Από τον Σεπτέμβριο, η Ρωσία θα τιμωρεί τους πολίτες της όχι μόνο για το τι μοιράζονται στο διαδίκτυο, αλλά και για το τι… ψάχνουν – ακόμη κι αν είναι βίντεο των Pussy Riot.
Με ένα νέο νομοθέτημα που προκάλεσε διεθνή ανησυχία, η ρωσική Δούμα ενέκρινε την Πέμπτη 17 Ιουλίου έναν νόμο που ποινικοποιεί την απλή αναζήτηση περιεχομένου που έχει χαρακτηριστεί «εξτρεμιστικό» από τις αρχές.
Το μέτρο, που τίθεται σε ισχύ τον Σεπτέμβριο, στοχεύει όσους «εσκεμμένα αναζητούν υλικό το οποίο γνωρίζουν ότι ανήκει στην κατηγορία του εξτρεμιστικού».
Πρόκειται για μία δραστική αλλαγή στο νομικό τοπίο του ρωσικού διαδικτύου. Μέχρι σήμερα, οι πολίτες διώκονταν μόνο για τη δημιουργία ή τη διανομή τέτοιου περιεχομένου. Πλέον, ακόμη και η αναζήτησή του μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμο, ανάκριση ή και κράτηση.
Η λίστα του ρωσικού Υπουργείου Δικαιοσύνης με το «εξτρεμιστικό υλικό» περιλαμβάνει περισσότερες από 5.500 εγγραφές: από ιστοσελίδες και πολιτικά συνθήματα μέχρι βιβλία, έργα τέχνης και μουσικά κομμάτια.
Ανάμεσά τους βρίσκονται και βίντεο της φεμινιστικής punk κολεκτίβας Pussy Riot, τα οποία προστέθηκαν στη λίστα το 2012. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τις εμφανίσεις τους με τίτλους όπως «Free the Cobblestones», «Kropotkin Vodka», «Death to Prison, Freedom to Protest» και το προκλητικό «Putin Has Pissed Himself».
Η νέα νομοθεσία προβλέπει πρόστιμο έως και 5.000 ρούβλια (περίπου 64 δολάρια) για την αναζήτηση αυτών των περιεχομένων, ενώ η διαφήμιση εργαλείων όπως τα VPN –που επιτρέπουν την πρόσβαση σε απαγορευμένο υλικό– μπορεί να επιφέρει πρόστιμα έως 2.500 δολάρια για φυσικά πρόσωπα και έως 12.800 δολάρια για επιχειρήσεις.
Η Ρωσία είχε ήδη περιορίσει σημαντικά την ελευθερία του λόγου στο διαδίκτυο μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, με νόμους που ποινικοποιούν τη «διάδοση ψευδών ειδήσεων» ή τη «δυσφήμιση» του στρατού. Όμως, η νέα αυτή τροπολογία, που προστέθηκε αιφνιδιαστικά σε ένα άσχετο νομοσχέδιο για τις μεταφορικές εταιρείες, επεκτείνει τις απαγορεύσεις σε πρωτοφανές επίπεδο.
Η οργάνωση Net Freedoms, που υπερασπίζεται τα ψηφιακά δικαιώματα, κατήγγειλε την τακτική αυτή ως «ύπουλη»: «Οι νομοθέτες χρησιμοποιούν συστηματικά τέτοιες μεθόδους για να περάσουν κατασταλτικά μέτρα χωρίς δημόσιο διάλογο, επισπεύδοντας τη διαδικασία ψήφισης».
Ακόμη και πιστοί υποστηρικτές του Κρεμλίνου εξέφρασαν επιφυλάξεις. Η Yekaterina Mizulina, επικεφαλής της οργάνωσης League of Safe Internet –γνωστή για τις καταγγελίες κατά αντικαθεστωτικών χρηστών– παραδέχθηκε ότι ο νέος νόμος θα εμποδίσει την ίδια της την οργάνωση από το να παρακολουθεί εξτρεμιστικές κοινότητες.
«Αποδεικνύεται ότι με βάση τον νέο νόμο, η League for Safe Internet δεν θα μπορεί να μεταβιβάζει δεδομένα για εξτρεμιστικές ομάδες στο Υπουργείο Εσωτερικών», έγραψε στο Telegram. «Θα μας απαγορεύσουν να παρακολουθούμε τον εξτρεμισμό.»
Ο γερουσιαστής Artem Sheikin, ένας εκ των συντακτών του νομοσχεδίου, προσπάθησε να κατευνάσει τις αντιδράσεις, λέγοντας ότι η νομοθεσία δεν στοχεύει απλούς χρήστες που επισκέπτονται ιστοσελίδες όπως το Facebook ή το Instagram μέσω VPN.
«Η κύρια εστίαση είναι στους παρόχους υπηρεσιών», δήλωσε. «Δεν υπάρχει πρόθεση για μαζικές διώξεις χρηστών.»
Παρόλα αυτά, δεν εξήγησε πώς θα αποδεικνύεται ότι κάποιος γνώριζε εκ των προτέρων πως το περιεχόμενο που αναζητούσε ήταν χαρακτηρισμένο ως εξτρεμιστικό. Μια τέτοια ασάφεια προκαλεί εύλογες ανησυχίες για κατάχρηση εξουσίας.
Ο Sarkis Darbinyan, ακτιβιστής για την ελευθερία του διαδικτύου, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «ξένος πράκτορας» από τις ρωσικές αρχές, προειδοποίησε: «Τα πρόστιμα ίσως φαίνονται μικρά, αλλά μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για κράτηση, πίεση ή προσαγωγή. Αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ότι στην επόμενη φάση, οι διοικητικές ποινές θα μετατραπούν σε ποινικές διώξεις.»
Η επιβολή του νόμου θα βασιστεί κυρίως στη συνεργασία τηλεπικοινωνιακών παρόχων και ρωσικών πλατφορμών όπως το VK, που ήδη υποχρεούνται να συλλέγουν και να παραδίδουν δεδομένα χρηστών στις αρχές.
Επιπλέον, η δραστηριότητα των χρηστών μπορεί να εντοπιστεί μέσω δημόσιων ασύρματων δικτύων, ιστορικού αναζητήσεων ή δεδομένων που είναι αποθηκευμένα στους ίδιους τους φυλλομετρητές.
Η Ρωσία έχει εντείνει τις πιέσεις της και προς τις διεθνείς τεχνολογικές εταιρείες. Από τις αρχές του 2024, έχει στείλει εκατοντάδες αιτήματα αφαίρεσης εφαρμογών VPN από τα καταστήματα εφαρμογών (app stores). Σύμφωνα με το ερευνητικό πρόγραμμα GreatFire, η Apple συμμορφώθηκε αφαιρώντας περίπου 60 εφαρμογές, ενώ η Google ανταποκρίθηκε μόνο σε 6 από τα 212 αιτήματα.
Παράλληλα, το κράτος επενδύει εκατομμύρια στην ενίσχυση του λεγόμενου «κυρίαρχου διαδικτύου», με τεχνολογίες που επιτρέπουν τον ακριβή έλεγχο της διαδικτυακής κυκλοφορίας, όπως το deep packet inspection (DPI). Οι πολίτες ωθούνται να χρησιμοποιούν εγχώριες πλατφόρμες, καθώς η πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως το YouTube, το Instagram και το X (πρώην Twitter) γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Η νέα νομοθεσία μοιάζει να αποτελεί ακόμη ένα βήμα προς την πλήρη επιτήρηση της ψηφιακής ζωής των Ρώσων πολιτών. Και ενώ οι αρχές διαβεβαιώνουν πως δεν πρόκειται για μαζική καταστολή, η αδιαφάνεια και η ευρύτητα των διατυπώσεων δημιουργούν ένα τοπίο όπου η απλή περιέργεια μπορεί να καταλήξει σε ποινική ευθύνη.
Η Ρωσία βαδίζει προς μία νέα εποχή διαδικτυακού ελέγχου, όπου ακόμη και η σκέψη –όπως αυτή αποτυπώνεται σε μία αναζήτηση– μπορεί να θεωρηθεί έγκλημα. Σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία γίνεται στόχος, η ελευθερία όχι μόνο του λόγου, αλλά και της σκέψης, τίθεται υπό αμφισβήτηση.
