Μια ματιά στα παρασκήνια της ταινίας «KPop Demon Hunters» που ένωσε τα μιούζικαλ με την K-pop, δημιουργώντας έναν απρόσμενο πολιτισμικό θρίαμβο που οδηγείται στα Grammy.
Σε μία χρονιά που έμοιαζε απελπιστικά κορεσμένη από ανακυκλωμένες ιδέες, franchise που έχουν στραγγίξει από κάθε ικμάδα δημιουργικότητας και μουσικές κυκλοφορίες που υπακοούν τυφλά στις επιταγές των αλγορίθμων, το «KPop Demon Hunters» του Netflix αναδύθηκε ως κάτι το εντελώς απροσδόκητο: μία ταινία κινουμένων σχεδίων που τόλμησε να προτάξει ένα πρωτότυπο soundtrack, ισορροπώντας με χειρουργική ακρίβεια ανάμεσα στις εθιστικές ιδιομορφίες της K-pop και την αφηγηματική αναγκαιότητα ενός μιούζικαλ. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν τόσο άμεση όσο και άνευ προηγουμένου.
Μέσα σε λίγες μόλις ημέρες από την κυκλοφορία του, το «KPop Demon Hunters» κατέκτησε τις κορυφαίες θέσεις της πλατφόρμας του Netflix. Τα μουσικά charts αφηγήθηκαν μία παρόμοια ιστορία θριάμβου. Το τραγούδι «Golden» εκτοξεύτηκε στο Νο. 1 και, τον Νοέμβριο, απέσπασε τρεις υποψηφιότητες για Grammy, συμπεριλαμβανομένης αυτής για το Τραγούδι της Χρονιάς, ενώ το soundtrack έβγαλε τρεις επιπλέον επιτυχίες που βρέθηκαν στο Top 10.
«Δεν έχω ιδέα πώς να το διαχειριστώ όλο αυτό», λέει στο Variety γελώντας η EJAE, η οποία δανείζει τη φωνή της στον χαρακτήρα της Rumi στην ταινία.
Η ίδια εντάχθηκε στη μουσική ομάδα της ταινίας πριν καν υπάρξει ολοκληρωμένο σενάριο. Η αποστολή της; Να μεταφράσει αυθεντικά την κουλτούρα της K-pop για τη μεγάλη οθόνη. «Ήταν η πρώτη μου ταινία, οπότε η προσπάθεια να γράψω στίχους βασισμένη σε μία υπόθεση ήταν δύσκολη», εξομολογείται. Για την EJAE, ο βετεράνος του μουσικού θεάτρου Mark Sonnenblick λειτούργησε ως σανίδα σωτηρίας.
Ο Mark Sonnenblick εστίασε στη μετατροπή των χαρακτηριστικών των ηρώων σε στίχους και μελωδίες. «Το όραμα του σκηνοθέτη άρχιζε να παίρνει μορφή και εγώ ήρθα για να βοηθήσω να ζωντανέψει όλο αυτό», αναφέρει ο ίδιος.
Το δίδυμο, που έφερε κοντά ο Ian Eisendrath, ο εκτελεστικός μουσικός παραγωγός του «Demon Hunters», ανέπτυξε μία μοναδική χημεία που αποτυπώνεται ιδανικά στο «Golden», το κεντρικό κομμάτι της ταινίας που εξελίχθηκε σε παγκόσμια επιτυχία.
Εξοπλισμένη με τα instrumental κομμάτια, η EJAE ερωτεύτηκε ακαριαία το «Golden» και αυτοσχεδίασε το ρεφρέν καθ’ οδόν προς τον οδοντίατρο. Στη συνέχεια, μαζί με τον Mark Sonnenblick, έπλασαν τους στίχους ώστε να ταιριάζουν στην αφήγηση, κάνοντας μικρές αλλά καθοριστικές παρεμβάσεις στην πορεία. Το αρχικό «Endless shine / undying light» μετατράπηκε στο «I’m done hidin’ / Now I’m shinin’» στο pre-chorus, αντικατοπτρίζοντας με ακρίβεια το ταξίδι της πρωταγωνίστριας.
Καθώς το «Golden» έπαιρνε την τελική του μορφή, το ευρύτερο soundtrack ενορχηστρώθηκε από τον Ian Eisendrath, ο οποίος επιλέχθηκε για τον ρόλο από την Spring Aspers της Sony. Ο Eisendrath παρέμεινε σχολαστικά πιστός στο είδος, αλλά δεν δίστασε να βγει περιστασιακά έξω από τα στεγανά του.
«Ηχογραφήσαμε μία ολόκληρη ορχήστρα εγχόρδων», αποκαλύπτει ο Eisendrath. «Ήταν όλα όσα θα ήθελες για ένα K-pop άλμπουμ, συν όλα όσα θα απαιτούσες από μία κινηματογραφική ταινία».
Ο Eisendrath διηύθυνε την ομάδα σαν στρατηγός, αναθέτοντας τραγούδια σε διαφορετικούς δημιουργούς για να συνθέσουν το μουσικό τοπίο της ταινίας. Η συνεργασία με το νοτιοκορεατικό «εργοστάσιο επιτυχιών», The Black Label, ήταν το κλειδί. «Η ομάδα αναζητούσε μια ισχυρή εταιρεία παραγωγής κορεατικής pop μουσικής, προκειμένου να προσδώσει εγκυρότητα στο έργο και να το εδραιώσει ως κάτι αυθεντικό και γνήσιο.», εξηγεί ο παραγωγός Danny Chung.
Ωστόσο, υπήρξαν δυσκολίες προσαρμογής. «Νομίζαμε ότι θα ήταν απλώς άλλη μία γμέρα στο στούντιο», λέει γελώντας ο Danny Chung. «Αλλά έπρεπε να προσθέσουμε το στοιχείο της αφήγησης, το οποίο τελικά καταφέραμε να κατακτήσουμε».
Ο Chung συνέβαλε με το «Soda Pop», έναν ύμνο πασπαλισμένο με ζάχαρη αλλά και με μία μακάβρια ανατροπή, καθώς και με το «How It’s Done». Αυτό είναι το εναρκτήριο νούμερο της ταινίας και πολλά κρέμονταν από αυτό από αφηγηματική άποψη. «Έπρεπε να πετύχει, γιατί συστήνει τις HUNTR/X», τονίζει ο Chung.
Για τον ίδιο, το πρωτογενές υλικό άγγιξε μία βαθύτερη χορδή. «Έχει να κάνει με τη διττότητα και την εκπροσώπηση: το να είσαι άνθρωπος και δαίμονας ή το να είσαι Κορεάτης και Αμερικανός», λέει. «Έχω συναντήσει πολλούς ανθρώπους που ταυτίστηκαν με αυτό». Η EJAE επηρεάστηκε παρόμοια. «Έκλαψα όταν ηχογραφούσα το demo του “Golden”», εξομολογείται με αφοπλιστική ειλικρίνεια. «Μακάρι να το είχα ακούσει όταν ήμουν στην εκπαίδευση για να γίνω K-pop idol. Έβαλα πολλά από τα συναισθήματά μου στη γέφυρα του τραγουδιού».
Ενώ οι δημιουργοί έχτιζαν αυτόν τον ηχητικό κόσμο, ο τραγουδοποιός και παραγωγός Savan Kotecha ανέλαβε την κυκλοφορία του μέσω της Visva Records σε συνεργασία με τη Republic. «Ξεκίνησα αυτή τη μικρή εταιρεία επειδή αγαπώ τα soundtracks», λέει. Το γεγονός όμως ότι η πρώτη κυκλοφορία της Visva κατέκτησε την κορυφή των charts, ήταν σοκ ακόμα και για τον ίδιο: «Ήξερα ότι τα τραγούδια ήταν υπέροχα, αλλά το να πω ότι θα είχα προβλέψει κάτι τέτοιο; Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς».
Είναι σπάνιο στις μέρες μας ένα πολιτιστικό προϊόν να καταφέρνει να γεφυρώσει τόσο διαφορετικούς κόσμους – το Broadway με τη Σεούλ, το animation με τον ρεαλισμό των charts. Το «KPop Demon Hunters» δεν είναι απλώς μία επιτυχία των αριθμών· είναι η απόδειξη πως όταν η αυθεντικότητα συναντά την ενσυναίσθηση, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ταυτόχρονα φαντασμαγορικό και βαθιά ανθρώπινο.
