Ο Michael Stipe μιλά για τον πρώτο προσωπικό του δίσκο, τις καθυστερήσεις, την πίεση των προσδοκιών και τη βαθιά ανάγκη του να επιστρέψει στη μουσική με τους δικούς του όρους.
Ο Michael Stipe επιστρέφει σταδιακά στο προσκήνιο με το πρώτο ολοκληρωμένο προσωπικό του άλμπουμ να βρίσκεται πλέον σε τροχιά ολοκλήρωσης, έπειτα από μία δημιουργική διαδρομή που κράτησε περισσότερο από όσο είχε αρχικά υπολογίσει. Ο τραγουδιστής των R.E.M., μιας από τις πιο επιδραστικές μπάντες της αμερικανικής εναλλακτικής σκηνής, μίλησε ανοιχτά για την πορεία του δίσκου, τις δυσκολίες που συνάντησε και την προσωπική του σχέση με τη μουσική μετά το τέλος του συγκροτήματος.
Σε συνέντευξή του στους The Times, ο Stipe περιέγραψε με ειλικρίνεια το σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα: «Δουλεύω πάνω σε ένα σόλο άλμπουμ. Αλλά πήρε περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι ήθελα».
Η φράση αυτή συνοψίζει μία διαδικασία που για τον ίδιο δεν είχε μόνο τεχνικές δυσκολίες, αλλά και έντονο συναισθηματικό βάθος.
Μετά τη φιλική διάλυση των R.E.M. το 2011, ο Stipe επέλεξε συνειδητά να απομακρυνθεί από τη δισκογραφία. Στα χρόνια που ακολούθησαν έκανε ελάχιστες εμφανίσεις με το όνομά του, επιλέγοντας προσεκτικά τις στιγμές που θα μοιραζόταν νέο υλικό. Μία από τις πιο πρόσφατες ήταν το «I Played The Fool», μία συνεργασία με τους Andrew Watt, Josh Klinghoffer και Travis Barker για τη νέα σειρά «Rooster», που κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα.
Παράλληλα όμως, στο παρασκήνιο, ο ίδιος δούλευε με επιμονή πάνω στο υλικό που θα αποτελέσει την πρώτη πλήρη προσωπική του δισκογραφική δουλειά.
Ο ίδιος δεν έκρυψε ότι η πανδημία επηρέασε τον ρυθμό της δημιουργικής διαδικασίας: «Η πανδημία δεν βοήθησε, αλλά το ολοκληρώνω. Όταν διαλύθηκε το συγκρότημα, χρειαζόμουν απλώς ένα διάλειμμα. Απέχω πέντε χρόνια, αλλά η μουσική με τράβηξε ξανά πίσω. Ήταν ένας αγώνας. Αυτό είναι το κυριότερο. Θέλω να είναι εξαιρετικό, αλλά νιώθω την πίεση του ότι υπήρξα μέλος των R.E.M. και ο πήχης είναι ψηλά, γιατί θέλω αυτό το έργο να είναι εξίσου καλό με εκείνα, κάτι που είναι σχεδόν αδύνατο».
Πίσω από τα λόγια αυτά διακρίνεται μία σπάνια ειλικρίνεια για έναν καλλιτέχνη που έχει ήδη αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα. Η σύγκριση με το παρελθόν αποτελεί μία διαρκή πρόκληση για όσους έχουν υπάρξει μέρος μιας τόσο σημαντικής μουσικής ιστορίας. Στην περίπτωση του Stipe, η ανάγκη να ανταποκριθεί στα δικά του υψηλά στάνταρ φαίνεται να λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη, αλλά και ως ψυχολογικό βάρος.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και μία άλλη πτυχή της διαδικασίας: για πρώτη φορά ο ίδιος εμπλέκεται ενεργά και στη σύνθεση της μουσικής.
«Είναι, λοιπόν, τρομερά συναρπαστικό αλλά και τρομακτικό, ενώ παράλληλα γράφω τη μουσική για πρώτη φορά. Πιστεύω ότι είμαι καλός σε αυτό, αλλά όχι σπουδαίος», ανέφερε, δείχνοντας μία αυτοκριτική διάθεση που σπάνια συναντά κανείς σε καλλιτέχνες της γενιάς και του βεληνεκούς του.
Στο ίδιο πνεύμα, μίλησε και για τη σχέση του με τη φωνή του: «Λατρεύω όμως τη φωνή μου. Δεν μου αρέσει η φωνή μου όταν μιλάω, αλλά λατρεύω τη φωνή μου όταν τραγουδάω, και θέλω τόσο πολύ να βυθιστώ ξανά στη διαδικασία του να προσφέρω μουσική στον κόσμο».
Η δήλωση αυτή λειτουργεί σχεδόν σαν μία μικρή εξομολόγηση. Για έναν τραγουδιστή που έχει συνδέσει τη φωνή του με μία ολόκληρη εποχή της εναλλακτικής μουσικής, η ανάγκη επιστροφής στη δημιουργική πράξη μοιάζει περισσότερο με εσωτερική ανάγκη παρά με επαγγελματική κίνηση.
Σε πρακτικό επίπεδο, ο δίσκος φαίνεται να βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, ο Stipe έχει ακόμη οκτώ τραγούδια να ολοκληρώσει, ενώ εργάζεται με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με στόχο η κυκλοφορία να πραγματοποιηθεί πριν από το τέλος του 2026. Με το γνώριμο χιούμορ του, άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι ένας πιθανός τίτλος θα μπορούσε να είναι «Meet THE Michael Stipe».
Η σόλο διαδρομή του μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από μετρημένες κινήσεις. Το 2019 κυκλοφόρησε το «Your Capricious Soul», ενώ έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε το «Drive To The Ocean». Το 2020 συμμετείχε επίσης στο «No Time For Love Like Now» μαζί με τους Big Red Machine του Aaron Dessner και του Justin Vernon, επεκτείνοντας τη δημιουργική του παρουσία σε συνεργατικά σχήματα που κινούνται στον χώρο της σύγχρονης indie σκηνής.
Την ίδια στιγμή, η σχέση του με τα υπόλοιπα μέλη των R.E.M. παραμένει σταθερή και ουσιαστική. Ο κιθαρίστας Peter Buck, ο μπασίστας Mike Mills και ο ντράμερ Bill Berry εξακολουθούν να αποτελούν κομμάτι του προσωπικού και καλλιτεχνικού του κύκλου, κάτι που επιβεβαιώθηκε και δημόσια το καλοκαίρι του 2024.
Τότε, οι τέσσερις μουσικοί βρέθηκαν ξανά μαζί στη σκηνή, με αφορμή την ένταξή τους στο Songwriters Hall of Fame. Η βραδιά εκείνη είχε και μία ιδιαίτερη στιγμή: μία ακουστική εκτέλεση του «Losing My Religion» από το 1991, που αποτέλεσε μία συναισθηματικά φορτισμένη επανασύνδεση με το παρελθόν τους.
Η εμφάνιση αυτή είχε και ιστορική σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που οι τέσσερις τους έπαιξαν μαζί ζωντανά μετά την ένταξή τους στο Rock & Roll Hall of Fame το 2007.
Οι περιστασιακές επιστροφές του Stipe στη σκηνή συνεχίζονται και εκτός του πλαισίου των R.E.M. Νωρίτερα μέσα στον μήνα, συμμετείχε σε συναυλία στο Μπρούκλιν μαζί με τους Michael Shannon και Jason Narducy, στο πλαίσιο της περιοδείας για τα 40 χρόνια του άλμπουμ «Lifes Rich Pageant». Στη συγκεκριμένη εμφάνιση ερμήνευσαν διασκευές των «These Days» και «The Great Beyond», ενώ έναν χρόνο νωρίτερα είχε τραγουδήσει μαζί τους και το «Pretty Persuasion».
Όλες αυτές οι μικρές επιστροφές μοιάζουν με κεφάλαια μιας μεγαλύτερης ιστορίας: της σταδιακής επανασύνδεσης ενός καλλιτέχνη με το βασικό του μέσο έκφρασης. Ο Stipe δείχνει να προσεγγίζει αυτή τη νέα φάση με ωριμότητα, χωρίς βιασύνη και χωρίς την ανάγκη να αποδείξει κάτι σε κανέναν πέρα από τον εαυτό του.
Η πορεία προς το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ μοιάζει έτσι περισσότερο με μία διαδικασία αυτοπροσδιορισμού. Η απόσταση από το παρελθόν, ο χρόνος που χρειάστηκε για να επιστρέψει δημιουργικά και η προσοχή στη λεπτομέρεια δείχνουν έναν καλλιτέχνη που αντιμετωπίζει τη μουσική ως μία πράξη με βάθος και διάρκεια.
Καθώς πλησιάζει η στιγμή που αυτός ο δίσκος θα πάρει την τελική του μορφή, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται λιγότερο στο αν θα θυμίζει τους R.E.M. και περισσότερο στο πώς ο ίδιος ο Michael Stipe επιλέγει να αφηγηθεί τη δική του συνέχεια.
Ο Michael Stipe φαίνεται να βαδίζει προς αυτή την κυκλοφορία με μία σπάνια ισορροπία ανάμεσα στην αυτογνωσία και τον ενθουσιασμό. Με την εμπειρία δεκαετιών πίσω του και την ανάγκη για καλλιτεχνική εξέλιξη μπροστά του, το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ αποκτά ήδη το ενδιαφέρον μιας προσωπικής δήλωσης.
Η μουσική, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, τον έφερε ξανά πίσω. Και αυτή τη φορά, η διαδρομή έχει τη δική του υπογραφή από την αρχή μέχρι το τέλος.
