Από την Κυψέλη στον Guardian – Ο Νέγρος του Μοριά κάνει τη «Μαύρη Ελλάδα» παγκόσμια υπόθεση
Μέχρι τη βρετανική εφημερίδα The Guardian έφτασε ο Έλληνας ράπερ Νέγρος του Μοριά με το νέο άλμπουμ του «Μαύρη Ελλάδα», σε ένα σημαντικό ορόσημο, τόσο για τον ίδιο τον καλλιτέχνη όσο και για την εγχώρια μουσική σκηνή που εκπροσωπεί.
Το δημοσίευμα του The Guardian δεν αποτελεί απλώς μία τυπική μουσική κριτική, αλλά μία βαθύτερη ανάλυση του φαινομένου που ο Νέγρος του Μοριά ενσαρκώνει, αναδεικνύοντας τη μοναδική του προσέγγιση στη μουσική και τον καίριο κοινωνικό του σχολιασμό.
Η βρετανική εφημερίδα εξυμνεί τον ράπερ για το πρωτοποριακό του «ρεμπέτικο rap», γνωστό και ως «τραμπέτικο», και εστιάζει στο νέο του άλμπουμ με τον τίτλο «Μαύρη Ελλάδα», αναγνωρίζοντας τον Νέγρος του Μοριά ως ηγετική φυσιογνωμία στην ανάμειξη της «παραδοσιακής μουσικής της εργατικής τάξης» με τους σύγχρονους ήχους της trap.
Η ανάλυση του Guardian τοποθετεί τη δουλειά του Νέγρου του Μοριά σε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, συνδέοντας την άνοδο της ακροδεξιάς ρητορικής στην Ελλάδα με την ανάγκη νέων καλλιτεχνών, ιδίως αυτών που προέρχονται από μεταναστευτικές κοινότητες, να εκφράσουν τις ανησυχίες και την οργή τους μέσω της μουσικής.
«Καθώς τα ακροδεξιά πολιτικά κόμματα έχουν αναδειχθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, νέοι καλλιτέχνες από τις μεταναστευτικές κοινότητες της Αθήνας χρησιμοποιούν το hip-hop για να διοχετεύσουν την οργή τους», αναφέρει χαρακτηριστικά η εφημερίδα, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της τέχνης ως μέσο αντίστασης και σχολιασμού.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Νέγρος του Μοριά αναδεικνύεται, σύμφωνα με το άρθρο, ως ένας από τους πρωτοπόρους του «τραμπέτικου».
Η μουσική του περιγράφεται ως μία τολμηρή σύνθεση, όπου οι μελωδίες και το ύφος του ρεμπέτικου, της μουσικής που συνδέθηκε ιστορικά με τα λαϊκά στρώματα και τον κοινωνικό αποκλεισμό, συναντούν τους σκληρούς, ηλεκτρονικούς ρυθμούς της trap.
Ο ίδιος ο ράπερ, όπως σημειώνει ο Guardian, δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά για την ταυτότητά του ως Έλληνας δεύτερης γενιάς, γιος Γκανέζων μεταναστών, ενώ ταυτόχρονα υιοθετεί και ανατρέπει παραδοσιακά ελληνικά σύμβολα στην εμφάνισή του, φορώντας τσαρούχια και φουστανέλα, δημιουργώντας έτσι μία ισχυρή οπτική και πολιτισμική δήλωση.
Η κριτική της βρετανικής εφημερίδας για τον Νέγρο του Μοριά είναι αποθεωτική.
Ο δημοσιογράφος Ammar Kalia δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τη δουλειά του ως μία «ρεμπέτικη rap αντίθεση στον ελληνικό κοινωνικό διχασμό», αναγνωρίζοντας τη δύναμη της μουσικής του να γεφυρώνει χάσματα και να προκαλεί διάλογο γύρω από τις σύγχρονες ελληνικές πραγματικότητες.
Η ανάλυση εμβαθύνει στον ήχο του νέου του άλμπουμ «Μαύρη Ελλάδα», κάνοντας ειδική μνεία στην εξέλιξη της φωνής του ράπερ.
Ο Guardian επισημαίνει τη βαρύτονη «στροφή» του, παρατηρώντας τη μουσική του διαδρομή που περνά «από το G-funk στο “Ευθυνόφοβος” μέχρι τα Afrobeats στο “Αν Είναι Δυνατόν”», καθώς και την πολυεπίπεδη αισθητική που αναπτύσσει στο κομμάτι «Πραγματικότητα».
Η κριτική κορυφώνεται με μία ισχυρή διαπίστωση για την ωριμότητα και την ένταση της καλλιτεχνικής έκφρασής τους: «Οπλισμένος με αυτήν την πιο σκοτεινή, πιο ώριμη φωνή, ο Νέγρος Του Μοριά αντιμετωπίζει τα πιο ζοφερά ζητήματα με ακούραστη ενέργεια: μία ισχυρή δήλωση», καταλήγει το δημοσίευμα.
Η πορεία του Νέγρου του Μοριά
Πέρα όμως από την πρόσφατη διεθνή αναγνώριση, ποιος είναι ο Νέγρος του Μοριά;
Γνωστός και με το αγγλικό ψευδώνυμο Black Morris, που αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του καλλιτεχνικού του ονόματος, έχει καθιερωθεί ως ένας από τους πιο επιδραστικούς Έλληνες ράπερ της νεότερης γενιάς.
Θεωρείται από πολλούς ως η φωνή που προσωποποιεί το πολυπολιτισμικό και συχνά αντιφατικό κέντρο της Αθήνας του 21ου αιώνα.
Μιλά εκ μέρους μιας νεολαίας που νιώθει συχνά παραγκωνισμένη ή προσβεβλημένη, και το κάνει με έναν τρόπο άμεσο, αυθεντικό, χρησιμοποιώντας τον δικό του, χαρακτηριστικό «επίμονο κομπασμό» ως μέσο έκφρασης και αυτοπεποίθησης.
Η πορεία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις γειτονιές της Αθήνας όπου μεγάλωσε.
Γεννημένος από Γκανέζους γονείς στην άλλοτε οικονομικά υποβαθμισμένη συνοικία των Αμπελοκήπων και έχοντας περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Κυψέλη και τις γύρω περιοχές, γειτονιές με έντονο το στοιχείο της μετανάστευσης και της κοινωνικής ζύμωσης, ο Νέγρος του Μοριά απέκτησε από νωρίς τις εμπειρίες που θα διαμόρφωναν τη θεματολογία και το ύφος του.
Τα πρώτα του βήματα στον κόσμο της ελληνικής rap σκηνής τα έκανε δίπλα σε μία εμβληματική μορφή του χώρου, τον Τάκι Τσαν.
Η αναγνώριση δεν άργησε να έρθει σε εθνικό επίπεδο, καθώς το 2014 το Thessaloniki Hip Hop Festival του απένειμε τον τίτλο του Καλύτερου Νέου Καλλιτέχνη της Χρονιάς.
Η καλλιτεχνική του ωρίμανση συνεχίστηκε με την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ του το 2018, μιας ανεξάρτητης παραγωγής με τον αγγλικό τίτλο «H.E.A.L.T.H.», τα αρχικά του οποίου αντιστοιχούν στη φράση «How Economy And Love Tortured Humanity» (Πώς η Οικονομία και η Αγάπη Βασάνισαν την Ανθρωπότητα), δείχνοντας από τότε την πρόθεσή του να ασχολείται με βαθύτερα κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα.
Η προβολή του Νέγρου του Μοριά από τον Guardian δεν είναι απλώς μία επιβεβαίωση της καλλιτεχνικής του πορείας, αλλά και μία αναγνώριση της σημασίας της φωνής του σε μία εποχή έντονων κοινωνικών ανακατατάξεων και πολιτισμικών διαλόγων στην Ελλάδα και διεθνώς.
Η μουσική του, ένα κράμα παράδοσης και νεωτερικότητας, τοπικής εμπειρίας και παγκόσμιων ήχων, λειτουργεί ως καθρέφτης μιας Ελλάδας που αλλάζει, θέτοντας ερωτήματα και προκαλώντας συζητήσεις για την ταυτότητα, την ενσωμάτωση και το μέλλον.
