Ο Jay Weinberg σπάει τη σιωπή του για την επεισοδιακή απομάκρυνση από τους Slipknot, αναλύει τη σχέση του με τον Bruce Springsteen και αποκαλύπτει τα νέα του καλλιτεχνικά βήματα μέσα από μία ειλικρινή αναδρομή σε μία καριέρα γεμάτη ένταση.
Η διαδρομή του Jay Weinberg στη μουσική βιομηχανία ξεκίνησε με έναν τρόπο που οι περισσότεροι μουσικοί θα χαρακτήριζαν ως το απόλυτο όνειρο, αλλά και μία τρομακτική δοκιμασία. Σε ηλικία μόλις 18 ετών, ο Bruce Springsteen του εμπιστεύτηκε τη θέση του πατέρα του, Max Weinberg, πίσω από τα ντραμς της E Street Band για μία ευρωπαϊκή περιοδεία σε στάδια.
Ήταν μία «βάπτιση του πυρός» για έναν έφηβο που μέχρι τότε είχε παίξει μόνο σε μικρά μπαρ, σηματοδοτώντας την αφετηρία μιας πορείας 17 ετών που τον έφερε στις τάξεις συγκροτημάτων όπως οι Madball, οι Against Me! και, φυσικά, οι Slipknot.
Παρά την επιτυχία, η διαδρομή του δεν ήταν ανέφελη, καθώς οι αποχωρήσεις του και από τα τρία αυτά συγκροτήματα συνοδεύτηκαν από διάφορους βαθμούς πικρίας. Η περίπτωση των Slipknot, ωστόσο, ήταν η πιο επώδυνη, αφού αφιέρωσε μία ολόκληρη δεκαετία στην εμβληματική metal μπάντα, πριν εκείνοι λάβουν αυτό που ονόμασαν «δημιουργική απόφαση» για να τον απομακρύνουν το 2023.
Τα τελευταία δύο χρόνια, ο Weinberg έχει επιστρέψει δυναμικά, περιοδεύοντας με τους Suicidal Tendencies, ηχογραφώντας με τους Fuming Mouth και λανσάροντας το νέο του συγκρότημα, Portraits of an Apparition.
Σήμερα, ο Jay Weinberg βρίσκεται στο σπίτι του στο Νάσβιλ, σε μία περίοδο μεγάλων αλλαγών, καθώς ο ίδιος και η σύζυγός του περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Παράλληλα με την κατασκευή ενός προσωπικού στούντιο, ο μουσικός συνεργάζεται με το Reverb για να πουλήσει εξοπλισμό από το παρελθόν του, συμπεριλαμβανομένων των ντραμς που χρησιμοποίησε με την E Street Band και τους Slipknot.
«Αξιολογώ τι είναι πραγματικά σημαντικό να έχω στον χώρο μου, ειδικά τώρα που γίνομαι γονέας», ανέφερε, εξηγώντας ότι μέρος των εσόδων θα διατεθεί στην οργάνωση MusiCares.
Αναπολώντας την περίοδο που έπαιζε με τον Bruce Springsteen το 2009, ο Weinberg περιγράφει μία κατακόρυφη καμπύλη μάθησης.
«Έπαιζα ντραμς μόνο τρία χρόνια τότε», είπε, αποκαλύπτοντας πως ο Steve Van Zandt ήταν εκείνος που τον πρότεινε στον Springsteen, αφού τον είχε δει να παίζει extreme μουσική σε ένα μπαρ της Νέας Υόρκης. Ο Van Zandt είχε πει χαρακτηριστικά στον Bruce: «Με τη μουσική που του αρέσει, τα δικά σου τραγούδια θα του φαίνονται σαν παιδικά νανουρίσματα».
Η εμπειρία αυτή τον δίδαξε την πειθαρχία, ειδικά όταν ο Springsteen αποφάσιζε να αλλάξει το setlist πάνω στη σκηνή, επιλέγοντας τραγούδια που ο Weinberg δεν είχε παίξει ποτέ.
Μετά την E Street Band, ακολούθησε η συμμετοχή του στους θρυλικούς Madball, μία εμπειρία που ο ίδιος σεβάστηκε βαθύτατα, παρά το γεγονός ότι η αποχώρησή του συνοδεύτηκε από αναφορές σε «ενοχλητικά γεγονότα». Χρόνια μετά, ο Weinberg υποβαθμίζει εκείνες τις τριβές. «Ήμουν 19 ετών και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήθελα να κάνω στη μουσική», δήλωσε, συμπληρώνοντας πως πρόσφατα συναντήθηκε με τον Freddy Cricien και αποκατέστησαν τις σχέσεις τους, αναγνωρίζοντας ότι εκείνες οι παλιές διαφωνίες ήταν ασήμαντες μπροστά στη συνολική εικόνα.
Η επόμενη στάση ήταν οι Against Me!, μία περίοδος που ξεκίνησε με ενθουσιασμό αλλά κατέληξε σε ένα τοξικό περιβάλλον. Όταν αποχώρησε για να συνεχίσει τις σπουδές του, η Laura Jane Grace του επιτέθηκε δημόσια μέσω των social media, αποκαλώντας τον «κακομαθημένο». Ο ίδιος επέλεξε τη σιωπή.
«Αν κάθεσαι μπροστά στον υπολογιστή σου και ανανεώνεις το Twitter για 14 χρόνια προσπαθώντας να μειώσεις έναν πρώην συνεργάτη σου, αυτό λέει περισσότερα για εσένα παρά για μένα», σχολίασε με νόημα, τονίζοντας πως προτιμά να διατηρεί τον επαγγελματισμό του.
Η ένταξή του στους Slipknot σε ηλικία 23 ετών ήταν η πραγματοποίηση ενός ονείρου, αν και στην αρχή έπρεπε να κρατήσει την ταυτότητά του κρυφή. «Δεν μπορούσα να το πω ούτε στους κατασκευαστές των ντραμς μου», ανέφερε, περιγράφοντας τη μυσταγωγία που περιβάλλει το συγκρότημα.
Παρά τις δυσκολίες του να παίζει κανείς φορώντας μάσκα, ο Weinberg ένιωθε ότι οι μάσκες ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ερμηνείας των συγκεκριμένων τραγουδιών.
Σχετικά με τη θέση του στο συγκρότημα, παραδέχθηκε πως όταν μπαίνεις σε μία ομάδα που υπάρχει ήδη 15 χρόνια, είσαι πάντα «ο καινούργιος».
Παρ’ όλα αυτά, η συνεισφορά του ήταν καθοριστική, ειδικά στη συνεργασία του με τον κιθαρίστα Jim Root για τη δημιουργία τραγουδιών όπως τα «The Negative One» και «Custer», τα οποία προτάθηκαν για βραβείο για το Καλύτερο Metal Τραγούδι. Στο άλμπουμ «We Are Not Your Kind», η συμμετοχή του ήταν ακόμα πιο ενεργή, καθώς ο ίδιος και ο Root έχτισαν τον σκελετό του δίσκου από το μηδέν.
Το τέλος ήρθε απότομα τον Νοέμβριο του 2023, μετά από μία χρονιά γεμάτη εντάσεις. Ο Weinberg είχε προγραμματίσει μία απαραίτητη χειρουργική επέμβαση στο ισχίο για τη διόρθωση ενός προβλήματος που ονομάζεται FAI, την οποία είχε αναβάλει επανειλημμένα λόγω των υποχρεώσεων της περιοδείας.
«Είχα εγκλιματιστεί σε ένα περιβάλλον όπου η απειλή της απόλυσης ήταν πάντα παρούσα», εξήγησε, προσθέτοντας πως φοβόταν να βάλει την υγεία του πάνω από το συγκρότημα για να μην αντικατασταθεί.
Τελικά, την επομένη της τελευταίας τους συναυλίας, έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον μάνατζερ του συγκροτήματος. «Με ενημέρωσε ότι αποφάσισαν να μην ανανεώσουν το συμβόλαιό μου. Δεν μου έδωσαν καμία εξήγηση, παρά μόνο ότι ήταν μία δημιουργική απόφαση», είπε.
Η ανακοίνωση στο διαδίκτυο έγινε μόλις 20 λεπτά μετά, αφήνοντάς τον σε κατάσταση σοκ. «Ίσως έγινα ο αποδιοπομπαίος τράγος για εντάσεις που προϋπήρχαν της άφιξής μου», ανέφερε, σημειώνοντας πως παραμένει μπερδεμένος από τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα.
Σήμερα, ο Jay Weinberg διοχετεύει αυτή την ενέργεια σε νέα τραγούδια όπως τα «Drone Operator» και «Sandstone», συνεργαζόμενος με φίλους όπως ο George Clarke των Deafheaven. Περιγράφει το νέο του εγχείρημα ως ένα «συνεργατικό κοινοτικό έργο» και ετοιμάζεται για την κυκλοφορία ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ τον Οκτώβριο.
Παράλληλα, παραμένει ο «αναπληρωματικός» της E Street Band, έτοιμος να βοηθήσει τον πατέρα του αν χρειαστεί, αν και ελπίζει να μην υπάρξει τέτοια ανάγκη.
Κλείνοντας, ο Weinberg εξέφρασε τον θαυμασμό του για την αντοχή του 75χρονου πατέρα του στη σκηνή. «Το να τους βλέπεις να παίζουν για τρεις ώρες σε αυτή την ηλικία είναι σχεδόν απάνθρωπο», είπε, τονίζοντας πως η σχέση τους πλέον βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό για τις προκλήσεις της δημιουργικής ζωής.
Παρά τις δυσκολίες και τις επώδυνες αποχωρήσεις, ο Jay Weinberg φαίνεται να έχει βρει την ισορροπία του, αποδεικνύοντας ότι η μουσική επιβίωση απαιτεί κάτι περισσότερο από ταλέντο: απαιτεί την ικανότητα να συνεχίζεις, ακόμα και όταν η σκηνή αδειάζει ξαφνικά.
