Ο Rick Davies, 0 συνιδρυτής, τραγουδιστής και εμβληματικός keyboardist των Supertramp, η φωνή πίσω από διαχρονικές επιτυχίες όπως το «Bloody Well Right» και το «Goodbye Stranger», απεβίωσε σε ηλικία 81 ετών μετά από μακροχρόνια ασθένεια.
Η μουσική σκηνή έγινε φτωχότερη το περασμένο Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου, καθώς ο Rick Davies, ένας από τους πυλώνες του progressive rock και συνιδρυτής των Supertramp, άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Long Island της Νέας Υόρκης.
Στα 81 του χρόνια, και μετά από μία γενναία μάχη με τον καρκίνο που κράτησε πάνω από μία δεκαετία, η ψυχή και ο χαρακτηριστικός ήχος του πιάνου Wurlitzer που χαρακτήρισε τους Supertramp σώπασε για πάντα. Η είδηση του θανάτου του επιβεβαιώθηκε από το ίδιο το συγκρότημα, μέσα από μία συγκινητική ανακοίνωση που τιμούσε την πενηντάχρονη προσφορά του.
«Η Supertramp Partnership με μεγάλη λύπη ανακοινώνει τον θάνατο του ιδρυτή των Supertramp, Rick Davies, μετά από μακροχρόνια ασθένεια», ανέφερε η δήλωση του συγκροτήματος. «Είχαμε το προνόμιο να τον γνωρίζουμε και να παίζουμε μαζί του για πάνω από 50 χρόνια. Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στη Sue Davies».
Η δήλωσε αποτύπωσε στη συνέχεια την ουσία της κληρονομιάς του: «Ως συν-δημιουργός, μαζί με τον συνεργάτη του Roger Hodgson, ήταν η φωνή και ο πιανίστας πίσω από τα πιο εμβληματικά τραγούδια των Supertramp, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία της rock μουσικής. Τα αισθαντικά του φωνητικά και το απαράμιλλο άγγιγμά του στο Wurlitzer έγιναν η καρδιά του ήχου του συγκροτήματος», αναφέρεται.
«Πέρα από τη σκηνή, ο Rick ήταν γνωστός για τη ζεστασιά, την ανθεκτικότητα και την αφοσίωσή του στη σύζυγό του Sue, με την οποία μοιράστηκε πάνω από πέντε δεκαετίες», σημειώνεται.
Γεννημένος στο Swindon της Αγγλίας στις 22 Ιουλίου του 1944, ο νεαρός Rick βρήκε το κάλεσμά του στη μουσική όταν οι γονείς του τού χάρισαν ένα πικάπ. Το άλμπουμ «Drummin’ Man» του θρυλικού ντράμερ της τζαζ, Gene Krupa, έγινε η εμμονή του και ο οδηγός του.
Μετά από περιπλανήσεις σε διάφορα σχολικά και φοιτητικά σχήματα, το 1969 έβαλε μία αγγελία στο περιοδικό Melody Maker αναζητώντας μουσικούς. Αυτή η αγγελία έμελλε να αλλάξει την πορεία της prog rock, καθώς ο Roger Hodgson απάντησε στο κάλεσμα, και μαζί με τον κιθαρίστα Richard Palmer και τον ντράμερ Keith Baker, οι Supertramp γεννήθηκαν.
Με όνομα εμπνευσμένο από το βιβλίο «The Autobiography of a Super-Tramp» του Ουαλού συγγραφέα William Henry Davies, το συγκρότημα υπέγραψε συμβόλαιο με την A&M Records και κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του το 1970.
Ήταν όμως το 1974, με το άλμπουμ «Crime of the Century», που το συγκρότημα γνώρισε την πρώτη του εμπορική εκτόξευση. Το single «Bloody Well Right», με την υπογραφή και τη φωνή του Davies, σκαρφάλωσε στο No. 35 του Billboard Hot 100, συστήνοντας τον ωμό, μπλουζ ήχο του σε ένα ευρύτερο κοινό.
Η χρυσή εποχή ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Μετά το «Even in the Quietest Moments…» του 1977, που περιείχε το φωτεινό, γραμμένο από τον Hodgson, «Give a Little Bit», το συγκρότημα αγκάλιασε τις pop ευαισθησίες του και κατέκτησε τον κόσμο.
Το 1979, το άλμπουμ – ορόσημο «Breakfast in America» έγινε παγκόσμιο φαινόμενο. Τραγούδια όπως το «The Logical Song» και το «Take the Long Way Home» έγιναν ύμνοι μίας ολόκληρης γενιάς, ενώ το παιχνιδιάρικο και ταυτόχρονα μελαγχολικό «Goodbye Stranger», μία σύνθεση του Davies, απέδειξε την ικανότητά του να γράφει ακαταμάχητα ραδιοφωνικά hits που δεν έχαναν ποτέ την καλλιτεχνική τους ταυτότητα.
Η δημιουργική χημεία μεταξύ του Davies και του Hodgson ήταν εκρηκτική, αλλά ταυτόχρονα και ασταθής. Μετά από χρόνια εσωτερικών διαφωνιών για τη μουσική κατεύθυνση, ο Hodgson αποχώρησε το 1982, αφήνοντας τον Davies στο τιμόνι.
Εκείνος, απτόητος, οδήγησε τους Supertramp σε μία νέα εποχή με το «Brother Where You Bound» του 1985, ένα άλμπουμ που περιείχε την τελευταία τους μεγάλη επιτυχία, το «Cannonball», αλλά και ένα φιλόδοξο, 16-λεπτο ομώνυμο κομμάτι με ένα αξέχαστο σόλο κιθάρας από τον David Gilmour των Pink Floyd.
Τα επόμενα χρόνια βρήκαν τους Supertramp να πειραματίζονται με νέους ήχους, όπως στο new wave του «Free As a Bird» (1987), και να κυκλοφορούν άλλα δύο άλμπουμ, το «Some Things Never Change» (1997) και το κύκνειο άσμα τους, «Slow Motion» (2002).
Οι Supertramp συνέχισαν τις περιοδείες μέχρι το 2012, αλλά μία προγραμματισμένη ευρωπαϊκή περιοδεία το 2015 ακυρώθηκε, καθώς ο Davies είχε ήδη ξεκινήσει τη θεραπεία του για το πολλαπλούν μυέλωμα.
Ο Rick Davies δεν ήταν απλώς ένας μουσικός. Ήταν η γειωμένη, μπλουζ ψυχή που ισορροπούσε τις πιο αιθέριες, pop μελωδίες του Roger Hodgson. Ήταν ο ήχος ενός πιάνου Wurlitzer που μπορούσε να είναι ταυτόχρονα τρυφερός και επιθετικός, η φωνή που τραγούδησε για την αποξένωση, τον κυνισμό αλλά και την ελπίδα με έναν μοναδικά αυθεντικό τρόπο.
Η μουσική του κληρονομιά, από τις αρένες του «Breakfast in America» μέχρι τις πιο εσωστρεφείς στιγμές της καριέρας του, παραμένει ζωντανή, μία υπενθύμιση ότι μερικές φορές, έχεις απόλυτο δίκιο να λες τα πράγματα όπως είναι. «You’re bloody well right».
