Ο Robbie Williams κυκλοφορεί αιφνιδιαστικά το νέο άλμπουμ του «Britpop» – Μια αναδρομή σε μία χρυσή εποχή, μέσα από τα μάτια ενός σταρ που αρνείται να γεράσει
Η άφιξη του 13ου άλμπουμ του Robbie Williams αποδείχθηκε μία περίπλοκη υπόθεση, γεμάτη στρατηγικούς ελιγμούς και νοσταλγική διάθεση.
Ανακοινώθηκε τον Μάιο του 2025 και αρχικά προοριζόταν να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο, μία χρονική στιγμή που ο τίτλος του, «Britpop», θα εναρμονιζόταν άψογα με τη νοσταλγία για τα 90s που πυροδότησε η επανένωση των Oasis.
Ο Williams πέρασε το καλοκαίρι προωθώντας το εγχείρημα, αποκαλύπτοντας ψεύτικες μπλε πλακέτες με θέμα την Britpop σε όλο το Λονδίνο και διοργανώνοντας συνέντευξη Τύπου στο Groucho Club.
Ακολούθησε μία συναυλία παρουσίασης στον ιστορικό χώρο Dingwalls του Camden, όπου ερμήνευσε όχι μόνο ολόκληρο το νέο του άλμπουμ, αλλά και το πρώτο του σόλο άλμπουμ από το 1997, «Life Thru A Lens».
Ήταν μία τολμηρή επιλογή, δεδομένου ότι το «Life Thru A Lens» αρχικά απείλησε να εκτροχιάσει τη σόλο καριέρα του. Εκείνη την εποχή, οι μετέπειτα τεράστιες επιτυχίες «Angels» και «Let Me Entertain You» είχαν αγνοηθεί, ενώ το κοινό κατέκρινε τις συγκεχυμένες προσπάθειες του Williams να ενταχθεί στη σκηνή της Britpop.
Στη σκηνή του Dingwalls, έκανε την έκπληξη ανακοινώνοντας ότι το άλμπουμ δεν θα κυκλοφορούσε τελικά μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου και παραδέχτηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι δεν ήθελε να ανταγωνιστεί το «The Life Of A Showgirl» της Taylor Swift.
Και ξαφνικά, το άλμπουμ εμφανίστηκε χωρίς εξήγηση δύο εβδομάδες μετά την έναρξη του Ιανουαρίου: πιθανότατα επειδή ο Williams θα έχει λιγότερους ανταγωνιστές στα charts αυτή την εβδομάδα, αυξάνοντας τις πιθανότητες να σπάσει το ρεκόρ που κατέχει από κοινού με τους Beatles για τα περισσότερα Νο. 1 άλμπουμ στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Όλο αυτό φαντάζει λίγο παράξενο, αλλά και το ίδιο το άλμπουμ «Britpop» αποπνέει μία ιδιαιτερότητα.
Ο Robbie Williams το έχει προλογίσει ως «το άλμπουμ που ήθελα να γράψω και να κυκλοφορήσω αφού έφυγα από τους Take That το 1995» και ως έναν εορτασμό «μιας χρυσής εποχής για τη βρετανική μουσική».
Ωστόσο, αναρωτιέται κανείς γιατί θα ήθελε να επιστρέψει στα μέσα της δεκαετίας του ’90, μία εποχή που ήταν χαμένος, δέσμιος των εθισμών και αντικείμενο δυσάρεστου δημόσιου χλευασμού, αγνοώντας πλήρως ότι επρόκειτο να γίνει ο μεγαλύτερος Βρετανός καλλιτέχνης της εποχής του.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι πρόκειται για μία πράξη κλεισίματος λογαριασμών, αλλά εύλογα θα σκεφτόταν ότι ο Williams βρήκε τη λύτρωση όταν κυκλοφόρησε το «Angels»: ένα τραγούδι που «έκανε έξωση στο “Wonderwall” από τον βρετανικό ψυχισμό», σηματοδοτώντας μία στροφή των προτιμήσεων από την εναλλακτική σκηνή προς την απενοχοποιημένη mainstream pop.
Αρχικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι ο Williams πιστεύει πως έχει ανολοκλήρωτες υποθέσεις με τον ήχο που επιδίωξε ως μπερδεμένο πρώην μέλος boyband. Επιστρέφει σε αυτόν με την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που έχει πουλήσει 75 εκατομμύρια δίσκους και μπορεί να καλέσει τον κιθαρίστα των Black Sabbath, Tony Iommi, για το εναρκτήριο κομμάτι «Rocket».
Πρόκειται για ένα δυναμικό pub rock τραγούδι, όπου ο Iommi προσθέτει τη βαριά υπογραφή του, αποτυπώνοντας το μάντρα του άλμπουμ που κοιτάζει στο παρελθόν αλλά ζει για το τώρα: «Τι εποχή για να είσαι ζωντανός» («What a time to be alive»).
Δεν λειτουργούν όλα τέλεια – η άκομψη glam αισθητική του «Cocky», με τη συμμετοχή του θρύλου των Supergrass, Gaz Coombes, θυμίζει Oasis, αλλά δυστυχώς τους Oasis της εποχής του «Heathen Chemistry» και όχι του «Definitely Maybe».
Όταν όμως πετυχαίνει, το «Britpop» κάνει το σχέδιο του Williams να φαίνεται καλή ιδέα. Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποιος επηρέασε τον τόνο της φωνής στο «All My Life», με τα φωνήεντα να τραβιούνται σε πολλαπλές συλλαβές, ή τον τοίχο από παραμορφωμένες κιθάρες στο «Spies».
Όπως τα σόλο τραγούδια του Liam Gallagher, το «Spies» ρίχνει μία νοσταλγική ματιά στον ηδονισμό των μέσων των ’90s: «Συνηθίζαμε να μένουμε ξύπνιοι όλη τη νύχτα, νομίζοντας ότι ήμασταν όλοι κατάσκοποι, προσευχόμενοι να μην έρθει το αύριο» («We used to stay up all night, thinking we were all spies, praying that tomorrow won’t come»).
Ο άνθρωπος που κάποτε δήλωσε «Ελπίζω να γεράσω πριν πεθάνω» («I hope I’m old before I die»), βρίσκεται τώρα στα 51 του, τυλιγμένος στην κληρονομιά του.
Στη δεκαετία που μεσολάβησε από το προηγούμενο άλμπουμ του, «The Heavy Entertainment Show» (2016), είδαμε ένα αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ στο Netflix και τη βιογραφική ταινία «Better Man».
Η τελευταία, όπως είχε δηλώσει στο NME, ήταν ένα σημείο καμπής για να ξεκινήσει τη «τρίτη πράξη» της καριέρας του. Και αυτή η πράξη ξεκινά με τον Williams να κοιτάζει πίσω.
Ακριβώς τη στιγμή που νομίζεις ότι έχεις καταλάβει τη γενική ιδέα του άλμπουμ, αυτό ξεφεύγει προς απρόσμενες κατευθύνσεις.
Υπάρχει το «Morrissey», ένας αστείος, ελαφρώς ομοερωτικός synth-pop ύμνος στον πρώην frontman των The Smiths, συνυπογεγραμμένος από τον Gary Barlow των Take That – μία συνεργασία που κερδίζει πόντους αν μη τι άλλο για την ευρηματικότητά της.
Είναι μία ανακατασκευή του «Stan» εν έτει 2025, ειπωμένη από την πλευρά ενός stalker του μισάνθρωπου των The Smiths.
Υπάρχει το «It’s OK Until the Drugs Stop Working», ένα κομμάτι που μελωδικά θυμίζει τη βρετανική bubblegum pop, μία μίξη Tony Christie και Blur, με στίχους γεμάτους αυθάδεια: «Πρέπει να χαμογελάσω όταν μου προσφέρει προστασία» («I have to smile when she offers me protection»).
Και φυσικά, υπάρχει το «Human», μία όμορφη ηλεκτρονική μπαλάντα για την τεχνητή νοημοσύνη, με τη συμμετοχή του μεξικανικού pop ντουέτου Jesse & Joy (ο Williams είναι εξαιρετικά δημοφιλής στο Μεξικό), καθώς και του Chris Martin των Coldplay στην κιθάρα και τα πλήκτρα.
Στο «Bite Your Tongue» και στο «You», ο Williams επιχειρεί να ραπάρει ξανά, θυμίζοντας παλιούς Kasabian, με στίχους που προκαλούν αμηχανία ή γέλιο: «φτιάξε τον Jared Leto από Lego» («make Jared Leto out of Lego») και «Wham bam, δεν είναι απάτη: Αφγανιστάν και Βιετνάμ» («Wham bam, ain’t it a scam: Afghanistan and Vietnam»).
Στο «All My Life», οι στίχοι μοιάζουν βγαλμένοι από τον David Brent: «Η ζωή μου βασίζεται σε μία αληθινή ιστορία: μία ιστορία ονείρων, χάους και θράσους» («My life is based on a true story: one of dreams, chaos and audacity»).
Είτε είναι εννοιολογικά άρτιο είτε όχι, το «Britpop» δεν παύει να είναι ελκυστικό. Κλείνοντας με την τρυφερή επανάληψη του «Pocket Rocket», το άλμπουμ τελειώνει με μία υπόσχεση: «Θέλω απλώς να είμαι ο βράχος σου, ναι» («I just wanna be your rock, yeah»).
Μπορεί να είναι όντως το άλμπουμ που ήθελε να κάνει ο Robbie Williams όταν έφυγε από τους Take That. Εξίσου, όμως, πρέπει να είναι απίστευτα χαρούμενος που δεν το έκανε τότε.
Αντί να προσπαθεί να μιμηθεί τις τάσεις της Gen-Z, ξέρει το παιχνίδι του και έκανε έναν δίσκο για τον εαυτό του. Ένα άλμπουμ τολμηρό, που έχει πλάκα και το έκανε με τον δικό του τρόπο. Αυτό είναι που τον κάνει Robbie Williams. Και γι’ αυτό μόνο, θα ζήσει για πάντα.
