Συγκλονισμένη η Roc Nation του Jay-Z εκφράζει τη θλίψη της για το μακελειό στο Μανχάταν – Ένοπλος άνοιξε πυρ σε ουρανοξύστη της Madison Avenue, σκορπίζοντας τον θάνατο και τον τρόμο
Η Νέα Υόρκη βίωσε μία ακόμη νύχτα τρόμου, όταν ένας ένοπλος εισέβαλε σε κτίριο γραφείων στο κέντρο του Μανχάταν, αφήνοντας πίσω του πέντε νεκρούς, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου. Το μακελειό σημειώθηκε το απόγευμα της Δευτέρας 28 Ιουλίου, προκαλώντας σοκ στην αμερικανική μητρόπολη και κινητοποιώντας ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις.
Η τραγωδία εκτυλίχθηκε περίπου στις 6:30 μ.μ. τοπική ώρα, όταν ο δράστης, ο οποίος αναγνωρίστηκε από τις αρχές ως ο 27χρονος Shane Devon Tamura, εισέβαλε με ένα αυτόματο όπλο στον εμβληματικό ουρανοξύστη της Madison Avenue.
Αφού άνοιξε πυρ αδιακρίτως, σκότωσε τέσσερα άτομα πριν τελικά πέσει και ο ίδιος νεκρός. Ένα ακόμη άτομο τραυματίστηκε σοβαρά και νοσηλεύεται σε σταθερή κατάσταση.
Το κτίριο, ιδιοκτησίας της Rudin Management, δεν είναι τυχαίο. Στους 44 ορόφους του στεγάζονται, μεταξύ άλλων, τα κεντρικά γραφεία της Εθνικής Ομοσπονδίας Αμερικανικού Ποδοσφαίρου (NFL) και ο επενδυτικός κολοσσός Blackstone, γεγονός που προσδίδει στην επίθεση μία ανησυχητική διάσταση.
Η εταιρεία Roc Nation του διάσημου ράπερ και επιχειρηματία Jay-Z, η οποία διατηρεί στενή συνεργασία με το NFL από το 2019 ως στρατηγικός εταίρος για τη μουσική ψυχαγωγία, συμπεριλαμβανομένου του Halftime Show του Super Bowl, εξέδωσε μία λιτή αλλά φορτισμένη συναισθηματικά ανακοίνωση.
«Οι σκέψεις και οι προσευχές μας είναι με τις οικογένειες που υπέστησαν μία φρικτή απώλεια χθες», ανέφερε η εταιρεία σε ανάρτησή της στους λογαριασμούς της στα κοινωνικά δίκτυα την Τρίτη, 29 Ιουλίου.
«Οι καρδιές μας είναι με όσους επηρεάστηκαν και με την οικογένειά μας στο NFL», συμπλήρωσε η Roc Nation.
Ο Επίτροπος του NFL, Roger Goodell, επιβεβαίωσε ότι ένας υπάλληλος της λίγκας τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια της επίθεσης και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Τα θύματα της φονικής επίθεσης ήταν ο 36χρονος Didarul Islam, αστυνομικός της Νέας Υόρκης εκτός υπηρεσίας και πατέρας δύο μικρών παιδιών, ο Wesley LePatner, υψηλόβαθμο στέλεχος της επενδυτικής εταιρείας Blackstone, ο Aland Etienne, φύλακας του κτιρίου, τον οποίο το σωματείο του περιέγραψε ως «ήρωα της Νέας Υόρκης», και η Julia Hyman, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Cornell, η οποία εργαζόταν για την ιδιοκτήτρια εταιρεία του κτιρίου, Rudin Management.
Σύμφωνα με την Επίτροπο της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης, Jessica Tisch, ο δράστης Shane Devon Tamura ταξίδεψε οδικώς από το Λας Βέγκας, όπου διέμενε, μέχρι τη Νέα Υόρκη με σκοπό να πραγματοποιήσει την επίθεση. Ήταν, μάλιστα, νόμιμος κάτοχος όπλου στην πολιτεία της Νεβάδα.
Η αστυνομία της Νέας Υόρκης έχει ήδη αποστείλει ερευνητές στο Λας Βέγκας, σε μία προσπάθεια να ανακαλύψουν το πιθανό κίνητρο πίσω από το αδιανόητο αυτό μακελειό.
Η πολιτική διάσταση και η «επιδημία της ένοπλης βίας»
Το περιστατικό αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τον έλεγχο της οπλοκατοχής στις ΗΠΑ.
Ο Hakeem Jeffries, επικεφαλής της μειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Οι μαζικοί πυροβολισμοί είναι μία μάστιγα. Η επιδημία της ένοπλης βίας συνεχίζει να πλήττει τη χώρα μας και τώρα έχει συντρίψει ζωές στη σπουδαία μας Πόλη. Έφτασε η ώρα για αποφασιστική δράση».
Η επίθεση αυτή δεν αποτελεί απλώς άλλη μία τραγική είδηση στον μακρύ κατάλογο των μαζικών πυροβολισμών στις ΗΠΑ.
Το γεγονός ότι έλαβε χώρα στην καρδιά του επιχειρηματικού κόσμου της Νέας Υόρκης, σε ένα κτίριο – σύμβολο που φιλοξενεί γίγαντες όπως το NFL, στέλνει ένα κύμα σοκ που διαπερνά την οικονομία, τον αθλητισμό και την ψυχαγωγία.
Η μάστιγα της ένοπλης βίας δεν κάνει διακρίσεις, χτυπώντας αδιακρίτως και μετατρέποντας την καθημερινότητα σε πεδίο μάχης. Η απώλεια ανθρώπινων ζωών και ο πόνος των οικογενειών τους αποτελούν το βαρύ τίμημα μιας κοινωνικής παθογένειας που αναζητά επιτέλους λύση.
