Στο νέο του βιβλίο, ο Paul McCartney επιστρέφει στην ημέρα που άλλαξε τον κόσμο της μουσικής για πάντα, μιλώντας για το σοκ, τη θλίψη και την «ευλογία» της συμφιλίωσης.
Ήταν μία νύχτα του Δεκεμβρίου που πάγωσε τον χρόνο. Στις 8 Δεκεμβρίου 1980, ο John Lennon, η ψυχή των Beatles και μία από τις πιο εμβληματικές φωνές του 20ού αιώνα, έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες του Mark David Chapman έξω από το διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη. Ο κόσμος πάγωσε. Για τον Paul McCartney, τον μουσικό του αδελφό, συνεργάτη και φίλο, η στιγμή εκείνη ήταν ένα τραύμα που, όπως αποκαλύπτει, παραμένει ακόμα ανοιχτό.
Στο νέο του βιβλίο, μία προφορική ιστορία με τίτλο «Wings: The Story of a Band on the Run», που κυκλοφόρησε την Τρίτη 4 Νοεμβρίου, ο McCartney επιστρέφει σε εκείνη την ημέρα που ο κόσμος του κατέρρευσε.
Ο 83χρονος καλλιτέχνης του θυμάται με ανατριχιαστική λεπτομέρεια πώς έμαθε τα νέα νωρίς το πρωί από τον μάνατζέρ του. Η αντίδρασή του, συμπυκνωμένη σε μία φράση, αποτυπώνει το μέγεθος του παραλόγου: «Ήταν απλά τόσο εξωφρενικό».
Η μνήμη εκείνης της στιγμής είναι τόσο έντονη και τραυματική, που ο Paul McCartney τη συγκρίνει με ένα άλλο γεγονός που σημάδεψε τη γενιά του: τη δολοφονία του John F. Kennedy το 1963. Ήταν, όπως γράφει, «η ίδια φρικτή στιγμή».
Για τον εκείνον, όλα είχαν γίνει θολά, ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων που αψηφούσε τη λογική. «Δεν μπορούσες να το χωνέψεις. Ακόμα δεν το έχω χωνέψει. Δεν θέλω», εξομολογείται, αποκαλύπτοντας μία πληγή που ο χρόνος δεν κατάφερε να επουλώσει πλήρως.
Η άμεση αντίδραση στο άκουσμα της είδησης ήταν σχεδόν σουρεαλιστική. Αντί να κλειστούν σπίτι τους, παραδομένοι στη θλίψη, ο Paul McCartney, ο Ringo Starr και ο George Harrison πήραν μία απόφαση που φανέρωνε την ανάγκη τους για κανονικότητα, για μία άγκυρα μέσα στο χάος. Κατευθύνθηκαν προς το στούντιο.
«Έπρεπε όλοι να πάμε στη δουλειά και να είμαστε με ανθρώπους που ξέραμε», γράφει, εξηγώντας ότι απλώς «έπρεπε να συνεχίσουμε». Τελικά, ήταν το ίδιο το σοκ που τον τροφοδότησε, δίνοντάς του την ενέργεια να ολοκληρώσει μία ολόκληρη μέρα δουλειάς, σαν μία πράξη αντίστασης απέναντι στην τραγωδία.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ωστόσο, αναδύεται και μία αχτίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι. Ο McCartney αναπολεί τη συμφιλίωσή του με τον Lennon πριν από τον θάνατό του, μετά τη δημόσια και συχνά τεταμένη διάλυση των Beatles το 1970.
Αν και εκφράζει τη λύπη του που δεν πρόλαβαν να καθίσουν ξανά μαζί και να τα βρουν απόλυτα, δηλώνει ευγνώμων που η τελευταία τους τηλεφωνική συνομιλία ήταν φιλική, χωρίς τις εντάσεις του παρελθόντος. Δεν υπήρξε «καμία έκρηξη».
Αυτή τη συμφιλίωση, έστω και από απόσταση, ο McCartney τη χαρακτηρίζει ως «μία από τις μεγαλύτερες ευλογίες της ζωής μου». Παραδέχεται ότι οι διαφωνίες τους ήταν έντονες και περιλάμβαναν βαριές κουβέντες και χαρακτηρισμούς, αλλά επιμένει ότι δεν ήταν ποτέ κάτι βαθύτερο από τους καβγάδες δύο αδελφών που αγαπιούνταν βαθιά.
Το βιβλίο «Wings: The Story of a Band on the Run» δεν είναι απλώς μία κατάθεση ψυχής για τον Lennon. Είναι ένα λεπτομερές χρονικό της πορείας του McCartney με το εμβληματικό του συγκρότημα μετά τους Beatles. Βασίζεται σε 40 ώρες νέων και αρχειακών συνεντεύξεων με τον ίδιο τον Paul, την αείμνηστη σύζυγό του Linda, και τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, όπως οι Denny Seiwell, Henry McCullough, Jimmy McColluch, Joe English, Steve Holley, Geoff Britton και Laurence Juber.
Παράλληλα, περιλαμβάνει συνεντεύξεις από πρόσωπα – κλειδιά της ζωής και της καριέρας του, όπως ο παραγωγός George Martin, ο Sean Ono Lennon, η Stella McCartney, η Mary McCartney, η Chrissie Hynde και πολλοί άλλοι.
Περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες μετά, η απώλεια του John Lennon παραμένει ένα αγιάτρευτο τραύμα, όχι μόνο για τον Paul McCartney, αλλά για ολόκληρο τον πολιτισμό. Μέσα από αυτή την ειλικρινή εξομολόγηση, ο McCartney δεν μοιράζεται απλώς μία προσωπική ανάμνηση· μας υπενθυμίζει τη δύναμη της φιλίας, την τραγικότητα της απώλειας και τη γλυκόπικρη παρηγοριά μίας συμφιλίωσης που ήρθε την τελευταία στιγμή, σαν μία νότα ελπίδας σε ένα τραγούδι που τελείωσε απότομα.
Η μουσική τους παραμένει αθάνατη, αλλά η συζήτηση που διακόπηκε τόσο βίαια εκείνη τη νύχτα του Δεκεμβρίου, συνεχίζεται.
