Καθώς οι Spinal Tap επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη, η μουσική κληρονομιά τους ενισχύουν τον οργανισμό Teen Cancer America των Roger Daltrey και Pete Townshend των The Who, μέσα από ένα συλλεκτικό άλμπουμ γεμάτο θρύλους της ροκ.
Μπορεί οι Spinal Tap να είναι μία μπάντα – παρωδία, η απόλυτη σάτιρα των κλισέ του heavy metal και της ροκ ντοκιμαντέρ αισθητικής, αλλά η μουσική τους είναι εκπληκτικά αληθινή. Τόσο αληθινή που τώρα επιστρατεύεται για έναν σπουδαίο σκοπό: τη συγκέντρωση χρημάτων για το Teen Cancer America.
Πρόκειται για τη μη κερδοσκοπική οργάνωση που ίδρυσαν οι Roger Daltrey και Pete Townshend των The Who, με στόχο τη στήριξη εξειδικευμένων προγραμμάτων για εφήβους και νέους ενήλικες, ηλικίας 15-39 ετών, που δίνουν τη μάχη με τον καρκίνο.
Μια πλειάδα αστέρων από θρυλικά συγκροτήματα όπως οι Guns N’ Roses, οι Foo Fighters, οι The Go-Go’s και οι TOOL, ενώνουν τις δυνάμεις τους στο «The Majesty of Rock», μία φιλόδοξη συλλογή 32 κομματιών από το ευρύ ρεπερτόριο των Spinal Tap.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει διασκευές σε εμβληματικά, σχεδόν μυθικά τραγούδια, όπως τα «Sex Farm», «(Listen to the) Flower People», «Hell Hole» και φυσικά, το μνημειώδες «Big Bottom».
Στην παραγωγή του άλμπουμ συμμετείχε και η μπάντα Play it Back Players, ένα μοναδικό σχήμα που αποτελείται από ασθενείς με καρκίνο και επαγγελματίες μουσικούς οι οποίοι προσφέρουν εθελοντικά τον χρόνο και το ταλέντο τους.
Απολύτως πιστοί στο σατιρικό και ευρηματικό πνεύμα των Spinal Tap, πολλοί από τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες δημιούργησαν φανταστικά, ευκαιριακά συγκροτήματα αποκλειστικά για τις ανάγκες αυτού του άλμπουμ. Η Britt Lightning από τις Vixen σχημάτισε τους The Lightning Rods, ενώ ο Dizzy Reed των Guns N’ Roses εμφανίζεται με το σχήμα Jason Achilles. Ο ντράμερ John Dolmayan των System Of A Down συνεισφέρει με τους Antenna the End.
Ίσως η πιο εντυπωσιακή σύμπραξη αφορά την εκτέλεση του ύμνου «Big Bottom», η οποία αποδίδεται στους S.S.R.J.C.T. Πίσω από το αινιγματικό όνομα κρύβεται ένα πραγματικό supergroup που αποτελείται από τους Troy Sanders (Mastodon), Kellii Scott (Failure), Scott Reeder (Kyuss), Rami Jaffee (Foo Fighters), Justin Chancellor (TOOL) και την Abby Travis (The Go-Go’s). Το όνομα της μπάντας δεν είναι παρά ένα ακρωνύμιο που προκύπτει από τα αρχικά των επιθέτων τους.
Η κυκλοφορία του «The Majesty of Rock» θα είναι αυστηρά περιορισμένη. Θα διατεθούν αποκλειστικά 5.000 ψηφιακά αντίτυπα της συλλογής, έναντι μιας ελάχιστης δωρεάς 19,84 δολαρίων. Το ποσό αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά μία ευθεία αναφορά στη χρονιά του 1984, όταν κυκλοφόρησε η καλτ ταινία «This Is Spinal Tap», που καθιέρωσε το συγκρότημα στη συνείδηση του κοινού.
Την παραγωγή του άλμπουμ υπογράφει ο δημοσιογράφος και podcaster Marc Shea, ο οποίος συνέλαβε την ιδέα μέσα από την εκπομπή του «Performance Anxiety».
«Τριάμισι χρόνια μετά, έχουμε ένα διπλό άλμπουμ που τιμά τη μουσική και κωμική κληρονομιά των Spinal Tap – εκείνων που μας έδωσαν το “να το πάμε στο 11” και την αυτανάφλεξη επί σκηνής – ενώ παράλληλα ευαισθητοποιεί το κοινό για το σπουδαίο έργο του Teen Cancer America. Δεν μπορώ να ευχαριστήσω αρκετά όλους τους συντελεστές και την TCA», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η διευθύντρια του Teen Cancer America, Shannon Sullivan, πρόσθεσε: «Αυτό το άλμπουμ – φόρος τιμής αποτελεί έναν διασκεδαστικό και ταυτόχρονα δυναμικό τρόπο για να συγκεντρωθούν πολύτιμοι πόροι και να καλυφθούν οι μοναδικές ανάγκες των νέων ανθρώπων με καρκίνο. Είμαστε βαθιά ευγνώμονες στους σπουδαίους καλλιτέχνες που διέθεσαν το ταλέντο τους, καθώς και στους δημιουργούς των Spinal Tap που μας επιτρέπουν να γιορτάσουμε τη δημιουργικότητά τους για έναν τόσο σημαντικό σκοπό».
Η επιστροφή: «Spinal–Tap II: The End Continues»
Παράλληλα με το μουσικό γεγονός, η φλόγα των Spinal Tap αναζωπυρώνεται και στη μεγάλη οθόνη. Η κωμωδία «Spinal Tap II: The End Continues», σε σκηνοθεσία και πάλι του Rob Reiner, κυκλοφόρησε νωρίτερα αυτόν τον Σεπτέμβριο.
Το sequel της εμβληματικής ταινίας του 1984 αφηγείται την επανένωση των, για καιρό, αποξενωμένων μελών του συγκροτήματος, David St. Hubbins, Nigel Tufnel και Derek Smalls, οι οποίοι ξανασμίγουν απρόθυμα για μία τελευταία, μεγαλειώδη συναυλία.
Η ιστορία, όπως και στην πρώτη ταινία, παρουσιάζεται υπό τη μορφή ντοκιμαντέρ (mockumentary), με τον Martin «Marty» DiBergi, τον σκηνοθέτη του αρχικού φιλμ, να επιστρέφει για να καταγράψει με την κάμερά του την επώδυνη προετοιμασία και το μεγάλο comeback της μπάντας.
Στο καστ πρωταγωνιστούν φυσικά οι αρχικοί πρωταγωνιστές Michael McKean, Christopher Guest και Harry Shearer, που ενσαρκώνουν ξανά τους αξέχαστους ρόλους τους. Η ταινία, ωστόσο, είναι γεμάτη και από cameo εμφανίσεις – έκπληξη, με θρύλους της μουσικής όπως ο Paul McCartney και ο Elton John να αποτίνουν τον δικό τους φόρο τιμής στο φαινόμενο των Spinal Tap.
Η πλοκή επικεντρώνεται στην προσπάθεια των μελών να ξαναβρούν τη μεταξύ τους χημεία έπειτα από χρόνια σιωπής και παρεξηγήσεων, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με τις σύγχρονες προκλήσεις της μουσικής βιομηχανίας και τη δυσκολία του να αναβιώσουν τον κλασικό ήχο τους και να σταθούν και πάλι αντάξιοι της φήμης τους στη σκηνή.
Στην καρδιά αυτών των δύο γεγονότων, του άλμπουμ και της ταινίας, βρίσκεται η διαχρονική γοητεία των Spinal Tap. Μια μπάντα που γεννήθηκε ως αστείο, αλλά κατάφερε να δημιουργήσει έναν τόσο πειστικό και αγαπητό μύθο, που η μουσική της όχι μόνο αντέχει στον χρόνο, αλλά μπορεί τώρα να μετατραπεί σε πράξη αλληλεγγύης.
Το γέλιο που προσέφεραν για δεκαετίες μεταμορφώνεται σε ελπίδα, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και η πιο «ψεύτικη» μπάντα του κόσμου μπορεί να έχει τον πιο αληθινό αντίκτυπο.
