Αφήνοντας πίσω τους μεγάλους παραγωγούς για ένα χειροποίητο στούντιο και παλεύοντας με τις συνέπειες ενός εγκεφαλικού επεισοδίου, ο Michael Kiwanuka παρουσιάζει έναν βαθιά συγκινητικό δίσκο αληθινής soul.
Η φωνή του Chick Corea, που έφυγε από τη ζωή το 2021, ακούγεται μέσα από μια παλιά αρχειακή ηχογράφηση σαν μια σοφία που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Ο σπουδαίος πιανίστας της jazz εξηγεί ότι η ομορφιά ξεκινά αποκλειστικά από το δικό σου αυτί, σημειώνοντας πως ό,τι θεωρείς εσύ όμορφο, αυτό είναι και το πραγματικά όμορφο. Αυτό το μάθημα ανοίγει το «FUDGE», το νέο άλμπουμ του Michael Kiwanuka που κυκλοφορεί από την Polydor Records, θέτοντας τα θεμέλια για όσα ακολουθούν.
Η συμβουλή του Corea προτρέπει τον καλλιτέχνη να κλειστεί πρώτα μόνος σε ένα δωμάτιο για να βρει τι πραγματικά του αρέσει, αλλά αμέσως μετά υπενθυμίζει ότι θα χρειαστεί κάθε δυνατή βοήθεια. Μόλις ο Kiwanuka αποκτήσει απόλυτη βεβαιότητα για τον ήχο του, ανοίγει τις πόρτες του στούντιο και καλεί ολόκληρες χορωδίες, τμήματα εγχόρδων και μια στενή ομάδα συνθετών. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος αργής soul, όπου μια μικρή κοινότητα ανθρώπων υπηρετεί το προσωπικό όραμα ενός και μόνο ανθρώπου.
Η μεγαλύτερη αλλαγή στο «FUDGE» εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο στήθηκε η παραγωγή. Για πρώτη φορά μετά τον πρώτο δίσκο του «Home Again» το 2012, ο Kiwanuka άφησε στην άκρη τους σταθερούς του συνεργάτες, Danger Mouse και Inflo, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τα ηνία. Χρησιμοποιώντας τα χρήματα από το βραβείο Mercury Prize, έφτιαξε έναν δικό του χώρο σε κοντινή απόσταση από το σπίτι του, δουλεύοντας ανάμεσα στο Σαουθάμπτον και το Φρουμ μαζί με τον Joe Connell και τον Dom Monks, γνωστό από τις συνεργασίες του με τη Laura Marling και τους Big Thief.
Οι ηχογραφήσεις αυτές γεννήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα με το υλικό του τέταρτου άλμπουμ του, «Small Changes», που κυκλοφόρησε το 2024. Η κυκλοφορία του δίσκου καθυστέρησε για σχεδόν έναν χρόνο, καθώς ο καλλιτέχνης έδωσε μια σκληρή μάχη για την υγεία του μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο μοιράστηκε με το κοινό στα κοινωνικά δίκτυα. Αν και το υλικό είχε ολοκληρωθεί πριν από αυτό το δραματικό συμβάν, η νέα πραγματικότητα της ζωής του προσδίδει σε κάθε στίχο ένα ανατριχιαστικό βάρος.
Στο «Summer Clothes», το πρώτο κομμάτι μετά το sample του Corea, δεκαέξι φωνές υπό τη διεύθυνση της Simone Daley Richards και τα έγχορδα της Rosie Danvers αγκαλιάζουν μια ιστορία εσωτερικής απομόνωσης. Στο ρεφρέν ικετεύει τη σύντροφό του να μην προσπαθήσει να του αλλάξει γνώμη ή να τσακίσει την περηφάνια του, ενώ στα κουπλέ εξομολογείται ότι περίμενε μια ευκαιρία για να ανταποδώσει τα ίσα. Η πιο όμορφη στιγμή έρχεται όταν παραδέχεται απλά ότι φοράει τα καλοκαιρινά του ρούχα όποτε νιώθει όμορφα, πριν μια άγνωστη φωνή στο φινάλε ομολογήσει πόσο τρομακτικό είναι να εκτίθεσαι χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι κάνεις.
Σε άλλα σημεία του άλμπουμ, η μπάντα παίρνει τα ηνία, με τους Alex Bonfanti, Graham Godfrey, Michael Jablonka, Steve Pringle και Joe Connell να συμμετέχουν στη συγγραφή των κομματιών. Στο «Just Another Moment», ο ρυθμός του drum machine παραπέμπει στο Μαϊάμι του 1982 και στο yacht rock, πριν ανοίξει σε μια επιβλητική κινηματογραφική ορχήστρα. Αντίθετα, το «Love in My Heart» λειτουργεί ως μια αργόσυρτη ρομαντική εξομολόγηση, αν και οι στίχοι σε αυτά τα δύο τραγούδια μοιάζουν μερικές φορές να χάνουν τον προσανατολισμό τους μπροστά στην ορμή της μελωδίας.
Όταν ο Kiwanuka γράφει μόνος, στρέφεται σε συγκεκριμένα αντικείμενα αντί για αφηρημένες διαθέσεις. Στο λιτό «Across the Sky», η δωδεκάχορδη κιθάρα του συνομιλεί με το βιολοντσέλο της Katt Newlon, τη βιόλα του Harry Fausing Smith και το βιολί του Henry Rankin, ανακαλώντας τις παλιές βραδιές ανοιχτού μικροφώνου στο μπαρ Spiritual του Κάμντεν. Ο καλλιτέχνης αντιπαραβάλλει το χρήμα που έρχεται και φεύγει με την εμπιστοσύνη που θα ήθελε να μείνει, ευχόμενος το φως του να παραμείνει χρυσό στον ουρανό πριν σβήσει για πάντα.
Στο «Move in My Direction», με την προφορική καταμέτρηση στην εισαγωγή, μια καθαρόαιμη soul μελωδία συναντά την εικόνα ενός αυτοκινητοδρόμου όπου ο αφηγητής χάνει τον έλεγχο επειδή τρέχει υπερβολικά γρήγορα. Αμέσως μετά, το «You Sent Me Flying» προσφέρει μια απάντηση γαλήνης, όπου ο Kiwanuka παίζει μπάσο και κιθάρα με νάιλον χορδές, ενώ ο Connell αναλαμβάνει τα ντραμς και το πιάνο Rhodes. Το τραγούδι ξεδιπλώνεται σαν μια σειρά από ευχαριστίες προς το πρόσωπο που τον βοήθησε να σταματήσει να πιέζεται για να ευχαριστεί τους πάντες.
Στο «Drowning in Your Heart», μια εξαμελής χορωδία σε επιμέλεια της Richards ντύνει την ιστορία ενός ανθρώπου που βουλιάζει στη δική του καρδιά. Στη συνέχεια, το «Stars» αξιοποιεί τις κιθάρες με fuzz που συνηθίζει ο τραγουδιστής στις συναυλίες του, μαζί με τα έγχορδα των Wired Strings, τα πλήκτρα Hammond και Wurlitzer του Pringle και το ντέφι του Monks. Εκεί παραδέχεται με μελαγχολία πως κάποτε προσευχόταν για όσα ήταν, ενώ τώρα δεν νιώθει τίποτα, τραγουδώντας για αστέρια που ζουν μέσα σε άδεια σώματα.
Στο «California», ένα trip-hop ρυθμικό μοτίβο και τα παραμορφωμένα φωνητικά θυμίζουν τις τεχνικές του Damon Albarn για τους Gorillaz, καθώς ο καλλιτέχνης ζητά από μια ολόκληρη πολιτεία να επουλώσει τις πληγές του γνωρίζοντας ότι είναι αθώος. Στο «Sing», η συναισθηματική φόρτιση κορυφώνεται μέσα από τα έγχορδα της Danvers, το κοντραμπάσο του Richard Pryce και τα κρουστά του Connell. «Χρειάζομαι θαύματα για να ξεπλύνω τον πόνο, γιατί η ζωή είναι δύσκολο να τη ζήσεις», τραγουδά με τη φωνή του να ραγίζει, ικετεύοντας να μην πεταχτεί η αγάπη του στον αέρα.
Η ισορροπία ανάμεσα στον πλούσιο ήχο και τη γυμνή απλότητα σφραγίζει το φινάλε του δίσκου. Το οργανικό «Steve’s Paradise» αφήνει πέντε συντελεστές να παίξουν ελεύθερα χωρίς λόγια, δίνοντας χώρο στην κιθάρα του Kiwanuka και στο Hammond του Connell. Στο καταληκτικό «Swings and Roundabouts», ο τραγουδιστής μένει στο στούντιο μόνο με τον Connell, παρομοιάζοντας την καρδιά του με δωμάτιο ξενοδοχείου και βρίσκοντας παρηγοριά στη βρετανική ρήση ότι όσα σου στερεί η ζωή στις κούνιες, σου τα επιστρέφει στους κυκλικούς κόμβους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Joe Connell αναδεικνύεται στον αφανή πρωταγωνιστή της παραγωγής, παίζοντας πιάνο, αναλαμβάνοντας τη μίξη και χτίζοντας την ηχητική βάση πάνω στην οποία πατάει ο Kiwanuka. Ο Βρετανός καλλιτέχνης εμπιστεύτηκε το δικό του αυτί ακριβώς όπως πρότεινε ο Chick Corea, χωρίς να φοβηθεί την ευαλωτότητα ή την ατέλεια. Μετέτρεψε έναν χειροποίητο χώρο σε ένα φωτεινό καταφύγιο, αποδεικνύοντας ότι η ουσία της soul βρίσκεται στην αυθεντική συνάντηση των ανθρώπων.
Απέναντι στις πιο σκληρές δοκιμασίες του σώματος και της ζωής, ο Michael Kiwanuka απαντά με τραγούδια που στάζουν φως, ζεστασιά και αλήθεια. Ακόμη κι αν το μέλλον μοιάζει αβέβαιο, το «FUDGE» στέκεται ως ένα διαχρονικό μνημείο της δύναμης που γεννιέται όταν ένας άνθρωπος αποφασίζει να μοιραστεί την ψυχή του.
