Όταν η Olivia Rodrigo αποφάσισε να τραγουδήσει για τον έρωτα, ήξερε καλά πως η διαδρομή από την απόλυτη ευφορία μέχρι τον συντριπτικό αποχωρισμό δεν είναι ποτέ μία ευθεία γραμμή. Στη νέα δισκογραφική δουλειά της, ξεπερνά τα γνώριμα όρια της pop-punk, συναντά τον Robert Smith των The Cure και παραδίδει ένα ώριμο, σκοτεινό και βαθιά συναισθηματικό χρονικό που ξεκινά με πυροτεχνήματα και καταλήγει σε μία μοναχική, λυτρωτική μελαγχολία.
Ο Προυστ είχε χαρακτηρίσει τον έρωτα μία αμοιβαία δοκιμασία βασανισμού, ο Μπουκόβσκι είχε γράψει πως είναι πιο παράξενος από φλεγόμενο χόρτο, και η Olivia Rodrigo είχε κάποτε παραδεχθεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια πως είναι απλώς απίστευτα ντροπιαστικός.
Στο τραγούδι «Drop Dead», το οποίο ανοίγει τη νέα δισκογραφική δουλειά της, τη βρίσκουμε σε ελεύθερη πτώση, με την καρδιά της εκτεθειμένη σε κοινή θέα, έτοιμη να ρισκάρει τα πάντα, καθώς η ελπίδα και οι αμέτρητες πιθανότητες τρεμοπαίζουν κάτω από το φως μιας μαγικής νύχτας.
Οι ποιητές, οι φιλόσοφοι και τα μαθήματα του παρελθόντος μοιάζουν να μην έχουν καμία σημασία μπροστά σε αυτή την έκρηξη αδρεναλίνης, που χτίζεται πάνω σε ντραμς που χτυπούν δυνατά στο στήθος και σε λαμπερά synths.
Η αγωνία της προσμονής και η έξαψη του ρομάντζου κορυφώνονται με κάθε ευφορικό στίχο, μέχρι τη στιγμή που η ίδια τραγουδά: «Φίλησέ με, και μπορεί να πέσω νεκρή».
Αυτή είναι ίσως η πιο χαρούμενη εκδοχή της Rodrigo που έχουμε ακούσει ποτέ.
Στο παρελθόν, η ίδια δεν φοβήθηκε να γεμίσει τα εξαιρετικά επιτυχημένα άλμπουμ της «Sour» και «Guts» με μία punk, οργισμένη ενέργεια και γεμάτους εφηβικό άγχος ύμνους που ταυτίστηκαν με μία ολόκληρη γενιά.
Για την τρίτη της κυκλοφορία, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ήταν έτοιμη για μία πιο απλή, ανάλαφρη εποχή, γεμάτη ροζ εξομολογήσεις για μία νέα σχέση.
Όλοι γνωρίζουμε, όμως, πως διαθέτει υπερβολικά πολύ πνεύμα, αυτογνωσία και ένα σπάνιο ταλέντο στην τραγουδοποιία για να περιοριστεί σε απλοϊκές, ωραιοποιημένες αφηγήσεις.
Ο τίτλος της νέας δισκογραφικής δουλειάς ήταν η πρώτη ξεκάθαρη ένδειξη.
Το «You Seem Pretty Sad For A Girl So InLove» καθιστά σαφές ότι αυτό το έργο είναι μία περίπλοκη συναισθηματική διαδρομή, που ανατρέπει τις κοινοτυπίες και τις υποθέσεις γύρω από την αγάπη.
Μουσικά hints ήταν ήδη διάσπαρτα στο «Drop Dead», το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο single, με μία ξεκάθαρη αναφορά στο «Just Like Heaven» των The Cure και έναν θολό, γεμάτο fuzz ήχο στις κιθάρες, τον οποίο η ίδια και ο μόνιμος συνεργάτης της στην παραγωγή Dan Nigro επέλεξαν συνειδητά.
Με αυτόν τον τρόπο, κατάφεραν να ανακαλέσουν τις New Wave φιγούρες της δεκαετίας του ’80 και την εικόνα ενός μοναχικού Robert Smith.
Όλα αυτά προετοιμάζουν το έδαφος για κάτι πολύ πιο κοντά στην πραγματική ζωή, καθώς η Rodrigo ακολουθεί ολόκληρη την πορεία μιας σχέσης.
Το ταξίδι ξεκινά από τον ονειρικό μήνα του μέλιτος, περνά από τα πρώτα σημάδια της σύγκρουσης και καταλήγει σε έναν οδυνηρό αποχαιρετισμό, δημιουργώντας το πιο ολοκληρωμένο και μουσικά περιπετειώδες άλμπουμ της μέχρι σήμερα.
Στην αρχή, βέβαια, υπάρχουν μόνο πυροτεχνήματα.
Τα πρώτα τραγούδια αποτυπώνουν την αίσθηση του έρωτα σε πραγματικό χρόνο, με την Rodrigo να έχει δηλώσει πως ο δίσκος αφορά την πρώτη της ενήλικη σχέση, κάτι που πολλοί θαυμαστές συνδέουν με τον ηθοποιό Louis Partridge, με τον οποίο ήταν μαζί για περισσότερο από έναν χρόνο.
Η ίδια παραμένει σε κατάσταση απόλυτης ευφορίας στο «Stupid Song», ένα κομμάτι που ξεκινά σαν μία γλυκιά μπαλάντα προτού εμφανιστούν οι κορεσμένοι ήχοι των synths από τα Eighties.
Το «Honeybee» είναι ένα πιο χαμηλών τόνων, ακουστικό τραγούδι που ρίχνει την ένταση, προσφέροντας ταυτόχρονα μία τρυφερή στιγμή που αναδεικνύει το βάθος των συναισθημάτων της.
Σύντομα, όμως, οι ανησυχίες αρχίζουν να συσσωρεύονται.
Αν υπάρχει κάτι που η Rodrigo κάνει εξαιρετικά καλά, είναι να βουτά στις ανασφάλειές της με ένα μείγμα χιούμορ και απόλυτης ειλικρίνειας.
Στο «Maggots 4 Brains» στήνει ένα μελαγχολικό synth πάρτι, αποτυπώνοντας τον πόθο και την εξάρτηση που κυριαρχούν όταν βρίσκεται μακριά από τον άνθρωπο που αγαπά:
«Τα πάντα μοιάζουν μουχλιασμένα σαν τα φρούτα που είναι στο ψυγείο μου / Και κάθε τι αστείο που συμβαίνει, εύχομαι να μπορούσα να το πω σε εκείνον».
Οι ραφές της σχέσης αρχίζουν να ξηλώνονται όλο και περισσότερο με κάθε επόμενο κομμάτι.
Αυτό αποδεικνύει την εξαιρετική δουλειά που έκαναν η Rodrigo και ο Nigro στη σειρά των τραγουδιών, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την πτωτική πορεία της σχέσης.
Η Rodrigo εμφανίζεται τυφλά ελπιδοφόρα στο «U + Me = <3» και έντονα κτητική στο «My Way», το οποίο πλησιάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο γνώριμο pop-punk στυλ της, εστιάζοντας ωστόσο σε ένα ρετρό synth παρά στις κιθάρες. Το σημείο καμπής, όμως, έρχεται με το συγκλονιστικό «Purple», όπου συνειδητοποιεί ότι η αγάπη που βρήκε σημαίνει ταυτόχρονα ότι χάνει τον ίδιο της τον εαυτό.
Οι μπαλάντες «The Cure» και «Begged» συνεχίζουν να στρέφουν τον φακό προς τα μέσα, αν και μερικές φορές απειλούν να ανακόψουν τη δυναμική του άλμπουμ. Αν χρειαζόταν να αποσαφηνίσει ακόμα περισσότερο τα συναισθήματά της, η βοήθεια έρχεται στο «What’s Wrong With Me», όπου ενώνεται με τον ίδιο τον frontman των The Cure. Πρόκειται για μία εξαιρετική συμμετοχή, καθώς ο Robert Smith μοιάζει να αιωρείται παντού μέσα στον δίσκο, τόσο στην παραγωγή όσο και στους στίχους. Σε αυτό το τραγούδι, εμφανίζεται επιτέλους όχι ως φάντασμα, αλλά ως μία καθοδηγητική δύναμη. «Νομίζω ότι εσύ είσαι αυτό που πάει λάθος με μένα», τραγουδούν μαζί σε έναν στίχο που ταιριάζει απόλυτα στη δισκογραφία και των δύο.
Η Rodrigo πάντα έδειχνε με περηφάνια τις αναφορές της, αντλώντας έμπνευση από το rock της δεκαετίας του ’90 και γυναικεία συγκροτήματα όπως οι Hole και οι Babes in Toyland. Σε αυτή τη δισκογραφική δουλειά, όμως, κάνει κάτι περισσότερο από το να αποδίδει φόρο τιμής. Υφαίνει ένα μουσικό σύμπαν μέσα στο οποίο οι ήρωές της μπορούν να σταθούν φυσικά.
Οι θαυμαστές που αναζητούν την πιο επιθετική pop-punk ενέργεια των προηγούμενων δίσκων ίσως δυσκολευτούν στην αρχή με τον νέο ήχο, αλλά η παρουσία του Robert Smith αποδεικνύει πόσο καλά λειτουργεί αυτή η αλλαγή. Η electro-funhouse αισθητική του «Expectations», που μοιάζει να έχει φυτρώσει από έναν σπόρο που φύτεψαν οι B-52s, προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο, κρατώντας τον ακροατή σε εγρήγορση.
Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του άλμπουμ είναι η ωρίμανση της αφήγησης της Rodrigo. Για μία κοπέλα που εκτοξεύτηκε στα ύψη τραγουδώντας για τον εφηβικό πόνο στο «Drivers License» στα 17 της, υπάρχει πλέον μία νέα σοφία. Αυτή η σοφία τη βοηθά να αποδεχθεί τη σκληρή πραγματικότητα: μπορείς να λατρεύεις κάποιον περισσότερο από καθετί και παρ’ όλα αυτά να πρέπει να τον αφήσεις να φύγει.
Στο τραγούδι «Less», μία μπαλάντα με τη συνοδεία πιάνου που θυμίζει κλασικές ερμηνεύτριες, προσφέρει μερικούς από τους πιο οδυνηρούς στίχους της: «Αν το να με αγαπάς σημαίνει να με αφήνεις να φύγω και να μου εύχεσαι τα καλύτερα, τότε νομίζω ότι εύχομαι, εύχομαι, εύχομαι να με αγαπούσες λιγότερο».
Μέχρι το τελευταίο τραγούδι, το «Cigarette Smoke», η ίδια έχει βρει μία μορφή ειρήνης, ακόμα κι αν δεν έχει φτάσει ακόμα στην πλήρη κάθαρση, καθώς προσπαθεί να προχωρήσει παρακάτω. «Οι αναμνήσεις σκοτεινιάζουν», επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Ίσως τελικά οι αναμνήσεις να σβήσουν, αλλά αυτά τα τραγούδια θα μείνουν για καιρό μαζί μας.
