Το πέμπτο άλμπουμ του Michael Kiwanuka κυκλοφορεί στις 23 Οκτωβρίου και τον βρίσκει για πρώτη φορά από το «Home Again» να αναλαμβάνει ο ίδιος την παραγωγή, μακριά από πιέσεις, προσδοκίες και την ανάγκη να αποδείξει κάτι.
Ο Michael Kiwanuka ήθελε αυτή τη φορά να κάνει κάτι απλό: να μπει σε έναν μικρό χώρο, να πάρει την κιθάρα του και να δει πού θα τον οδηγήσουν τα τραγούδια. Έτσι γεννήθηκε το «FUDGE», το πέμπτο άλμπουμ του, ένα προσωπικό και χαλαρό κεφάλαιο που δημιουργήθηκε σχεδόν παράλληλα με το «Small Changes» του 2024, αλλά σταδιακά πήρε τη δική του μορφή.
Το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει στις 23 Οκτωβρίου και είναι ήδη διαθέσιμο για προπαραγγελία. Η κυκλοφορία του, ωστόσο, δεν ακολουθεί το αρχικό χρονοδιάγραμμα, καθώς μετατέθηκε για σχεδόν έναν χρόνο λόγω προβλημάτων υγείας του Kiwanuka, για τα οποία ο ίδιος είχε ενημερώσει τους θαυμαστές του μέσω των κοινωνικών δικτύων.
Τώρα, με τη δική του έγκριση και τον ίδιο να θέλει πλήρως να δώσει το άλμπουμ στο κοινό, το «FUDGE» παίρνει επιτέλους τον δρόμο προς την κυκλοφορία. Οι συναυλιακές του υποχρεώσεις, πάντως, παραμένουν επ’ αόριστον ανασταλμένες.
Η μεγαλύτερη αλλαγή βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο φτιάχτηκε ο δίσκος. Για πρώτη φορά από το ντεμπούτο του «Home Again» το 2012, ο Kiwanuka ανέλαβε ο ίδιος την παραγωγή, αντί να δουλέψει μαζί με τους σταθερούς συνεργάτες του, Danger Mouse και Inflo.
Αφού ολοκλήρωσε τις πρώτες ηχογραφήσεις, έστειλε το υλικό στον παραγωγό Dom Monks, που έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με τη Laura Marling και τους Big Thief, καθώς και στη Rosie Danvers, παλιά συνεργάτιδά του, η οποία ανέλαβε τις ενορχηστρώσεις για τα έγχορδα. Οι δυο τους βοήθησαν να πάρει το άλμπουμ την τελική του μορφή, χωρίς όμως να χαθεί ο προσωπικός χαρακτήρας των αρχικών ηχογραφήσεων.
Και αυτό ήταν σημαντικό για τον Kiwanuka. Το «FUDGE» προέκυψε μέσα από μια ιδιαίτερα έντονη περίοδο, κατά την οποία έγραφε ταυτόχρονα τραγούδια για το συγκεκριμένο άλμπουμ και για το «Small Changes», μέχρι που κατάλαβε ότι οι νέες ηχογραφήσεις άρχισαν να ζητούν τον δικό τους χώρο.
Δεν υπήρχε μεγάλο στούντιο, ούτε η πίεση μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης. Πολύ περισσότερο, δεν υπήρχε η ανάγκη να αποδείξει κάτι σε κάποιον άλλο. Ο Kiwanuka άφησε τον εαυτό του να φτιάξει μουσική απλώς επειδή ήθελε να φτιάξει μουσική.
Αυτός ο τρόπος σκέψης κρύβεται και πίσω από τον τίτλο «FUDGE». «Όταν σκέφτομαι τη λέξη “fudge”, τη συνδέω με κάτι παιχνιδιάρικο και παιδικό, και αυτό ταιριάζει πολύ στη δημιουργικότητα», εξηγεί ο Kiwanuka. «Αλλά είναι επίσης ένας ευγενικός τρόπος να πεις: “Απλώς θα το κάνω”».
Δεν ήταν εξαρχής πρόθεσή του να κάνει μόνος του ολόκληρο το άλμπουμ. Ήθελε, όμως, να κρατήσει τη διαδικασία όσο πιο κοντά γινόταν στο σπίτι του και στον δικό του καθημερινό ρυθμό. Σε αυτή την απόφαση τον ενίσχυσαν και τα λόγια του Chick Corea, του σπουδαίου jazz πιανίστα που έφυγε από τη ζωή το 2021 και του οποίου ένα απόσπασμα ανοίγει το άλμπουμ.
«Πρέπει να μάθεις να είσαι σίγουρος για αυτό που αρέσει σε εσένα, όχι για αυτό που νομίζεις ότι θα αρέσει στους άλλους. Ό,τι θεωρείς εσύ όμορφο, αυτό είναι όμορφο, και αυτό πρέπει να ακολουθήσεις», είχε πει ο Corea.
Ο Kiwanuka προσπάθησε να μεταφέρει αυτή τη λογική στην πράξη. Κοντά στο σπίτι του στο Σαουθάμπτον έστησε ένα μικρό στούντιο ενός δωματίου, χτισμένο από φυσικό υλικό cob, που του θύμιζε, όπως λέει ο ίδιος, «μια μεσαιωνική καλύβα».
Το ονόμασε Dreamers και το έκανε σκόπιμα αρκετά μικρό ώστε να μπορεί να περάσει από εκεί ακόμη και για μία ώρα, χωρίς να χρειάζεται να οργανώσει μια ολόκληρη ημέρα ηχογραφήσεων. Το στούντιο έγινε ένας σταθερός χώρος πειραματισμού και, κυρίως, ένας τρόπος να μην κόψει τον ρυθμό της δουλειάς του.
Δίπλα του βρισκόταν ο Joe Connell, πολυοργανίστας από τη ζωντανή μπάντα του Kiwanuka, που έμενε στην ίδια περιοχή και τον βοήθησε στις ηχογραφήσεις. Η εγγύτητα αυτή ταίριαζε απόλυτα με τον τρόπο που ήθελε να δουλέψει ο Kiwanuka: χωρίς μεγάλες αποστάσεις, χωρίς πολύπλοκη διαδικασία και χωρίς να χάνει χρόνο ανάμεσα στην ιδέα και στην ηχογράφησή της.
Μόλις ολοκληρώθηκαν οι βασικές ηχογραφήσεις, το υλικό ταξίδεψε στους Dom Monks και Rosie Danvers για το επόμενο στάδιο. Κάποια από τα έγχορδα, πάντως, γράφτηκαν απευθείας στο Dreamers, με τη συμμετοχή ενός κουαρτέτου υπό την καθοδήγηση των Henry Rankin και Harry Fausing Smith.
Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν στο Σαουθάμπτον και στο Φρομ, διατηρώντας σε όλη τη διαδικασία την αίσθηση ενός άλμπουμ που γεννήθηκε σε μικρές αποστάσεις από την καθημερινότητα του Kiwanuka. Η τελική μορφή μπορεί να απέκτησε περισσότερες μουσικές λεπτομέρειες στην πορεία, όμως ο πυρήνας παρέμεινε εκεί: ο ίδιος, ένας περιορισμένος χώρος και η ελευθερία να δοκιμάσει κάτι χωρίς να ξέρει εξαρχής πού θα καταλήξει.
Την ίδια λογική ακολούθησε και η εικόνα του άλμπουμ. Ο Stevie Gee, παλιός φίλος του Kiwanuka, εικονογράφος και δημιουργός κινουμένων σχεδίων, ανέλαβε τον σχεδιασμό του «FUDGE» και δημιούργησε ένα εντελώς νέο εικαστικό σύνολο.
Τα ψυχεδελικά σχέδιά του είναι γεμάτα πολύχρωμα, χαμογελαστά πρόσωπα και παιδική διάθεση, χωρίς να αποφεύγουν μια πιο ωμή συναισθηματική πλευρά. Η αισθητική τους ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με τη μουσική του άλμπουμ: παιχνίδι, αυθορμητισμός και ευαισθησία συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει το ένα το άλλο.
Το «FUDGE» φτάνει έτσι μετά από μια περίοδο κατά την οποία ο Kiwanuka αναγκάστηκε να αναθεωρήσει το χρονοδιάγραμμα της δουλειάς του, αλλά όχι και τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να την κάνει. Στις 23 Οκτωβρίου, το άλμπουμ θα βγει επιτέλους από το Dreamers και θα περάσει στα χέρια του κοινού, έχοντας ξεκινήσει από έναν πολύ πιο προσωπικό χώρο από εκείνον μιας συνηθισμένης μεγάλης ηχογράφησης.
Ο Michael Kiwanuka κράτησε το «FUDGE» κοντά του μέχρι να νιώσει ότι ήταν έτοιμο να κυκλοφορήσει. Τώρα αφήνει το άλμπουμ να φύγει από το μικρό στούντιο του Σαουθάμπτον και να βρει τον δικό του δρόμο στους ακροατές.
