τον Miles Davis να παίξει σε rock φεστιβάλ, οδηγώντας στην τεράστια επιτυχία του άλμπουμ «Bitches Brew» το 1969.
Το 1974, μετά την αποχώρησή του από τη Columbia, ο Davis ίδρυσε την Arista Records, η οποία έγινε το σπίτι τόσο για την Patti Smith όσο και για τον Barry Manilow. Ο Davis ήταν εκείνος που εντόπισε το τραγούδι «Brandy» του Scott English, το μετονόμασε σε «Mandy» και το χάρισε στον Manilow, χαρίζοντάς του την πρώτη του μεγάλη επιτυχία. Η μεγαλύτερη όμως ανακάλυψη της Arista ήταν η Whitney Houston, για την οποία ο Davis επέλεξε προσωπικά μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, όπως τα «Saving All My Love for You» και «I Wanna Dance with Somebody (Who Loves Me)».
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αφού εκδιώχθηκε από την Arista, ο Davis ίδρυσε την J Records, αποδεικνύοντας ότι η διαίσθησή του παρέμενε αλώβητη από τον χρόνο. Εκεί υπέγραψε την Alicia Keys, την οποία είχε εντοπίσει ήδη από το 1998, προσφέροντάς της την απόλυτη ελευθερία να αναπτύξει τον δικό της μοναδικό ήχο. Η Keys εξέφρασε τη βαθιά της ευγνωμοσύνη για τον μέντορά της, τονίζοντας ότι πίστεψε σε εκείνη όταν το όραμά της φαινόταν πολύ εναλλακτικό για τα δεδομένα της εποχής.
«Στον Clive Davis, τον οραματιστή που μετέτρεψε τα όνειρα σε πραγματικότητα, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο σημάδι στη μουσική και στις ζωές των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο», δήλωσε η Alicia Keys, αποχαιρετώντας τον άνθρωπο που της άλλαξε τη ζωή. Η Mariah Carey επέλεξε επίσης να τιμήσει τη μνήμη του, ανεβάζοντας μια κοινή τους φωτογραφία στις ιστορίες του λογαριασμού της στο Instagram. «Αναπαύσου εν ειρήνη, θρυλικέ Clive Davis, ένας τιτάνας της βιομηχανίας και ένας πραγματικός υπέρμαχος της σπουδαίας μουσικής», έγραψε η καλλιτέχνιδα, εκφράζοντας τον σεβασμό της για την προσφορά του.
Η Jennifer Hudson τόνισε με τη σειρά της ότι «το αποτύπωμα και η κληρονομιά του θα ζουν για πάντα», ενώ η Gladys Knight πρόσθεσε ότι «δεν θα υπάρξει ποτέ άλλος Clive». Η Dionne Warwick, η οποία μοιράστηκε δεκαετίες κοινής πορείας μαζί του, θυμήθηκε με συγκίνηση τον τρόπο με τον οποίο ο Davis «έκανε κάθε στιγμή να μετράει». «Θα μου λείψει πραγματικά», σημείωσε η 85χρονη καλλιτέχνιδα, περιγράφοντας τη μοναδική τους σχέση και τον σεβασμό που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον.
Η Warwick αποκάλυψε επίσης τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. «Ήθελε πάντα να ξέρει, “Πού είναι η Dionne μου;” Τον αποκαλούσα το στέλεχος δισκογραφικής με το καφέ παπούτσι και τη λευκή κάλτσα. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν άλλον άνθρωπο της δισκογραφίας που να έμοιαζε να έχει αυτή τη μαγική ικανότητα να αναγνωρίζει μια επιτυχία όταν άκουγε ένα τραγούδι», πρόσθεσε, σκιαγραφώντας το περίφημο «ένστικτο» του Davis για τα μεγάλα τραγούδια.
Ιδιαίτερα συγκινητικό ήταν και το μήνυμα του Rob Thomas, του συγκροτήματος Matchbox Twenty, ο οποίος θυμήθηκε πώς ο Davis έγινε μέντοράς του μετά την ηχογράφηση του τραγουδιού «Smooth» με τον Carlos Santana το 1999. Αυτή η συνεργασία, η οποία περιλαμβανόταν στο άλμπουμ «Supernatural» του Santana, επανέφερε τον θρυλικό κιθαρίστα στην κορυφή του κόσμου, πουλώντας πάνω από 30 εκατομμύρια αντίτυπα. Ο Thomas περιέγραψε τον Davis ως έναν άνθρωπο που νοιαζόταν πραγματικά για την εξέλιξη των καλλιτεχνών, παρεμβαίνοντας προσωπικά στις δισκογραφικές για να εξασφαλίσει την προώθηση των δίσκων τους.
«Από εκείνο το σημείο και μετά, για κάθε σόλο άλμπουμ που έκανα, ο Clive ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που το άκουγαν. Μερικές φορές έστελνε μηνύματα στη δισκογραφική μου εταιρεία ενθαρρύνοντάς τους να βεβαιωθούν ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να προωθήσουν τους δίσκους μου», διηγήθηκε ο Thomas. «Υπάρχουν τόσες πολλές υπέροχες εμπειρίες που είχα στην καριέρα μου οι οποίες συνέβησαν μόνο λόγω αυτής της φιλίας… Υπάρχουν ακόμα πολλοί καλοί άνθρωποι στη μουσική βιομηχανία, αλλά μαζί του φεύγει το τέλος μιας εποχής. Clive, θα μας λείψεις, αλλά η κληρονομιά σου είναι αθάνατη», συμπλήρωσε.
Η σπουδαία τραγουδοποιός Diane Warren έκανε λόγο για το τεράστιο χρέος που έχουν οι δημιουργοί απέναντί του, τονίζοντας ότι «αμέτρητοι καλλιτέχνες και τραγουδοποιοί οφείλουν τα πάντα σε εσένα». Ο Michael Bublé τον ευχαρίστησε δημόσια για τη βοήθεια που του προσέφερε ώστε να γίνει ευρύτερα γνωστός στο κοινό, αποκαλώντας τον «υπέρμαχο των καλλιτεχνών». Αυτή η καθολική αναγνώριση δείχνει ότι η επιρροή του Davis ξεπερνούσε τα όρια των επιχειρήσεων, αγγίζοντας τις προσωπικές ζωές των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάστηκε.
Η ικανότητα του Davis να παρεμβαίνει με επιτυχία στις καριέρες των καλλιτεχνών φάνηκε και στην περίπτωση της Kelly Clarkson, νικήςτριας του American Idol. Ο Davis συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν έναν πιο δυναμικό ήχο και επέμεινε να ηχογραφήσει το «Since U Been Gone», ένα τραγούδι των Max Martin και Lukasz Gottwald που είχε ήδη απορριφθεί από την Pink και τη Hilary Duff. Το τραγούδι έγινε τεράστια παγκόσμια επιτυχία, αποδεικνύοντας ότι ο Davis μπορούσε να δει τη δυναμική ενός τραγουδιού εκεί που άλλοι έβλεπαν αδιέξοδο.
Ο Davis ήξερε επίσης πότε έπρεπε να περιμένει, όπως στην περίπτωση των Grateful Dead, τους οποίους υπέγραψε στην Arista αφού η δική τους ανεξάρτητη προσπάθεια απέτυχε, ακριβώς όπως είχε προβλέψει ο ίδιος. Φυσικά, έκανε και λάθη, όπως το να απορρίψει το άλμπουμ «Bat Out of Hell» του Meat Loaf, το οποίο πούλησε 43 εκατομμύρια αντίτυπα, επειδή το θεώρησε υπερβολικά θεατρικό. Παρόλα αυτά, τα κατορθώματά του ήταν τόσο μεγάλα που οι αποτυχίες του φαντάζουν ασήμαντες μπροστά στο σύνολο της προσφοράς του.
Ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ενεργού δράσης του, ο Clive Davis συνέχισε να αναζωογονεί καριέρες, όπως αυτή του Rod Stewart. Ο παραγωγός ενθάρρυνε τον Stewart να ηχογραφήσει μια σειρά άλμπουμ με κλασικά αμερικανικά τραγούδια του Great American Songbook, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική επιτυχία. Αυτή η ικανότητα να ισορροπεί ανάμεσα στον σύγχρονο ήχο και την κλασική παράδοση ήταν το μυστικό της μακροζωίας του στη βιομηχανία.
Ο θάνατος του Clive Davis κλείνει οριστικά το κεφάλαιο των παραδοσιακών «ανθρώπων της δισκογραφίας», οι οποίοι βασίζονταν στο προσωπικό γούστο, το ένστικτο και το αυτί τους για να ανακαλύψουν το επόμενο μεγάλο τραγούδι. Σε μια εποχή που τα στελέχη των εταιρειών εμπιστεύονται περισσότερο τα στατιστικά στοιχεία και τις αναλύσεις των δεδομένων παρά το συναίσθημα, η απώλειά του φαντάζει ακόμη πιο σημαντική.
Ο Davis πέτυχε να δημιουργήσει σπουδαίες καριέρες, βοηθώντας παράλληλα να χτιστούν τα soundtrack της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που θα παραμείνει αθάνατη μέσα από τις φωνές των καλλιτεχνών που πίστεψε και ανέδειξε. Όταν κάποτε τον ρώτησαν τι κοινό είχαν όλοι αυτοί οι διαφορετικοί καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάστηκε, ο ίδιος έδωσε μια αφοπλιστική απάντηση: «Είναι όλοι πρωταγωνιστές».
