Μετά από δέκα χρόνια και περισσότερες από 1.000 τιμητικές αναφορές, ο Chris Barker παρουσιάζει το δέκατο και τελευταίο κολάζ του «Sgt. Pepper», αποτίοντας φόρο τιμής στις μεγάλες απώλειες του 2025 – από τον Ozzy Osbourne έως τον Πάπα Φραγκίσκο.
Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μία σύγχρονη εκδοχή του memento mori, προσαρμοσμένη στην ψηφιακή εποχή και την ποπ κουλτούρα. Κάθε Δεκέμβριο, από το ταραχώδες 2016 μέχρι σήμερα, ο Βρετανός εικαστικός Chris Barker αναλαμβάνει τον άτυπο ρόλο του ληξίαρχου της παγκόσμιας τέχνης και πολιτικής.
Το μέσο του; Μια ετήσια, σχολαστικά σχεδιασμένη αναπαράσταση του εμβληματικού εξωφύλλου των Beatles για το άλμπουμ «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band» του 1967. Ωστόσο, φέτος, η αυλαία πέφτει οριστικά. Με το δέκατο κατά σειρά έργο του, ο Barker βάζει τέλος σε μία παράδοση που ξεκίνησε ως προσωπική εκτόνωση και κατέληξε να γίνει παγκόσμιος θεσμός στη συλλογική μνήμη των social media.
Η φετινή σύνθεση, ένα πυκνό και σχεδόν ασφυκτικό ψηφιδωτό μνήμης, φιλοξενεί 245 πρόσωπα. Είναι ίσως η πιο «γεμάτη» χρονιά, μία εικαστική νεκρολογία που καταγράφει το τέλος μιας γενιάς γιγάντων.
Στο επίκεντρο της εικόνας, δεσπόζει η φιγούρα του «Πρίγκιπα του Σκότους», Ozzy Osbourne, πλαισιωμένος από έναν ετερόκλητο θίασο που μόνο η μοίρα –και το photoshop του Barker– θα μπορούσε να ενώσει: ο θρύλος της πυγμαχίας George Foreman, ο πρωτοπόρος της funk Sly Stone, ο ντράμερ των Blondie, Clem Burke, και ο Michael Madsen, γνωστός από την ταινία «Reservoir Dogs».
Δίπλα τους, το εικαστικό πάνθεον συμπληρώνουν μορφές που χάραξαν τη δική τους πορεία, όπως ο ηθοποιός Terence Stamp (γνωστός ως General Zod στο «Superman») και η αισθαντική Marianne Faithfull. Παράλληλα, ο χώρος του θεάματος και του αθλητισμού δηλώνει «παρών» με τον εμβληματικό αστέρα του WWE, Hulk Hogan, και τον Βρετανό πυγμάχο Ricky Hatton, οι οποίοι καταλαμβάνουν τη θέση τους στην πρώτη γραμμή αυτής της φανταστικής συγκέντρωσης.
Το φάσμα των προσωπικοτήτων που «έφυγαν» το 2025 και αποτυπώνονται στο έργο είναι ιλιγγιώδες, θυμίζοντάς μας πως ο θάνατος είναι ο απόλυτος εξισωτής. Από τους σταρ του Χόλιγουντ, όπως ο Gene Hackman, ο Robert Redford, η Diane Keaton (αξέχαστη στο «Annie Hall») και ο Val Kilmer, μέχρι μορφές της παγκόσμιας ιστορίας και πολιτικής, όπως ο Πάπας Φραγκίσκος και ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Dick Cheney.
Η ιστορία αυτού του πρότζεκτ έχει τις ρίζες της σε μία νύχτα που άλλαξε τον κόσμο. «Ήταν η νύχτα των αμερικανικών εκλογών. Είχα μείνει ξύπνιος στο Ηνωμένο Βασίλειο για να δω την Αμερική να εκλέγει την πρώτη της γυναίκα πρόεδρο… ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα», αφηγείται ο Barker, ανακαλώντας τη στιγμή της έμπνευσης.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Καθώς τα αποτελέσματα έδειχναν μία απροσδόκητη τροπή στη Φλόριντα, ο καλλιτέχνης ένιωσε την ανάγκη να αποτυπώσει την αλλόκοτη αίσθηση εκείνης της χρονιάς.
Το 2016 δεν ήταν απλώς η χρονιά του Brexit και της εκλογής του Donald Trump, ήταν η χρονιά που η μουσική θρήνησε τον David Bowie και τον Prince.
«Ήθελα να αποτυπώσω τα συναισθήματά μου για τη χρονιά στο χαρτί και, για κάποιο λόγο, βγήκε ως μία παρωδία του διάσημου εξωφύλλου των Beatles», εξηγεί. Το ανέβασε στο διαδίκτυο και πήγε για ύπνο. Το επόμενο πρωί, ανήμερα των γενεθλίων του, ο κόσμος είχε αλλάξει. Ο Trump ήταν πρόεδρος και ο Barker είχε στα χέρια του ένα viral φαινόμενο, με τη Washington Post να τον συγκρίνει με τον Andy Warhol.
Ένα παγκόσμιο πάνθεον απωλειών
Αυτό που ξεκίνησε ως μία συναισθηματική αντίδραση σε μία σεισμική χρονιά, εξελίχθηκε σε μία ετήσια τελετουργία. Παρά την επιμονή του Barker ότι πρόκειται για μία «προσωπική ματιά στα πράγματα» και όχι για μία πλήρη καταγραφή, κάθε Δεκέμβριο ξεσπά μία παγκόσμια συζήτηση για το ποιος συμπεριλήφθηκε και ποιος όχι.
Στο φετινό, τελευταίο έργο, ο μουσικός κόσμος εκπροσωπείται επάξια και συγκινητικά. Πέρα από τον Ozzy Osbourne, βλέπουμε τον ιθύνοντα νου των Beach Boys, Brian Wilson, τον θρύλο της reggae Jimmy Cliff, την τραγουδίστρια του «Killing Me Softly», Roberta Flack, αλλά και είδωλα της soul και της R&B όπως ο D’Angelo και η Angie Stone.
Η λίστα των μουσικών απωλειών, ωστόσο, είναι πολύ πιο εκτενής. Το έργο τιμά προσωπικότητες που καθόρισαν τον ήχο περασμένων δεκαετιών: από τον μπασίστα των Stone Roses, Mani Mounfield, και τον Sam Moore των Sam & Dave, μέχρι τον Dave Ball των Soft Cell και τον Steve Cropper των Booker T & the MGs.
Το φάσμα είναι ευρύ, περιλαμβάνοντας τον David Thomas των Pere Ubu, την Donna Godchaux των Grateful Dead, τον Sam Rivers των Limp Bizkit, αλλά και θρύλους όπως ο John Lodge των Moody Blues, ο βιρτουόζος του ακορντεόν Flaco Jiménez, ο Garth Hudson των The Band, ο Rick Davies των Supertramp και ο χαρισματικός Βρετανός τραγουδιστής Terry «Superlungs» Reid.
Οι λάτρεις της rock θα διακρίνουν τον κιθαρίστα των KISS, Ace Frehley, και τον David Johansen των New York Dolls, ενώ δεν λείπουν και πιο ιδιαίτερες φιγούρες, όπως ο συνθέτης του «Mission Impossible», Lalo Schifrin, και ο σκηνοθέτης David Lynch, δημιουργός του «Twin Peaks».
Αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά τις λεπτομέρειες του κολάζ, θα διακρίνει πλήθος ακόμη προσωπικοτήτων από τον κινηματογράφο, το θέατρο, την τηλεόραση, αλλά και την επιστήμη. Ανάμεσά τους, η Prunella Scales του «Fawlty Towers», ο George Wendt του «Cheers», ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας Tom Stoppard και η θρυλική πρωτευοντολόγος Jane Goodall.
Το «παρών» δίνουν επίσης ο σατιρικός Tom Lehrer, η κωμικός Ruth Buzzi (γνωστή από το «Laugh-In»), η Virginia Giuffre, ο Mike Peters των The Alarm, η σεφ Anne Burrell, ο τραγουδιστής της reggae Max Romeo, ο Brett Hinds των Mastodon, ο αστροναύτης του Apollo 13, Jim Lovell, καθώς και ο ιδρυτής της Turning Point, Charlie Kirk.
Ο Barker δεν διστάζει να συμπεριλάβει και φιγούρες που μπορεί να ξενίζουν το διεθνές κοινό, αλλά έχουν ειδικό βάρος για τους Βρετανούς, όπως η τραγουδίστρια της Eurovision, Clodagh Rodgers.
Όπως δηλώνει ο ίδιος: «Ποτέ δεν σκόπευα να το κάνω ετήσιο γεγονός. Υποτίθεται ότι θα ήταν κάτι μοναδικό. Αλλά κάθε χρόνο ο κόσμος με ικέτευε να το ξανακάνω, μέχρι που έγινε κατά κάποιον τρόπο ρουτίνα».
Το τέλος της διαδρομής
Γιατί όμως σταματά τώρα; Η απόφαση του Barker μοιάζει να πηγάζει από μία βαθύτερη συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά. Δέκα χρόνια είναι αρκετά. Επιπλέον, υπάρχει μία δόση μαύρου χιούμορ και υπαρξιακής αγωνίας στην απόφασή του. Καθώς το πρότζεκτ ωρίμαζε, ο καλλιτέχνης παρατήρησε ότι η ηλικία του πλησίαζε επικίνδυνα τον μέσο όρο ηλικίας των ανθρώπων που τιμούσε στα έργα του.
Σε μία χρονιά όπου οι Oasis επανενώθηκαν, προκαλώντας φρενίτιδα με την παγκόσμια περιοδεία τους, ο Barker ένιωσε ότι ο κύκλος κλείνει. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, δεν θέλει να φτάσει στο σημείο όπου «η πρώτη σειρά θα αποτελείται από τους μεγάλους αστέρες της Britpop της νιότης μου – και δεν είμαι και τόσο πρόθυμος να αφήσω μία χρονιά μισοτελειωμένη και κάποιος άλλος να πρέπει να προσθέσει εμένα!».
Το κύκνειο άσμα του Barker δεν θα χαθεί στη λήθη του διαδικτύου. Ένα επετειακό βιβλίο 100 σελίδων, που θα συγκεντρώνει όλες τις εικόνες της δεκαετίας, αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αρχές του 2026. Είναι το ιδανικό κλείσιμο για ένα πρότζεκτ που άγγιξε μία «πρωτόγονη» χορδή στην ψυχή του κοινού: την ανάγκη να θυμόμαστε, να τιμούμε και να αποχαιρετούμε εκείνους που, με την τέχνη ή την παρουσία τους, διαμόρφωσαν τον κόσμο μας.
«Αγαπάτε το μοντάζ των Όσκαρ με τους αστέρες που έφυγαν», καταλήγει ο Barker. «Σας αρέσει να σας υπενθυμίζουν ανθρώπους που κάποτε αγαπήσατε και είχατε ξεχάσει. Και είμαι συγκινημένος που ο κόσμος απολαμβάνει τόσο πολύ αυτό που δημιουργώ. Πραγματικά είμαι».
Με αυτό το τελευταίο κολάζ, ο Chris Barker δεν κλείνει απλώς τον υπολογιστή του, αλλά κλείνει το βιβλίο μιας ολόκληρης εποχής, αφήνοντάς μας να κοιτάζουμε τα πρόσωπα στο εξώφυλλο και, μέσα από αυτά, τη δική μας θνητότητα.
