Σχεδόν οκτώμισι χρόνια μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στη συναυλία της Ariana Grande στο Μάντσεστερ που πάγωσε τον χρόνο, η βρετανική δικαιοσύνη επιδικάζει ποσά που αγγίζουν τα 20 εκατομμύρια λίρες σε 16 ανήλικους επιζώντες, αναγνωρίζοντας, έστω και καθυστερημένα, το ανυπολόγιστο κόστος μιας τραγωδίας που σημάδεψε ανεξίτηλα μία ολόκληρη γενιά.
Είναι δύσκολο να αποτιμήσει κανείς σε χρηματική αξία την απώλεια της αθωότητας, πόσο μάλλον όταν αυτή συνοδεύεται από σωματικά και ψυχικά τραύματα που αλλάζουν τη ροή μιας ζωής πριν καλά-καλά αυτή ξεκινήσει. Ωστόσο, σε μία απόφαση που φέρνει μία αίσθηση δικαίωσης –αν και όχι λύτρωσης– ένας δικαστής αποφάσισε ότι θα καταβληθούν σχεδόν 20 εκατομμύρια λίρες σε μερικά από τα θύματα που τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια της βομβιστικής επίθεσης στη συναυλία της Ariana Grande στο Μάντσεστερ.
Συνολικά, 16 άτομα, τα οποία ήταν όλα κάτω των 16 ετών την εποχή της επίθεσης, θα λάβουν ποσά που κυμαίνονται από 2.770 λίρες έως και 11,4 εκατομμύρια λίρες, όπως συμφωνήθηκε σε ακρόαση στο Αστικό Δικαστήριο του Μάντσεστερ.
Η επίθεση σημειώθηκε στις 22 Μαΐου 2017, μία ημερομηνία που έχει χαραχτεί στη συλλογική μνήμη της Βρετανίας. Ένας καμικάζι πυροδότησε έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό στο φουαγιέ του AO Arena, ακριβώς τη στιγμή που οι θαυμαστές αποχωρούσαν από τη συναυλία της Grande, γεμάτοι ακόμα από την ενέργεια της pop βραδιάς.
Το Ισλαμικό Κράτος ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση, η οποία άφησε πίσω της 22 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, μετατρέποντας μία γιορτή της μουσικής σε σκηνικό φρίκης.
Κανένα από τα 16 άτομα ή τις οικογένειές τους δεν μπορεί να κατονομαστεί λόγω δικαστικής εντολής, όμως τα στοιχεία που ήρθαν στο φως είναι συγκλονιστικά: ορισμένα από τα παιδιά υπέστησαν «καταστροφικούς» τραυματισμούς που άλλαξαν τη ζωή τους για πάντα, ενώ άλλα βίωσαν σοβαρό ψυχολογικό τραύμα.
Μια δημόσια έρευνα για τη βομβιστική επίθεση, η οποία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2020, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχαν χαθεί ευκαιρίες για την αποτροπή της επίθεσης, εντοπίζοντας παράλληλα «σοβαρές ελλείψεις» στα μέτρα ασφαλείας. Η οικογένεια του Martyn Hett, ενός από τα θύματα που έχασαν τη ζωή τους, δήλωσε αργότερα ότι αισθάνθηκε πως η MI5 τους είχε «απογοητεύσει οικτρά».
Οι αποζημιώσεις θα καταβληθούν από τη διαχειρίστρια εταιρεία του χώρου SMG Europe Holdings, την εταιρεία διαχείρισης πλήθους Showsec International Ltd, την Αστυνομία του Ευρύτερου Μάντσεστερ (GMP) και τη Βρετανική Αστυνομία Μεταφορών (BTP). Σύμφωνα με τους δικηγόρους των εναγόντων, και οι τέσσερις οργανισμοί έχουν ζητήσει συγγνώμη από τις πενθούντες οικογένειες και τους επιζώντες, αναγνωρίζοντας τις αποτυχίες τους.
Η διαδικασία, ωστόσο, δεν σταματά εδώ. Μετά την ακρόαση, αναμένεται να συμφωνηθούν οι απαιτήσεις άλλων 352 ατόμων μεταξύ των δικηγόρων των εναγόμενων και των εναγόντων. Πρόκειται για ενήλικες που κρίνονται ικανοί προς δικαιοπραξία, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειών των 22 ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι καμία λεπτομέρεια σχετικά με τα δημόσια χρήματα που θα καταβληθούν από την BTP και την GMP δεν θα δημοσιοποιηθεί, καθώς οι συμφωνίες έχουν γίνει εξωδικαστικά.
Ο δικαστής Nigel Bird, ο οποίος προήδρευσε της υπόθεσης, προσπάθησε να αποδώσει το συναισθηματικό βάρος της απόφασης: «Κάθε μία από αυτές τις υποθέσεις έχει έναν κοινό σύνδεσμο, που είναι οι τραυματισμοί και οι απώλειες που υπέστησαν, προερχόμενες από μία και μοναδική, αδιανόητη πράξη τρομοκρατίας που διαπράχθηκε το βράδυ της 22ας Μαΐου 2017, στο τέλος μιας συναυλίας την οποία παρακολούθησαν πάρα πολλοί νέοι και οι οικογένειές τους».
Και πρόσθεσε με έμφαση: «Είκοσι δύο αθώες ζωές χάθηκαν και οι ζωές αμέτρητων άλλων επηρεάστηκαν. Η αγάπη και η φροντίδα που δίνει ένας γονιός σε ένα τραυματισμένο παιδί είναι πέρα από κάθε χρηματική αξία».
Ο δικαστής απέτισε φόρο τιμής στο «θάρρος, την αφοσίωση και το σθένος» των οικογενειών που εμπλέκονται σε κάθε υπόθεση. «Ο καθένας, μέσα από την ήσυχη αποφασιστικότητά του, έφερε υποσχέσεις για αλλαγή, με την ελπίδα ότι στο μέλλον άλλες οικογένειες δεν θα χρειαστεί να περάσουν αυτά που πέρασαν εκείνοι».
Οι τρεις βασικές νομικές εταιρείες που εκπροσωπούν τους ενάγοντες – Hudgell Solicitors, Slater & Gordon και Broudie Jackson Canter – εξέδωσαν κοινή δήλωση ως απάντηση στην ετυμηγορία, θέτοντας το ζήτημα στη σωστή του διάσταση: «Αυτή δεν είναι μία μέρα γιορτής. Είναι μία στιγμή για να αναγνωριστούν τα λάθη που έγιναν και η αδιανόητη οδύνη που έχουν υποστεί οι πελάτες μας τα τελευταία οκτώμιση χρόνια».
Οι δικηγόροι τόνισαν πως «η δύναμη και η ανθεκτικότητά τους ήταν εξαιρετικές και χωρίς αυτές δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτόν τον διακανονισμό».
Κλείνοντας, υπογράμμισαν την ανάγκη για ουσιαστική αλλαγή: «Αναμένουμε τώρα από όλα τα μέρη να τιμήσουν τη δέσμευσή τους να κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν την επανάληψη των ίδιων λαθών. Ήταν προνόμιο να εργαστούμε εκ μέρους των θαρραλέων πελατών μας. Τους ευχόμαστε μόνο ειρήνη και δύναμη καθώς κοιτάζουν προς το μέλλον».
Σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί το γεγονός ότι νωρίτερα φέτος τέθηκε σε ισχύ ο «Νόμος του Martyn» (Martyn’s Law), που πήρε το όνομά του από τον Martyn Hett.
Ο νόμος εφαρμόζει περισσότερα αντιτρομοκρατικά μέτρα για την προστασία των θαυμαστών σε ζωντανές μουσικές εκδηλώσεις, απαιτώντας από το προσωπικό στους χώρους ψυχαγωγίας να έχει περισσότερη εκπαίδευση και καλύτερη προστασία έναντι τρομοκρατών και πιθανών τρομοκρατικών επιθέσεων. Μια νομοθετική παρακαταθήκη που γεννήθηκε μέσα από τον πόνο, με την ελπίδα η μουσική να παραμείνει ένας χώρος χαράς και όχι φόβου.
