Μία αγωγή – σοκ επαναφέρει στο προσκήνιο το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της ιστορίας του Michael Jackson, με καταγγελίες για συστηματική κακοποίηση, συγκάλυψη και νομικές μεθοδεύσεις που εκτείνονται πολύ πέρα από τον θάνατό του.
Η κληρονομιά του Michael Jackson βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, αυτή τη φορά υπό το βάρος μίας νέας, εκτενούς αγωγής που κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Λος Άντζελες. Τέσσερα αδέλφια από το Νιου Τζέρσεϊ κατηγορούν τον εκλιπόντα τραγουδιστή για πολυετή σεξουαλική κακοποίηση, περιγράφοντας ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη μετατράπηκε σε εργαλείο χειραγώγησης και η παιδική ηλικία τους διαμορφώθηκε υπό καθεστώς φόβου.
Η υπόθεση πήρε δημόσια διάσταση την Παρασκευή, όταν οι ενάγοντες παραχώρησαν εκτενή συνέντευξη στους New York Times, φέρνοντας στο φως λεπτομέρειες που αγγίζουν όχι μόνο τις πράξεις που αποδίδονται στον Jackson, αλλά και τη διαχείριση που ακολούθησε μετά τον θάνατό του το 2009.
Στο επίκεντρο της αγωγής βρίσκονται τέσσερα ενήλικα πλέον πρόσωπα: οι Edward Joseph Cascio, Dominic Savini Cascio, Marie-Nicole Porte και Aldo Cascio. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν, η πρώτη επαφή με τον Jackson έγινε μέσω του πατέρα τους, ο οποίος εργαζόταν σε πολυτελές ξενοδοχείο όπου ο τραγουδιστής διέμενε συχνά.
Από εκεί και πέρα, η σχέση εξελίχθηκε σταδιακά σε κάτι πολύ πιο σύνθετο και, όπως καταγγέλλουν, βαθιά επιβλαβές. Τα αδέλφια ισχυρίζονται ότι η κακοποίηση ξεκίνησε όταν ήταν μόλις επτά ή οκτώ ετών και συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της εφηβείας τους.
Η αγωγή περιγράφει έναν μηχανισμό «grooming» και ψυχολογικής απομόνωσης, ο οποίος λειτούργησε χωρίς την επίγνωση ούτε των ίδιων μεταξύ τους, ούτε των γονιών τους. «Ο Michael Jackson ήταν ένας κατά συρροή θηρευτής παιδιών, ο οποίος, για περισσότερο από μία δεκαετία, νάρκωνε, βίαζε και κακοποιούσε σεξουαλικά κάθε έναν από τους ενάγοντες», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
«Οι επιθέσεις του εκτείνονταν σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, σε τοποθεσίες σε όλο τον κόσμο, αλλά και μέσα στο ίδιο τους το σπίτι στο Νιου Τζέρσεϊ, όταν ο Jackson το επισκεπτόταν μαζί με τα δικά του παιδιά», σημειώνεται.
Παράλληλα, η καταγγελία επιμένει ότι τα ίδια τα θύματα «χειραγωγήθηκαν και υπέστησαν πλύση εγκεφάλου», μέσα από ένα πλέγμα συναισθηματικής εξάρτησης και φόβου.
Η εικόνα που σκιαγραφείται είναι ιδιαίτερα βαριά. Σύμφωνα με τα όσα περιγράφονται, ο Michael Jackson φέρεται να χρησιμοποιούσε αλκοόλ, ουσίες και υλικό παιδικής πορνογραφίας για να εξοικειώσει τα παιδιά με την κακοποίηση και να μειώσει τις αντιστάσεις τους.
«Τους απομόνωνε συναισθηματικά, και κάποιες φορές και σωματικά, από υπεύθυνους ενήλικες και από τον ίδιο τους τον κύκλο», αναφέρεται στην αγωγή.
«Τους έδινε αλκοόλ και ναρκωτικά. Τους έδειχνε πορνογραφικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων εικόνων γυμνών παιδιών, για να κανονικοποιήσει την κακοποίηση. Τους έκανε να φοβούνται ότι αν μιλήσουν, θα καταστραφούν οι ζωές τους και των οικογενειών τους», υποστηρίζει η αγωγή.
Η σχέση που περιγράφεται δεν περιοριζόταν σε απομονωμένες συναντήσεις. Ο Jackson, σύμφωνα με τους ενάγοντες, ενσωματώθηκε πλήρως στην οικογενειακή τους ζωή. Περνούσε μαζί τους γιορτές όπως τα Χριστούγεννα, την Ημέρα των Ευχαριστιών και τα γενέθλιά του, συχνά διαμένοντας για μεγάλα διαστήματα στο σπίτι τους στο Νιου Τζέρσεϊ.
«Κέρδισε τη συμπάθειά τους μιλώντας για τη δική του παιδική ηλικία και λέγοντας ότι δεν είχε δεσμούς με τη δική του οικογένεια, παρουσιάζοντάς τους ως τη “πραγματική” του οικογένεια», αναφέρεται.
Ταυτόχρονα, η πρόσβαση στον κόσμο του, γεμάτο προνόμια και πολυτέλεια, λειτούργησε ως μέσο εδραίωσης αυτής της σχέσης. Οι καταγγελίες κάνουν λόγο για δώρα μεγάλης αξίας, ταξίδια εντός και εκτός ΗΠΑ, ιδιωτικές επισκέψεις σε θεματικά πάρκα και γνωριμίες με άλλους διάσημους.
Σε ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της αγωγής, περιγράφονται συγκεκριμένα περιστατικά κακοποίησης σε χώρους που συνδέονται με διάσημα πρόσωπα, όπως τα σπίτια της Elizabeth Taylor και του Elton John, καθώς και στο ράντσο Neverland στη Σάντα Μπάρμπαρα.
«Έβαλε δύο νεαρά αγόρια να παρακολουθήσουν την κακοποίηση της Marie-Nicole και της είπε ότι αυτό που της έκανε ήταν “κάτι φυσιολογικό ανάμεσα σε έναν άνδρα και μία γυναίκα”», αναφέρεται.
Η χρήση κωδικών λέξεων φέρεται να ήταν μέρος της καθημερινότητας. «“Μπορούμε να κάνουμε μία συνάντηση”, “Yogi Tea”, “Neverland”, “Πάμε Disneyland”», ήταν, σύμφωνα με την αγωγή, τρόποι με τους οποίους ενθάρρυνε τις σεξουαλικές πράξεις.
Το αλκοόλ είχε επίσης ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη δυναμική. Ο Jackson φέρεται να αποκαλούσε το κρασί «Jesus Juice» (Χυμός του Ιησού) και τα πιο δυνατά ποτά «Disney Juice» (Χυμός Disny), ενθαρρύνοντας τα παιδιά να πίνουν μαζί του σε χώρους όπως το υπόγειο της Neverland, που αποκαλούσε «Wine Cellar» (Κελάρι Κρασιών).
Η αγωγή δεν περιορίζεται στον ίδιο τον Jackson. Στρέφεται ευθέως και προς τον κύκλο των συνεργατών του, κατηγορώντας τους για συστηματική αδιαφορία ή και ενεργή συγκάλυψη.
Σύμφωνα με το κείμενο, μέλη της ομάδας του «έβλεπαν επανειλημμένα στοιχεία σεξουαλικής δραστηριότητας με ανηλίκους», αλλά δεν παρενέβαιναν.
«Έβλεπαν τον Jackson να φέρνει παιδιά στα ιδιωτικά του υπνοδωμάτια για να διανυκτερεύσουν. Έπλεναν τα σεντόνια τους. Του προμήθευαν πορνογραφικό υλικό και ουσίες, γνωρίζοντας ότι θα τα δώσει στα παιδιά», αναφέρεται.
Επιπλέον, καταγγέλλεται ότι εγκαταστάθηκαν συστήματα ασφαλείας στο Neverland, σχεδιασμένα ώστε να αποτρέπουν οποιαδήποτε αποκάλυψη.
Στο νομικό σκέλος, η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Η αγωγή κατονομάζει ως εναγομένους του διαχειριστές της περιουσίας του Michael Jackson, τους δικηγόρους John Branca και John McLain, καθώς και τον ιδιωτικό ερευνητή Herman Weisberg.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι τελευταίοι παρουσιάστηκαν ψευδώς ως εκπρόσωποί τους κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων για εξωδικαστικό συμβιβασμό, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της άλλης πλευράς.
Η σχέση της οικογένειας Cascio με του διαχειριστές της περιουσίας του Michael Jackson χρονολογείται από το 2019, μετά την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland» από το HBO, το οποίο έφερε στο προσκήνιο άλλες, ανεξάρτητες καταγγελίες.
Την ίδια χρονιά, η πλευρά του Jackson επιδίωξε συμβιβασμό. Αρχικά προτάθηκαν 100.000 δολάρια για κάθε έναν από τους τέσσερις ενάγοντες, ενώ τελικά συμφωνήθηκε η καταβολή 690.000 δολαρίων ετησίως για πέντε χρόνια. Η συνολική αποζημίωση ανήλθε, σύμφωνα με τη διαχείριση, στα 2,8 εκατομμύρια δολάρια ανά άτομο.
Ωστόσο, το 2024, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, υπήρξε νέα επικοινωνία. «Ο Branca ήταν πρόθυμος να αυξήσει την αποζημίωση και να διασφαλίσει τη συνεχιζόμενη σιωπή των εναγόντων», φέρεται να μετέφερε ο Weisberg.
Το 2025, η πλευρά των διαχειριστών της περιουσίας του Jackson κατέθεσε αίτημα για διαιτησία, με την οικογένεια Cascio να υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν οι όροι της συμφωνίας του 2019.
