Δέκα χρόνια μετά την «αποχώρησή» του προς τα άστρα, αναλύουμε πώς ο David Bowie μετέτρεψε τη ρευστότητα σε υπερδύναμη και τον θάνατο στο τελευταίο, αινιγματικό αριστούργημά του.
Έχουν περάσει ακριβώς δέκα χρόνια. Μια δεκαετία σιωπής από τότε που το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο και οι τηλεοράσεις πάγωσαν ταυτόχρονα, μεταδίδοντας μία είδηση που έμοιαζε με φάρσα κακόγουστης επιστημονικής φαντασίας: ο David Bowie δεν κατοικεί πια στη Γη. Εκείνο το πρωινό του 2016, ο κόσμος δεν έχασε απλώς έναν μουσικό. Έχασε τον «επιμελητή» της σύγχρονης κουλτούρας, τον άνθρωπο που μας έμαθε πως το να είσαι διαφορετικός δεν είναι κατάρα, αλλά προνόμιο.
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω από το πρίσμα του χρόνου, η απουσία του είναι πιο ηχηρή από ποτέ. Σε μία εποχή που η συζήτηση για την ταυτότητα, το φύλο και την αυτοδιάθεση βρίσκεται στο επίκεντρο, συνειδητοποιούμε με δέος ότι ο Bowie είχε ήδη δώσει τις απαντήσεις, δεκαετίες πριν εμείς σκεφτούμε καν να θέσουμε τις ερωτήσεις.
Δεν υπάρχει ίσως πιο συγκλονιστικό παράδειγμα καλλιτεχνικής ακεραιότητας από τον τρόπο που ο David Bowie διαχειρίστηκε το ίδιο του το τέλος. Δύο ημέρες πριν πεθάνει, στα 69α γενέθλιά του, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Blackstar». Εμείς, ανυποψίαστοι θεατές, ακούγαμε τους jazz πειραματισμούς και βλέπαμε τα βίντεο κλιπ προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουμε τη νέα του «περσόνα».
Στο βίντεο του «Lazarus», τον είδαμε με δεμένα μάτια, με κουμπιά αντί για κόρες οφθαλμών, να παλεύει πάνω σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. «Look up here, I’m in heaven» (Κοίτα εδώ ψηλά, είμαι στον παράδεισο), τραγουδούσε. Τότε φάνταζε ως θεατρική υπερβολή. Σαράντα οκτώ ώρες αργότερα, καταλάβαμε.
Ο Bowie είχε σκηνοθετήσει τον θάνατό του ως το τελευταίο του έργο τέχνης. Όπως δήλωσε τότε ο παραγωγός και φίλος του, Tony Visconti: «Ο θάνατός του δεν ήταν διαφορετικός από τη ζωή του: ένα έργο Τέχνης».
Αυτή η πράξη δεν ήταν ματαιοδοξία. Ήταν γενναιοδωρία. Μετέτρεψε τον τρόμο της θνητότητας σε δημιουργία, προσφέροντας στους θαυμαστές του έναν τρόπο να πενθήσουν, αλλά και ένα τελευταίο μάθημα: ακόμη και στο τέλος, ο καλλιτέχνης οφείλει να έχει τον έλεγχο του αφηγήματός του.
Η ρευστότητα ως δύναμη
Πολύ πριν οι όροι «non-binary» ή «gender fluid» εισέλθουν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, ο David Bowie είχε ήδη αποδομήσει τα στερεότυπα με μία απλή κίνηση του χεριού του ή μία αλλαγή στο μακιγιάζ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η rock μουσική ήταν μία υπόθεση βαριάς, ανδροπρεπούς «ματσίλας», ο Bowie εμφανίστηκε στο «Top of the Pops» ως Ziggy Stardust.
Φορούσε μία φουτουριστική στολή, είχε πορτοκαλί μαλλιά και, το σημαντικότερο, πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο του κιθαρίστα Mick Ronson με μία τρυφερότητα που σόκαρε τη συντηρητική βρετανική κοινωνία. Δεν ήταν απλώς μία πρόκληση. Ήταν μία δήλωση ελευθερίας. Ο Bowie δεν ρωτούσε αν είναι αγόρι ή κορίτσι, γήινος ή εξωγήινος. Ήταν τα πάντα και τίποτα ταυτόχρονα.
Η περσόνα του Ziggy Stardust δεν ήταν μία μάσκα για να κρυφτεί, αλλά ένα όχημα για να αποκαλυφθεί. Μας δίδαξε ότι η ταυτότητα δεν είναι κάτι στατικό και δεδομένο, αλλά μία κατασκευή – και ως κατασκευή, μπορεί να αναδιαμορφωθεί κατά το δοκούν. Για εκατομμύρια παιδιά που ένιωθαν «ξένα» στο δικό τους σώμα, ο Bowie ήταν ο φάρος που έλεγε: «Δεν είσαι μόνος. Είμαστε πολλοί και ερχόμαστε από τα αστέρια».
Η αναγκαιότητα της αλλαγής
Συχνά αποκαλούσαν τον David Bowie «χαμαιλέοντα» της rock. Ο όρος, ωστόσο, είναι ατυχής. Ο χαμαιλέοντας αλλάζει χρώμα για να χαθεί στο περιβάλλον του, για να επιβιώσει περνώντας απαρατήρητος. Ο Bowie άλλαζε για να ξεχωρίσει. Άλλαζε γιατί η στασιμότητα γι’ αυτόν ισοδυναμούσε με καλλιτεχνικό θάνατο.
Σκεφτείτε τη μετάβαση από το γκλίτερ του «Glam Rock» στην παγωμένη, soul funk του «Young Americans» και από εκεί στον ηλεκτρονικό μινιμαλισμό της τριλογίας του Βερολίνου. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, κατεστραμμένος από την κοκαΐνη και στα όρια της παράνοιας στο Λος Άντζελες, ο Bowie έκανε την πιο ριζοσπαστική κίνηση: τα παράτησε όλα και μετακόμισε σε ένα γκρίζο, διχοτομημένο Βερολίνο μαζί με τον Iggy Pop.
Εκεί, στο Hansa Studios, με θέα το Τείχος, δημιούργησε μερικά από τα πιο εσωστρεφή και επιδραστικά άλμπουμ της ιστορίας («Low», «Heroes», «Lodger»). Απέδειξε ότι η αληθινή καλλιτεχνική δύναμη προκύπτει όταν τολμάς να γκρεμίσεις όσα έχτισες και να ξεκινήσεις από την αρχή, σε άγνωστα νερά.
Το τραγούδι «Heroes» δεν είναι απλώς ένας ύμνος για δύο εραστές κάτω από το Τείχος του Βερολίνου, είναι η ιαχή θριάμβου ενός ανθρώπου που κατάφερε να επιβιώσει από τους δαίμονές του μέσω της αλλαγής.
Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Πέρα από τα κοστούμια του Kansai Yamamoto και τις νότες, υπήρχε πάντα μία βαθιά ευαισθησία και μία αφοπλιστική ευγένεια. Όσοι τον γνώρισαν, μιλούσαν για έναν άνθρωπο με οξυδέρκεια, χιούμορ και μία ακόρεστη δίψα για γνώση. Διάβαζε ακατάπαυστα – από Νίτσε μέχρι σύγχρονη λογοτεχνία – και ήταν συλλέκτης εμπειριών.
Η σχέση του με την Iman, το supermodel που στάθηκε βράχος δίπλα του για πάνω από δύο δεκαετίες, αποκάλυψε την πιο γήινη πλευρά του. Ο David Jones (το πραγματικό του όνομα) βρήκε στη Νέα Υόρκη την ηρεμία που ο Ziggy Stardust και ο Thin White Duke έψαχναν μάταια στο διάστημα.
Αυτή η ισορροπία μεταξύ της δημόσιας εικόνας και της ιδιωτικής ζωής ήταν ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμά του. Κατάφερε να είναι ο πιο διάσημος άνθρωπος στον κόσμο και ταυτόχρονα ένα μυστήριο.
Δέκα χρόνια μετά, η επιρροή του Bowie είναι παντού. Την βλέπουμε στην αισθητική των σύγχρονων pop icons όπως ο Harry Styles, που φορούν φορέματα στα εξώφυλλα περιοδικών χωρίς δεύτερη σκέψη. Την ακούμε στην τόλμη καλλιτεχνών που αρνούνται να καταταχθούν σε ένα μόνο μουσικό είδος. Την νιώθουμε κάθε φορά που κάποιος βρίσκει το θάρρος να εκφράσει τον αληθινό του εαυτό, αδιαφορώντας για τα κοινωνικά στεγανά.
Ο David Bowie δεν πούλησε απλώς τον κόσμο, όπως έλεγε το τραγούδι του («The Man Who Sold the World»). Τον αγόρασε ξανά, τον ανακαίνισε, τον έβαψε με έντονα χρώματα και μας τον παρέδωσε πίσω, λίγο πιο ανοιχτόμυαλο, λίγο πιο παράξενο και σίγουρα πιο ενδιαφέροντα.
Σήμερα, δεν πενθούμε απλώς έναν θάνατο. Γιορτάζουμε μία ζωή που ήταν τόσο μεγάλη, που δεν χωρούσε σε έναν μόνο πλανήτη. Και αν κοιτάξουμε ψηλά απόψε, ίσως να μην δούμε τον Άρη. Αλλά σίγουρα θα νιώσουμε πως κάπου εκεί έξω, ο Starman μας κλείνει το μάτι, υπενθυμίζοντάς μας πως η μόνη σταθερά σε αυτό το σύμπαν είναι η αλλαγή. Και πως εμείς, μπορούμε να είμαστε ήρωες, έστω και για μία μέρα.
