Η απόφαση δικαστηρίου της Μόσχας έρχεται να επισφραγίσει μία μακροχρόνια σύγκρουση, θέτοντας εκτός νόμου τις δραστηριότητες της κολεκτίβας και επιβάλλοντας βαρύτατες ποινές φυλάκισης στα μέλη των Pussy Riot.
Σε μία κίνηση που πολλοί αναλυτές θεωρούσαν αναμενόμενη δεδομένης της σκληρής στάσης του Κρεμλίνου απέναντι σε κάθε φωνή διαφωνίας, οι ρωσικές αρχές χαρακτήρισαν και επισήμως το φεμινιστικό punk συγκρότημα Pussy Riot ως «εξτρεμιστική» οργάνωση.
Η απόφαση, η οποία ελήφθη τη Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου από δικαστήριο στη Μόσχα, απαγορεύει ουσιαστικά κάθε δραστηριότητα της ομάδας εντός της ρωσικής επικράτειας, κλείνοντας έναν κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης που διαρκεί πάνω από μία δεκαετία.
Η συγκεκριμένη δικαστική εξέλιξη δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, αλλά το φυσικό επακόλουθο μιας απόφασης που είχε προηγηθεί τον Σεπτέμβριο. Τότε, το περιφερειακό δικαστήριο Basmanny είχε καταδικάσει ερήμην και τα πέντε μέλη των Pussy Riot, επιβάλλοντας ποινές κάθειρξης που κυμαίνονταν από οκτώ έως δεκατρία έτη.
Το κατηγορητήριο, βαρύ και ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί στη χώρα, αφορούσε τη διασπορά «ψευδών πληροφοριών» σχετικά με τον ρωσικό στρατό. Το συγκρότημα, από την πλευρά του, απέρριψε κατηγορηματικά τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τις ως ξεκάθαρα πολιτικά υποκινούμενες.
Η αντίδραση των μελών της κολεκτίβας υπήρξε άμεση και οξύτατη, διατηρώντας το μαχητικό πνεύμα που τις καθιέρωσε στη διεθνή συνείδηση. Σε δήλωσή της στο περιοδικό Rolling Stone μετά την καταδίκη, η Diana Burkot, μέλος της ομάδας, δεν μάσησε τα λόγια της, συνδέοντας την πολιτική καταπίεση με την πατριαρχική δομή εξουσίας.
«Ο πλήρους κλίμακας πόλεμος κατά της Ουκρανίας συνεχίζεται για περισσότερα από τρία χρόνια», δήλωσε η Burkot. «Και συνεχίζω να πιστεύω: Η Ουκρανία πρέπει να κερδίσει και ο Vladimir Putin πρέπει να δικαστεί στη Χάγη».
Η Burkot προχώρησε σε μία βαθύτερη κοινωνιολογική ανάλυση του ρωσικού καθεστώτος, χρησιμοποιώντας όρους που απηχούν τη φεμινιστική ιδεολογία της ομάδας: «Η ρωσική κυβέρνηση είναι ένα σχολικό παράδειγμα πατριαρχίας – το χειρότερο είδος κακοποιητή: ένας τύραννος, ένας νάρκισσος, ένας gaslighter, ένας τοξικός χειριστής που ζει από την καταστροφή της θέλησης των άλλων».
Τα λόγια αυτά αποτυπώνουν την ουσία της σύγκρουσης των Pussy Riot με το καθεστώς: δεν πρόκειται απλώς για πολιτική διαφωνία, αλλά για μία θεμελιώδη ηθική και υπαρξιακή αντίθεση.
Για να κατανοήσει κανείς τη βαρύτητα της τωρινής απαγόρευσης, πρέπει να ανατρέξει στο 2012, τη χρονιά που οι Pussy Riot έγιναν παγκοσμίως γνωστές. Η παράτολμη διαμαρτυρία τους μέσα στον Καθεδρικό Ναό του Χριστού Σωτήρος στη Μόσχα, φορώντας τις χαρακτηριστικές χρωματιστές κουκούλες (μπαλακλάβα), υπήρξε μία πράξη που σόκαρε τη συντηρητική ρωσική κοινωνία και προκάλεσε τον θαυμασμό της διεθνούς κοινότητας.
Εκείνη η «punk προσευχή» δεν ήταν απλώς μία καλλιτεχνική δράση, αλλά μία ευθεία αμφισβήτηση της συμπόρευσης Εκκλησίας και Κράτους στη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Από εκείνη τη στιγμή, το συγκρότημα μεταμορφώθηκε σε ένα παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης κατά του Κρεμλίνου. Μέσα στα χρόνια, οι Pussy Riot εξελίχθηκαν από μία μουσική μπάντα σε μία πολυδιάστατη ακτιβιστική πλατφόρμα, χρησιμοποιώντας την τέχνη, τη μόδα και τη δημόσια παρέμβαση για να αναδείξουν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φεμινισμού και πολιτικής ελευθερίας.
Η στάση τους απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία υπήρξε εξαρχής αδιαπραγμάτευτη, γεγονός που οδήγησε στην οριστική ρήξη με τις ρωσικές αρχές και τη σημερινή τους νομοθετική εξορία.
Ο χαρακτηρισμός τους ως «εξτρεμιστική οργάνωση» κλείνει τυπικά την πόρτα της Ρωσίας για τις Pussy Riot, όμως ενδεχομένως ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη διεθνή δράση τους. Όπως αποδεικνύει η ιστορία, η λογοκρισία σπάνια καταφέρνει να σιγήσει φωνές που έχουν ήδη βρει παγκόσμια απήχηση. Αντίθετα, συχνά τις ενδυναμώνει, προσδίδοντάς τους το φωτοστέφανο του διωκόμενου που αρνείται να σιωπήσει.
