Ο J. Cole μιλά για την μετάβαση από τη συνειδητή επένδυση στην επιφανειακή κατανάλωση και την απώλεια της σύνδεσης με το έργο τέχνης.
Ο J. Cole, ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που επιμένουν να αντιμετωπίζουν τη μουσική ως πνευματική άσκηση, ανοίγει μία μεγάλη συζήτηση για το πώς η ψηφιακή ευκολία αλλοίωσε την ουσία της ακρόασης.
Σε μία εποχή που η πληροφορία ρέει ακατάσχετα, ο J. Cole αποφάσισε να θέσει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων, αναλύοντας πώς οι πλατφόρμες streaming έχουν μεταβάλει ριζικά τον τρόπο που αξιολογούμε τη μουσική.
Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης εμφάνισής του στην εκπομπή «Lost in Vegas», ο ράπερ εξέφρασε τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι η απεριόριστη πρόσβαση έχει οδηγήσει σε μία παράδοξη υποτίμηση του καλλιτεχνικού προϊόντος, αποδυναμώνοντας την έννοια της ουσιαστικής κριτικής.
Η κεντρική του ιδέα περιστρέφεται γύρω από την απώλεια του «κόστους» – όχι μόνο του οικονομικού, αλλά και του συναισθηματικού. Όταν η μουσική παύει να είναι ένα αγαθό για το οποίο επιλέγεις να μοχθήσεις ή να επενδύσεις, μετατρέπεται σε ένα αναλώσιμο φόντο, στερημένο από τη βαρύτητα που της αναλογεί.
«Αυτό που δεν μου αρέσει αυτή τη στιγμή είναι… πληρώνεις τα 10 ή 15 δολάρια το μήνα και έχεις κάθε τραγούδι στον κόσμο», εξήγησε ο J. Cole. «Ήδη την υποτιμούμε».
Ο ράπερ έκανε μία αναδρομή στις ημέρες που η απόκτηση ενός άλμπουμ απαιτούσε μία συνειδητή απόφαση και μία φυσική παρουσία. Η σύγκριση που έκανε με την εποχή των CD δεν αφορούσε τη νοσταλγία για το πλαστικό, αλλά για το δικαίωμα στην άποψη που πήγαζε από την προσωπική θυσία του ακροατή.
«Αν δεν μου άρεσε ένα άλμπουμ όταν αγόραζα αυτό το πράγμα σε CD… είχα το δικαίωμα να μην μου αρέσει, επειδή ξόδεψα 15,99 δολάρια», σημείωσε με ειλικρίνεια. «Τώρα μπορώ να κάνω μία συζήτηση με κάποιον άλλον που ξόδεψε τα δικά του 15,99 δολάρια».
Σύμφωνα με τον J. Cole, το streaming έχει καταργήσει αυτό που ονομάζει «εμπόδιο εισόδου», επιτρέποντας σε οποιονδήποτε να συμμετέχει σε δημόσιες συζητήσεις για έργα με τα οποία δεν έχει αναπτύξει καμία απολύτως οργανική σχέση. Αυτή η ευκολία δημιουργεί έναν θόρυβο από γνώμες που δεν βασίζονται στην εμπειρία, αλλά στην ανάγκη για κοινωνική ένταξη σε μία ψηφιακή αφήγηση.
«Δεν σε νοιάζει καν αυτός ο καλλιτέχνης… απλά βλέπεις μία συζήτηση να γίνεται και θέλεις να γίνεις μέρος της», τόνισε. «Δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο εισόδου για να βιώσει κανείς τη μουσική».
Αυτή η έλλειψη πραγματικής δέσμευσης οδηγεί αναπόφευκτα σε αντιδράσεις που μένουν στην επιφάνεια. Ο Cole περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο μία παλαιότερη πραγματικότητα, όπου η ακρόαση ήταν μία συλλογική και σχεδόν ιεροτελεστική διαδικασία, μακριά από τη βιασύνη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την ανάγκη για άμεση αποφθεγματική κριτική.
«Παλιά… είχαν μόνο την επιλογή να ακούν με την καρδιά τους», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Αγόραζαν τον δίσκο, τον έβαζαν να παίξει… ήταν μία ολοκληρωμένη εμπειρία».
Παράλληλα, η κυριαρχία των αλγορίθμων έχει μετατρέψει τη μουσική από πνευματικό ταξίδι σε ένα αέναο feed, όπου το επόμενο τραγούδι ξεκινά πριν καν προλάβει το προηγούμενο να καταλαγιάσει στη συνείδηση του ακροατή.
Η ευκολία του skip και η λογική των playlists έχουν αποδυναμώσει τη συνοχή του άλμπουμ ως ολοκληρωμένο έργο τέχνης. Πλέον, η επιτυχία μετριέται σε δευτερόλεπτα διατήρησης της προσοχής και όχι σε βάθος επίδρασης.
Αυτή η ταχύτητα κατανάλωσης εξαφανίζει τη μυσταγωγία της αναμονής, καθιστώντας τα τραγούδια εφήμερα ψηφιακά δεδομένα που ανταγωνίζονται για μια θέση ανάμεσα σε ειδοποιήσεις και scroll-throughs, αλλοιώνοντας την ικανότητά μας να δεθούμε οργανικά με τον δημιουργό.
Η ανάλυσή του J. Cole καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο σύγχρονος ακροατής έχει γίνει υπερβολικά αναλυτικός με τον λάθος τρόπο, εστιάζοντας στις τεχνικές λεπτομέρειες ή στη δομή, χάνοντας όμως το μεγάλο κάδρο και το συναίσθημα που ο καλλιτέχνης προσπαθεί να μεταφέρει.
«Δεν κάθονταν να πουν, “νομίζω ότι θα μπορούσε να είχε αφαιρέσει πέντε τραγούδια”», πρόσθεσε, περιγράφοντας τη στάση των προηγούμενων γενιών. «Όχι… έλεγαν απλά, “Ουάου. Κοίτα τι έχουμε”».
Σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι διαθέσιμα με ένα κλικ, ο J. Cole μας υπενθυμίζει ότι η πραγματική αξία της μουσικής δεν βρίσκεται στην ποσότητα, αλλά στον χρόνο και την προσοχή που είμαστε διατεθειμένοι να της αφιερώσουμε. Η τοποθέτησή του δεν είναι μία απλή μομφή στην τεχνολογία, αλλά μία πρόσκληση να επιστρέψουμε σε μία πιο αγνή, πιο ανθρώπινη σχέση με τους ήχους που διαμορφώνουν τη ζωή μας.
Πόσο συχνά, αλήθεια, αφήνουμε πλέον τη μουσική να μας αγγίξει πριν αρχίσουμε να την κρίνουμε; Ο J. Cole φαίνεται να πιστεύει πως η απάντηση κρύβεται στην επιστροφή στην «ακρόαση με την καρδιά».
Πώς πιστεύετε ότι θα άλλαζε η δική σας σχέση με την αγαπημένη σας μουσική αν έπρεπε να επιλέξετε μόνο έναν δίσκο τον μήνα;
