Μέσα από το νέο ντοκιμαντέρ των Take That, ο Robbie Williams επιστρέφει στις πιο άγριες ημέρες της δεκαετίας του ’90, περιγράφοντας μία καθημερινότητα εμποτισμένη στο αλκοόλ και την κατάθλιψη, την ώρα που ο κόσμος τον αποθέωνε ως το «κακό παιδί» της pop.
Η εικόνα ενός 19χρονου ειδώλου που κατακτά τον κόσμο με ένα χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση και μία αστείρευτη ενέργεια στη σκηνή, υπήρξε για χρόνια το επίσημο αφήγημα της βρετανικής pop σκηνής της δεκαετίας του 1990 και το 2000. Ωστόσο, πίσω από τους προβολείς και τις υστερικές ιαχές των θαυμαστριών, η πραγματικότητα για τον Robbie Williams ήταν μία διαδρομή στην άβυσσο.
Στο νέο ντοκιμαντέρ για τους Take That, που έκανε πρεμιέρα την Τρίτη 27 Ιανουαρίου, ο 51χρονος πλέον καλλιτέχνης προχωρά σε μία συγκλονιστική ανατομία της πιο σκοτεινής περιόδου της ζωής του, τότε που η δόξα δεν ήταν παρά ένας θόρυβος που προσπαθούσε να πνίξει με αλκοόλ.
Το ντοκιμαντέρ του Netflix δεν λειτουργεί απλώς ως μία νοσταλγική αναδρομή στις επιτυχίες ενός από τα μεγαλύτερα boy bands της ιστορίας. Αντιθέτως, εξελίσσεται σε μία ωμή εξομολόγηση για το πώς η βιομηχανία της διασκέδασης μπορεί να καταπιεί την ψυχική υγεία ενός εφήβου πριν αυτός προλάβει να συνειδητοποιήσει ποιος είναι.
Ο Robbie Williams περιγράφει τον εαυτό του εκείνη την εποχή όχι ως έναν προνομιούχο σταρ, αλλά ως έναν άνθρωπο που βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση, παλεύοντας με την κατάθλιψη και έναν ανεξέλεγκτο εθισμό.
«Ήμουν τόσο καταθλιπτικός», εξομολογείται στην κάμερα ο Williams, ανακαλώντας τις στιγμές που η μοναξιά του δωματίου ενός ξενοδοχείου γινόταν αφόρητη. «Πήγαινα πίσω στο ξενοδοχείο μου και κατέβαζα ένα μπουκάλι σκέτη βότκα. Και απλά έπινα μέχρι τη λήθη».
Οι λέξεις του κουβαλούν το βάρος μιας αλήθειας που για χρόνια έμενε κρυμμένη πίσω από τα πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντ. Ο τραγουδιστής παραδέχεται ότι σε ηλικία μόλις 19 ή 20 ετών, ήταν ήδη ένας «μανιώδης αλκοολικός», φτάνοντας στο χειρότερο σημείο της ασθένειάς του κατά τη διάρκεια της απόλυτης ακμής του συγκροτήματος.
Η καθημερινότητά του είχε μετατραπεί σε έναν φαύλο κύκλο αυτοκαταστροφής. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, δεν μπορούσε να ξεκινήσει τη μέρα του, ούτε καν να ξυπνήσει, «χωρίς πιθανότατα να κατεβάσει ένα μπουκάλι βότκα».
Αυτή η κατάσταση τον οδηγούσε στις πρόβες των Take That σε μία κατάσταση που ο ίδιος περιγράφει ως «ακατάλληλη». «Το σώμα μου ήταν γεμάτο σκουπίδια και το κεφάλι μου πονούσε. Και δεν μπορούσα να απορροφήσω πληροφορίες ούτε στις καλύτερες στιγμές μου», λέει με μία αφοπλιστική ειλικρίνεια που σοκάρει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οπτική των υπόλοιπων μελών του συγκροτήματος, οι οποίοι σήμερα, με την ωριμότητα του χρόνου, βλέπουν τα πράγματα υπό ένα διαφορετικό πρίσμα.
Ο Gary Barlow, ο ηγετικός νους των Take That, παραδέχεται με μία δόση αυτοκριτικής ότι νιώθει «ντροπή» που δεν κατάφερε να αντιληφθεί τότε πόσο εκτός ελέγχου είχαν βγει τα πράγματα για τον Williams. «Κανείς δεν κοίταζε δεξιά ή αριστερά για να δει πώς ήταν ο άλλος», σημειώνει ο Barlow. «Απλά πηγαίναμε μπροστά».
Αυτή η «προς τα εμπρός» κίνηση, μία αμείλικτη μηχανή παραγωγής επιτυχιών και περιοδειών, άφησε τον Robbie Williams απομονωμένο στην προσωπική του κόλαση.
Ο Howard Donald θυμάται τον συνάδελφό του να χοροπηδά στη σκηνή με «γουρλωμένα μάτια» και μία υπερβολική ενέργεια που πρόδιδε ότι βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών. «Έδειχνε σαν να είναι υπό την επήρεια κάποιου πράγματος», σχολιάζει ο Donald, ενώ ο Jason Orange προσθέτει ότι ο Williams γινόταν όλο και πιο «επαναστατικός και εριστικός», χάνοντας σταδιακά το ενδιαφέρον του για το γκρουπ.
Η ρήξη ήταν αναπόφευκτη. Ο Robbie Williams περιγράφει τη στιγμή που η ψυχολογία του κατέρρευσε οριστικά, οδηγώντας τον στην απόφαση να αποχωρήσει από το συγκρότημα το 1996.
«Κάτι απλά έσπασε μέσα στο κεφάλι μου», αναφέρει, περιγράφοντας το σημείο μηδέν που τον οδήγησε μακριά από τους Take That, σε μία προσπάθεια να σώσει ό,τι είχε απομείνει από τον εαυτό του. Παρόλο που η αποχώρησή του στιγματίστηκε από εντάσεις και δημόσιες κόντρες, η ιστορία έδειξε ότι ήταν μία αναγκαία πράξη επιβίωσης.
Η επιστροφή του στο συγκρότημα το 2010 και η μετέπειτα συμφιλίωση με τους παλιούς του φίλους αποτέλεσαν ένα σημαντικό κεφάλαιο επούλωσης, όμως το ντοκιμαντέρ εστιάζει στην αθέατη πλευρά εκείνης της πρώτης περιόδου.
Σήμερα, ο Robbie Williams, έχοντας διανύσει μία τεράστια απόσταση και έχοντας χτίσει μία μυθική σόλο καριέρα, κοιτάζει πίσω όχι με πικρία, αλλά με την ανάγκη να αναδείξει τη σημασία της ψυχικής υγείας.
Το άρθρο αυτό δεν είναι απλώς μία αναφορά σε μία διασημότητα που πάλεψε με τους δαίμονές της. Είναι μία υπενθύμιση ότι η λάμψη της pop κουλτούρας συχνά λειτουργεί ως παραπέτασμα για βαθιές ανθρώπινες κρίσεις.
Ο Robbie Williams, μέσα από το «Take That» του Netflix, καταθέτει μία μαρτυρία που ξεπερνά τα όρια της μουσικής βιομηχανίας. Είναι το χρονικό μιας πτώσης και μιας επώδυνης ανάρρωσης, που αποδεικνύεται ότι ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές της «λήθης», η αλήθεια είναι το μόνο μέσο για τη λύτρωση.
