Ο θάνατος του Kenny Morris σε ηλικία 68 ετών κλείνει ένα κεφάλαιο της post-punk ιστορίας, αφήνοντας πίσω του μία κληρονομιά γεμάτη σκοτεινή ένταση, καλλιτεχνική ανησυχία και μία αισθητική που καθόρισε την «αισθητική της αντιπαράθεσης» μιας ολόκληρης εποχής.
Πέθανε ο Kenny Morris, ο ντράμερ που υπήρξε ο ρυθμικός αρχιτέκτονας των Siouxsie and the Banshees κατά τα πρώτα, καθοριστικά τους χρόνια.
Ο Morris έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 68 ετών, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια της post-punk, της οποίας υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς, αν και συχνά υποτιμημένους, πρωταγωνιστές. Η είδηση επιβεβαιώθηκε την Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου, από διάφορα μέσα, μεταξύ των οποίων και το Louder Than War, το οποίο διευθύνει ο δημοσιογράφος John Robb, στενός φίλος του εκλιπόντος.
Ο Kenny Morris δεν ήταν απλώς ένας μουσικός· ήταν μία πολυσχιδής καλλιτεχνική προσωπικότητα που ενσάρκωνε το πνεύμα του 1976. Εντάχθηκε στο συγκρότημα το 1977, διαδεχόμενος τον Sid Vicious, ο οποίος είχε παίξει μόνο σε μία, ιστορική πλέον, συναυλία πριν αποχωρήσει για τους Sex Pistols. Ωστόσο, ήταν ο Morris εκείνος που έδωσε στους Banshees τη δισκογραφική τους υπόσταση. Το παίξιμό του στα δύο πρώτα άλμπουμ του συγκροτήματος, το εμβληματικό «The Scream» (1978) και το «Join Hands» (1979), θεωρείται μέχρι σήμερα το «χρυσό πρότυπο» για την post-punk drumming σκηνή.
Ο John Robb, αποχαιρετώντας τον φίλο του, έγραψε: «Ο Kenny ήταν φίλος μας και ήταν πάντα χαρά να τον βλέπουμε και να κάνουμε παρέα μαζί του όταν επισκεπτόμασταν το Κορκ στην Ιρλανδία, όπου ζούσε. Ήταν γλυκιά, συγκροτημένη, καλλιτεχνική και συναρπαστική παρέα και η όμορφη εκκεντρικότητά του ήταν αξιολάτρευτη. Εμφανιζόταν πότε με κοστούμι και φόρεμα με ανοιχτές χειροπέδες στο ένα χέρι και την επόμενη φορά με ένα τελείως διαφορετικό, αλλά τέλεια δημιουργημένο bricolage στυλ, ενώ εξακολουθούσε να ντύνεται με την έντεχνη αντιπαράθεση της punk εποχής του 1976, της οποίας υπήρξε τόσο βασικό μέρος».
Η συνεισφορά του Morris στη μουσική ταυτότητα των Siouxsie and the Banshees ήταν καταλυτική. Σε μία εποχή που η punk προσπαθούσε να βρει τον επόμενο βηματισμό της, ο Morris εισήγαγε έναν ρυθμό που ήταν ταυτόχρονα πρωτόγονος και μετρονομικός, επηρεασμένος από τη glam rock και τους Glitter Band, αλλά βουτηγμένος σε μία πρωτόγνωρη σκοτεινιά. Ο Murray Chalmers, καταξιωμένος publicist και θαυμαστής του συγκροτήματος, θυμάται: «Ο Kenny ήταν τόσο καταπληκτικός. Παίξτε το πρώτο άλμπουμ τους «The Scream» σήμερα και θα σας καρφώσει στον τοίχο, ακριβώς όπως έκανε το 1978. Το «The Scream» είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ όλων των εποχών και το «Jigsaw Feeling» το αγαπημένο μου τραγούδι όλων των εποχών. Αυτά είναι πολλά «αγαπημένα» για ένα συγκρότημα. Ακολουθούσα τους πρώιμους Banshees παντού σαν έφηβος groupie, με τη διαφορά ότι δεν ήθελα να κοιμηθώ μαζί τους – ήθελα να είμαι αυτοί. Μου άλλαξαν τη ζωή όσο και ο Bowie μερικά χρόνια νωρίτερα. Στο απόγειο των δυνάμεών τους κανείς δεν μπορούσε να νικήσει τους Banshees, και ο Kenny ήταν ζωτικό μέρος αυτής της έντασης, της πίεσης και της δύναμης. Τι ντράμερ!».
Η αποχώρηση του Morris από το συγκρότημα το 1979, μαζί με τον κιθαρίστα John McKay, κατά τη διάρκεια μιας επεισοδιακής περιοδείας, σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής και την είσοδο του Budgie στη θέση του ντράμερ. Παρά τη σύντομη θητεία του, το αποτύπωμά του παρέμεινε ανεξίτηλο. Ο βιογράφος Mark Paytress σημείωσε: «Αντίο, γλυκέ Kenny Morris. Το ακριβές σαν ρολόι παίξιμό του, επηρεασμένο από τους Glitter Band, στα δύο πρώτα άλμπουμ των Banshees έθεσε τα πρότυπα για το post-punk drumming. Πέρασα μερικά αργά βράδια μαζί του στο τηλέφωνο ενώ δούλευα τη βιογραφία των Banshees. Μια ευγενική, λεπτή, cool και ταλαντούχα ψυχή».
Μετά τους Banshees, ο Morris δεν περιορίστηκε στη μουσική. Συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως η Helen Terry, αλλά στράφηκε με πάθος στη σκηνοθεσία μικρού μήκους ταινιών. Τη δεκαετία του ’90, αναζητώντας την ηρεμία και την καλλιτεχνική απομόνωση, μετακόμισε στην Ιρλανδία, στο Κορκ. Εκεί, διηύθυνε μία γκαλερί τέχνης και εργάστηκε ως δάσκαλος καλλιτεχνικών, παραμένοντας πάντα πιστός στην αισθητική του punk, η οποία για εκείνον δεν ήταν ένα παρωχημένο μουσικό είδος, αλλά ένας τρόπος ζωής.
Τα τελευταία χρόνια, ο Morris εργαζόταν πάνω στα απομνημονεύματά του, ένα βιβλίο που αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον από τους ιστορικούς της μουσικής και τους θαυμαστές του. Ο συγγραφέας Jon Savage έγραψε στο X: «Αναπαύσου εν ειρήνη Kenny Morris: αυθεντικέ punk, εξαιρετικέ ντράμερ των Banshees. Τον γνώριζα καλά από την εποχή των Banshees και ήμουν σε επαφή μαζί του πρόσφατα για τα απομνημονεύματά του. Τα οποία ελπίζω ότι θα εκδοθούν. Ο Θεός να σε ευλογεί Kenny».
Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστές λεπτομέρειες για τα αίτια του θανάτου του. Αυτό που μένει, ωστόσο, είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με το «κανονικό», που έβλεπε την τέχνη σε κάθε χειρονομία και που κατάφερε, μέσα από τα χτυπήματα των τυμπάνων του, να δώσει φωνή στο υπαρξιακό άγχος μιας γενιάς που έβλεπε τον κόσμο να αλλάζει ραγδαία.
Ο Kenny Morris ήταν η ήρεμη δύναμη πίσω από τη θύελλα των Siouxsie and the Banshees. Σε μία μουσική βιομηχανία που συχνά καταβροχθίζει τις αυθεντικές φωνές, εκείνος επέλεξε να αποσυρθεί με αξιοπρέπεια, συνεχίζοντας να δημιουργεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά πάντα κοντά στην καρδιά της τέχνης. Η post-punk σκηνή έχασε έναν από τους θεμελιωτές της, αλλά η ηχώ από το «The Scream» θα συνεχίσει να αντηχεί, θυμίζοντάς μας πως η πραγματική δημιουργικότητα δεν γνωρίζει ημερομηνία λήξης. Αναπαύσου εν ειρήνη, Kenny Morris, «αυθεντικέ punk και υπέροχε άνθρωπε».
