Στο στόχαστρο των καταγγελιών βρίσκονται η Lizzo και η επικεφαλής της ομάδας των χορευτών της.
Τρεις πρώην χορεύτριες της Lizzo κατέθεσαν μήνυση εναντίον της τραγουδίστριας, κατηγορώντας την 35χρονη Αμερικανίδα για σεξουαλική παρενόχληση και δημιουργία εχθρικού εργασιακού περιβάλλοντος αναφορικά με σειρά περιστατικών που φέρεται να έλαβαν χώρα από το 2021 και έως το 2023.
Οι κατηγορίες συνδέονται με το τηλεοπτικό ριάλιτι «Watch Out for the Big Grrrls» που διοργάνωσε η Lizzo για να επιλέξει τις χορεύτριες που θα τη συνόδευαν στις εμφανίσεις της και στην περιοδεία της.
Και οι τρεις ενάγουσες – η Crystal Williams, η Arianna Davis και η Noelle Rodriguez – εμφανίστηκαν στο πλευρό της Lizzo σε φεστιβάλ και συναυαλίες από τον Σεπτέμβριο του 2021 έως τον Απρίλιο του 2022 κατά τη διάρκεια του «Special Tour» και συνέχισαν να συνεργάζονται μαζί της μέχρι το 2023 σε μια ευρωπαϊκή περιοδεία, πρόβες και επιπλέον εμφανίσεις.
Ως κατηγορούμενοι στην αγωγή κατονομάζονται η Lizzo, το πραγματικό όνομα της οποίας είναι Melissa Viviane Jefferson, η εταιρεία παραγωγής της και η Shirlene Quigley, αρχηγός της ομάδας χορού της τραγουδίστριας.
Στην αγωγή, οι χορεύτριες ισχυρίζονται ότι η Lizzo, η οποία έχει υποστηρίξει τη θετική στάση απέναντι στο σώμα καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας της, έκανε επίπληξη σε μία χορεύτρια για την αύξηση του βάρους της και στη συνέχεια την απέλυση επειδή βιντεοσκόπηση μια συνάντηση που δεν μπορούσε να παρακολουθήσει λόγω ιατρικής πάθησης.
Η αγωγή κατηγορεί επίσης τη Shirlene Quigley ότι προσπάθησε να προσηλυτίσει τις χορεύτριες, χαρακτηρίζοντας «αδιάκοπη» συμπεριφορά της και ότι ταυτόχρονα επέκρινε αυτούς που είχαν προγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις.
Όπως σημειώνεται, η Quigley «έκανε σχόλια που υποτιμούσαν τους ανθρώπους που είχαν προγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις, γνωρίζοντας ότι ορισμένα μέλη της χορευτικής ομάδας δεν μοιράζονταν τις απόψεις της».
Επίσης, η Shirlene Quigley κατηγορείται ότι έκανε τόσο «απρόκλητες» σεξουαλικές χειρονομίες με τις οποίες ένιωθαν «άβολα» οι ενάγουσες να «νιώθουν άβολα» όσο και άλλα ακατάλληλα σεξουαλικά σχόλια και είχε απρεπή συμπεριφορά, αφού φέρεται να μιλούσε για τον αυνανισμό και να μοιραζόταν σεξουαλικές φαντασιώσεις.
Η αγωγή ισχυρίζεται ακόμη ότι η Quigley αναφέρθηκε απροκάλυπτα στην παρθενιά μιας χορεύτριας κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του ριάλιτι «Watch Out for the Big Grrrls» και μοιράστηκε την πληροφορία αυτή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε συνεντεύξεις χωρίς τη συγκατάθεση της χορεύτριας.
Στην αγωγή περιλαμβάνονται και άλλες κατηγορίες, μεταξύ άλλων, για θρησκευτική και φυλετική παρενόχληση, παράνομη κράτηση και παρέμβαση σε ενδεχόμενο οικονομικό πλεονέκτημα. Ωστόσο δεν στρέφονται όλοι οι ισχυρισμοί κατά του κάθε εναγόμενου.
Κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στο Άμστερνταμ τον Φεβρουάριο του 2023, δύο από τις ενάγουσες φέρονται να προσκλήθηκαν σε μια βραδινή έξοδο στην περιοχή των κόκκινων φαναριών, όπου συνάντησαν τη Lizzo σε ένα strip club. Εκεί, σύμφωνα με την αγωγή, η παρέα πίεσε την Arianna Davis να αγγίξει το στήθος μιας χορεύτριας παρά τη θέλησή της, η οποία ήταν παρούσα.
Η αγωγή ισχυρίζεται επίσης ότι όταν οι χορεύτριες συμμάχησαν για να απαιτήσουν αμοιβή για τη δουλειά τους, δέχτηκαν επιπλήξεις από ένα άτομο που εργαζόταν στο management της Lizzo για «απαράδεκτη και ασεβή συμπεριφορά» και ότι αυτή ήταν η αιτία της απόλυσής τους, με την ομάδα χορού της τραγουδίστριας, η οποία αποτελούνταν από «έγχρωμες γυναίκες με πλήρη σωματική διάπλαση», να πιστεύει ότι τα σχόλια ήταν «φορτισμένα με ρατσιστικά και λιποφοβικά κίνητρα».
Κάποια στιγμή, ζητήθηκε επίσης από τις χορεύτριες να περάσουν εκ νέου από ακρόαση, αφού κατηγορήθηκαν ότι έπιναν πριν από τις συναυλίες και ότι «δεν είχαν την ανάλογη απόδοση». Η Arianna Davis, η οποία στη μήνυση αναφέρει ότι πάσχει από άγχος, ανησυχούσε τόσο πολύ για την απόλυσή της που έμεινε στη «βάναυση» οκτάωρη πρόβα μέχρι που εμφάνισε ακράτεια. Παρά το ατύχημα, στην αγωγή αναφέρεται ότι της ζητήθηκε να ολοκληρώσει την πρόβα.
Η Davis ισχυρίζεται επίσης ότι η Lizzo έθιξε την αύξηση του βάρους της και αργότερα την απέλυσε επειδή μαγνητοσκόπησε μια συνάντηση της ομάδας διότι αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα με τα μάτια της. Λίγο μετά τη συνάντηση, η Lizzo πραγματοποίησε έκτακτη σύσκεψη κατά την οποία το προσωπικό ασφαλείας διατάχθηκε να κατασχέσει τα τηλέφωνα των χορευτριών.
«Η Lizzo εξοργίστηκε, έβρισε την ομάδα και δήλωσε ότι θα περνούσε από άτομο σε άτομο μέσα στην αίθουσα, μέχρι κάποιος να πει στη Lizzo ποιος είχε κάνει τη βιντεοσκόπηση», υποστηρίζει η αγωγή. Η Davis παραδέχτηκε ότι κατέγραψε τη συνάντηση, αλλά εξήγησε ότι δεν ήθελε να βλάψει τη Lizzo και ότι στη συνέχεια διέγραψε το βίντεο.
«Η κα Quigley και η Lizzo στη συνέχεια έβριζαν εναλλάξ την κα Davis», αναφέρεται στην αγωγή. «Αφού κατακεραύνωσε την κα Davis, η Lizzo απέλυσε την κα Davis επί τόπου».
Η Noelle Rodriguez είπε στη Lizzo ότι αισθάνθηκε ότι δεν την σεβάστηκαν στη συνάντηση και ότι επρόκειτο να παραιτηθεί, σύμφωνα με την αγωγή. Παραιτήθηκε νωρίτερα φέτος.
Η Crystal Williams, ωστόσο, φέρεται να απολύθηκε δημοσίως στο λόμπι ενός ξενοδοχείου και να ενημερώθηκε ότι η αποπομπή της οφειλόταν σε «περικοπές στον προϋπολογισμό». Ωστόσο, η Williams ισχυρίζεται ότι η απόλυσή της οφείλεται στο γεγονός ότι σε μια συνάντηση αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της Lizzo ότι οι χορεύτριες έπιναν πριν από τις συναυλίες.
«Η εκπληκτική φύση του τρόπου με τον οποίο η Lizzo και το management team της αντιμετώπισαν τους καλλιτέχνες τους φαίνεται να αντιβαίνει σε όλα όσα η Lizzo πρεσβεύει δημοσίως, ενώ ιδιωτικά ντροπιάζει και εξευτελίζει τις χορεύτριές της με τρόπο που είναι όχι μόνο παράνομος, αλλά και απολύτως αποθαρρυντικός», ανέφερε σε δήλωσή του Ron Zambrano, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τις ενάγουσες.
Η αγωγή ζητά την καταβολή απροσδιόριστης αποζημίωσης, απλήρωτων αμοιβών, απολεσθέντων αποδοχών, αναδρομικής αποζημίωσης και άλλων εργασιακών παροχών, συμπεριλαμβανομένης της γενικής αποζημίωσης.
Ζητά επίσης ειδικές αποζημιώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ιατρικών εξόδων, ποινικές αποζημιώσεις και την καταβολή των αμοιβών των δικηγόρων, καθώς και παροχές για την παραβίαση των αστικών δικαιωμάτων των εναγόντων βάσει του νόμου περί δίκαιης απασχόλησης και στέγασης, καθώς και οποιαδήποτε περαιτέρω αποζημίωση χορηγήσει το δικαστήριο.
