Οι Mastodon μιλούν ανοιχτά για τη ρήξη τους με τον Brent Hinds μέσα από το νέο βίντεο «The Mastodon in the Room», λίγους μήνες μετά τον θάνατό του σε τροχαίο με μοτοσικλέτα. Οι Brann Dailor, Bill Kelliher και Troy Sanders περιγράφουν μία σχέση γεμάτη αγάπη, ταλέντο, εντάσεις, εξαρτήσεις, ψυχική φθορά και τελικά ένα τέλος που τους άφησε χωρίς την ευκαιρία να τα πουν όπως ήλπιζαν.
Οι Mastodon αποφάσισαν να κάνουν κάτι σπάνιο για ένα metal συγκρότημα με τόσο βαριά ιστορία: να μιλήσουν χωρίς προστατευτικό βερνίκι για τον Brent Hinds, τον συνιδρυτή, τραγουδιστή και κιθαρίστα τους, που είχε φύγει από το συγκρότημα λίγους μήνες πριν πεθάνει σε τροχαίο με μοτοσικλέτα. Στο βίντεο «The Mastodon in the Room», οι Brann Dailor, Bill Kelliher και Troy Sanders κάθονται σε μία κινηματογραφική αίθουσα, βλέπουν παλιές εικόνες από την κοινή τους πορεία και προσπαθούν να εξηγήσουν πώς μία παρέα που έφτιαξε μερικούς από τους πιο σημαντικούς heavy metal δίσκους της γενιάς της έφτασε να διαλυθεί εσωτερικά.
Το δύσκολο εδώ δεν είναι ότι τρεις άνθρωποι μιλούν για έναν πρώην συνεργάτη τους. Το δύσκολο είναι ότι μιλούν για έναν φίλο τους που πέθανε πριν προλάβουν να συμφιλιωθούν μαζί του.
Ο Hinds δεν ήταν ποτέ ένας καλλιτέχνης που έμοιαζε πρόθυμος να κρύψει τις σκοτεινές πλευρές του. Στο βίντεο των 36 λεπτών, οι τρεις εναπομείναντες ιδρυτικοί Mastodon τον περιγράφουν ως έναν πολύπλοκο άνθρωπο, με εξαρτήσεις και προβλήματα ψυχικής υγείας, αλλά και ως κάποιον που μπορούσε να βγάλει στη σκηνή μία ένταση που δύσκολα αντιγράφεται.
Αυτή ακριβώς είναι η άβολη ουσία της ιστορίας. Οι Mastodon δεν προσπαθούν να μικρύνουν τον Hinds, ούτε να τον αγιοποιήσουν επειδή πέθανε. Προσπαθούν να πουν ότι για χρόνια έζησαν και τα δύο πρόσωπα: τον εκρηκτικό μουσικό που μπορούσε να ανεβάσει το συγκρότημα, και τον άνθρωπο που, όπως λένε, έκανε τη ζωή τους μέσα και έξω από τη σκηνή όλο και πιο δύσκολη.
Οι παλιές εικόνες τούς κάνουν να γελούν. Θυμούνται τις καλές μέρες, τα πρώτα βήματα, τη χημεία που είχε το συγκρότημα όταν όλα έμοιαζαν πιο ακατέργαστα και πιο απλά. Γρήγορα, όμως, η κουβέντα γυρίζει σε κάτι πιο βαρύ: σε χρόνια έντασης, αλκοόλ, απρόβλεπτης συμπεριφοράς και παραστάσεων που μπορούσαν να πάνε από το πολύ καλό στο εντελώς χαοτικό.
«Είναι σχεδόν σαν αυτό που ακούς με μία κακοποιημένη σύζυγο», λέει ο Dailor. «Ο μετανιωμένος σύντροφος ή σύζυγος επιστρέφει με λουλούδια. … Μας αγόρασε διαμαντένια δαχτυλίδια».
Η δήλωση είναι σκληρή, ίσως και ενοχλητική. Αλλά δείχνει πώς το συγκρότημα έβλεπε πια τον κύκλο: ένταση, έκρηξη, τύψεις, μία μεγάλη εμφάνιση μετά, ξανά από την αρχή. Οι ίδιοι μιλούν για εκείνες τις «λυτρωτικές» βραδιές όπου, μετά από μία περίοδο κρίσης, ο Hinds μπορούσε να ανέβει στη σκηνή και να θυμίσει σε όλους γιατί δεν ήθελαν να τον χάσουν.
Η ισορροπία αυτή άρχισε να φαίνεται επικίνδυνα εύθραυστη ήδη από το 2007. Τότε, ο Hinds βρέθηκε σε σύγκρουση με τον Shavo Odadjian των System of a Down και τον μουσικό William Hudson στα MTV Video Music Awards. Σύμφωνα με αστυνομική αναφορά, ο Hinds ήταν ο επιτιθέμενος, ενώ ο Hudson φέρεται να αντέδρασε. Το αποτέλεσμα ήταν σπασμένη μύτη, δύο μαυρισμένα μάτια και εγκεφαλική αιμορραγία για τον Hinds.
Στο ντοκιμαντέρ, η αφήγηση της μπάντας γύρω από το περιστατικό είναι αποκαλυπτική. «Για πρώτη φορά, οι Mastodon έμοιαζαν πραγματικά εύθραυστοι», ακούγεται σε voice over.
Ο ίδιος ο Hinds είχε πει ότι βρισκόταν σε πισίνα με τον Steve-O από το «Jackass» και τον Dave Grohl των Foo Fighters, πριν αρχίσει να τρέχει μέσα σε καζίνο, κουνώντας μία βρεγμένη μπλούζα. Όπως είχε περιγράψει, χτύπησε κατά λάθος κάποιον με αυτή την μπλούζα, εκείνος τον γρονθοκόπησε και ο Hinds έπεσε σε «κώμα».
Ο Dailor δίνει μία πιο ψυχρή ανάγνωση της κατάστασης. «Στις πολύ, πολύ μεθυσμένες καταστάσεις του, συνήθιζε να ξεπερνάει τα όρια», λέει στο βίντεο. «Περνούσε τη γραμμή με κάποιον. Από όσα μου είπαν, κάποιος είπε: “Μην μου το κάνεις αυτό”, κι εκείνος το έκανε και έφαγε γροθιά».
Μετά ήρθε η περίοδος του «Crack the Skye», του άλμπουμ του 2009 που για πολλούς παραμένει από τα πιο δυνατά κεφάλαια των Mastodon. Πίσω από την επιτυχία, όμως, το συγκρότημα περιγράφει έναν Hinds που έδειχνε σημάδια κόπωσης στις εμφανίσεις, ενώ η καθημερινή πίεση της περιοδείας συγκρουόταν με το νυχτερινό του μοτίβο: ποτό, πάρτι, ένταση.
Ο Sanders λέει ότι τότε άρχισε να βλέπει πιο καθαρά την αποσύνδεση. «Μπορούσα να δω την απομάκρυνση να συμβαίνει και τον ενθουσιασμό να μειώνεται όλο και περισσότερο», λέει. «Η συνολική μας συντροφικότητα ως τετράδα λιγόστευε. Εκείνη την περίοδο έγινε αρκετά ξεκάθαρο ότι η ενέργεια στη σκηνή θα ήταν πια θέμα τύχης».
Αυτή η φράση, «θέμα τύχης», είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή για το πώς ένα σπουδαίο συγκρότημα μπορεί να αρχίσει να χάνει την ασφάλειά του. Στη metal, ειδικά σε μία μπάντα με τόσο απαιτητικές δομές, κανείς δεν μπορεί να λειτουργεί μόνιμα σαν αστάθμητος παράγοντας. Ο αυθορμητισμός είναι καύσιμο. Η αναξιοπιστία είναι κόστος.
Ο Kelliher το λέει ακόμα πιο απλά: «Όταν ήταν υπέροχο, ήταν υπέροχο», λέει. «Όταν ήταν φρικτό, ήταν πραγματικά γαμημένα φρικτό».
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Mastodon συνέχισαν να βγάζουν άλμπουμ, να περιοδεύουν, να κρατούν το όνομά τους στην πρώτη γραμμή του heavy metal. Αλλά, σύμφωνα με τους τρεις μουσικούς, η σχέση με τον Hinds χειροτέρευε. Μέχρι την περίοδο του διπλού άλμπουμ «Hushed and Grim» το 2021, η αποστασιοποίησή του ήταν, όπως λένε, πια φανερή.
«Οι σκοτεινοί τόνοι και το αλκοόλ και τα πράγματα που τον κρατούσαν είχαν χώσει τα νύχια τους μέσα του πιο βαθιά από ποτέ», λέει ο Sanders. «Πάντα υπήρχαν σκαμπανεβάσματα στα 25 χρόνια του συγκροτήματός μας, αλλά νομίζω ότι έφτασε στο χειρότερο σημείο, δυστυχώς, μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια».
Οι τρεις τους λένε ότι προσπάθησαν πολλές φορές να του μιλήσουν. Όχι μέσα σε καβγάδες, όχι μεθυσμένοι, όχι στη σκηνή. Μιλούν για συζητήσεις μέρα μεσημέρι, νηφάλιες, ως τετράδα, με την αγωνία ανθρώπων που είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μαζί.
«Ξέραμε μέσα στις καρδιές μας ότι αυτό δεν θα άλλαζε ποτέ», λέει ο Sanders. «Δεν μπορώ να σας πω πόσες ειλικρινείς συζητήσεις είχαμε οι τρεις μας, μέρα, νηφάλιοι, ως τετράδα, ικετεύοντας κάποιον με τον οποίο έχεις περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου να μας ακούσει. … Έφτασε στο σημείο όπου οι εμφανίσεις έπεφταν σε ποιότητα στη σκηνή, και ήμασταν εξαντλημένοι, εξαντλημένοι από το να ρίχνουμε όλη αυτή την αγάπη σε κάτι που ξεκάθαρα δεν άκουγε ή δεν νοιαζόταν».
Ο Dailor παραδέχεται ότι άργησε να δεχτεί πως η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο. «Ήμουν κάπως ο τελευταίος που κρατιόταν», λέει. «Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή να το γυρίσει, αλλά εννοώ, πόσες φορές μπορείς να ανέβεις στη σκηνή με κάποιον και να βγεις εκεί έξω και να βλέπεις ότι ο άνθρωπος είναι απλώς μεθυσμένος, ξέρεις, και να λες, αυτή η εμφάνιση μπορεί να διαλυθεί».
Τελικά, οι Sanders, Dailor και Kelliher κάθισαν με τον Hinds για μία δύσκολη συζήτηση. Ο Sanders είχε γράψει ένα γράμμα με όσα τον βάραιναν. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Hinds σηκώθηκε και έφυγε από την αίθουσα προβών στη μέση της διαδικασίας. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε.
«Έπρεπε να βάλουμε κάποια όρια και έπρεπε να φροντίσουμε και τη δική μας ψυχική υγεία», λέει ο Dailor.
Η αποχώρηση του Hinds ανακοινώθηκε επίσημα μήνες πριν από τον θάνατό του. Ο ίδιος αργότερα έγραψε στα social media σκληρά σχόλια για το συγκρότημα, λέγοντας ότι τον απέλυσαν. Οι τρεις Mastodon τώρα δείχνουν να κουβαλούν και αυτό το βάρος: όχι μόνο τη ρήξη, αλλά και το γεγονός ότι πίστευαν πως θα υπήρχε χρόνος για μία συζήτηση αργότερα.
Ο Kelliher περιγράφει την πλευρά της μπάντας με τη γλώσσα ενός μουσικού που ξέρει τι σημαίνει να εξαρτάσαι από τον διπλανό σου πάνω στη σκηνή. «Είσαι τόσο δυνατός όσο ο πιο αδύναμος κρίκος σου», λέει. «Οι τρεις μας μπορούσαμε να είμαστε εκεί έξω και να κάνουμε πρόβα όλη μέρα και μετά βγαίναμε στη σκηνή, και βασιζόμασταν πάνω του, και αυτό μας σκότωνε, μας σκότωνε όλους».
Ο Dailor, από την άλλη, κρατά την πιο ανθρώπινη εικόνα του Hinds. «Ήταν φρικτό», λέει. «Ήταν πραγματικά καταθλιπτικό και λυπηρό, γαμημένο. Θέλαμε απλώς εκείνο το όμορφο, εκπληκτικό πλάσμα, τον Brent Hinds, εκεί έξω να σερβίρει honey-baked ham και να ουρλιάζει με όλη του τη δύναμη. … Θέλαμε απεγνωσμένα εκείνον τον τύπο. Αλλά μας έδειχνε ξανά και ξανά ότι εκείνος ο άνθρωπος δεν θα επέστρεφε χωρίς κάποια δραματική αλλαγή».
Μετά την αποχώρησή του, οι Mastodon έφεραν τον Nick Johnston ως νέο lead κιθαρίστα. Τον Μάιο, ο Dailor είπε στο Blabbermouth ότι το συγκρότημα είχε ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις για το ένατο στούντιο άλμπουμ του. Ο Hinds δεν συμμετείχε σε αυτό.
«Ήταν ένας δύσκολος δίσκος για να γίνει», είπε. «Ήταν μία πολύ συναισθηματική περίοδος για εμάς. Έχασα τη μητέρα μου, περάσαμε όλη αυτή την αναταραχή με τον Brent, και μετά εκείνος πέθανε. Ήταν δύσκολο».
Το «The Mastodon in the Room» ανοίγει έναν φάκελο που πολλά συγκροτήματα θα προτιμούσαν να αφήσουν κλειστό. Υπάρχει πάντα κίνδυνος όταν οι ζωντανοί μιλούν για τους νεκρούς, ειδικά όταν η σχέση τους είχε πληγές. Όμως η σιωπή δεν είναι πάντα σεβασμός. Μερικές φορές είναι απλώς ένας τρόπος να αφήνεις μία μισή ιστορία να κυκλοφορεί σαν βολικός μύθος.
Οι Mastodon δείχνουν ότι η αγάπη για έναν άνθρωπο μπορεί να συνυπάρχει με την ανάγκη να σωθείς από αυτόν. Αυτό είναι το πιο άβολο και το πιο αληθινό σημείο της υπόθεσης. Ο Brent Hinds υπήρξε βασικό κομμάτι της ταυτότητας του συγκροτήματος, με φωνή, κιθάρα και ένστικτο που δεν μπαίνουν εύκολα σε αντικατάσταση. Υπήρξε όμως και κάποιος που, σύμφωνα με τους ανθρώπους που έπαιξαν δίπλα του για δεκαετίες, τους εξάντλησε.
Στο τέλος, η ιστορία αφήνει μία πικρή αίσθηση επειδή δεν κλείνει καθαρά. Δεν υπάρχει τελευταία αγκαλιά, τελευταία συγγνώμη, τελευταία πρόβα όπου όλα μπαίνουν στη θέση τους. Υπάρχει ένα βίντεο, τρεις μουσικοί που μιλούν με κόμπο αλλά και καθαρότητα, ένας σπουδαίος κιθαρίστας που λείπει, και η υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε μεγάλο συγκρότημα υπάρχουν άνθρωποι που μεγαλώνουν, πληγώνονται, κουράζονται και κάποτε αναγκάζονται να πουν: μέχρι εδώ.
