Εν μέσω οργής για τον θανάσιμο πυροβολισμό γυναίκας από πράκτορα της ICE, το Spotify ξεκαθαρίζει τη θέση του αποκαλύπτοντας το παρασκήνιο μιας αμφιλεγόμενης καμπάνιας που προκάλεσε κύμα μποϊκοτάζ.
Σε μία περίοδο όπου η κοινωνική αναταραχή στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται ξανά στο κόκκινο, το Spotify βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, αναγκασμένο να δώσει εξηγήσεις για τη σχέση του με την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE).
Η δημοφιλής πλατφόρμα streaming επιβεβαίωσε σήμερα στο Rolling Stone ότι σταμάτησε να προβάλλει διαφημίσεις στρατολόγησης για την κυβερνητική υπηρεσία στα τέλη του 2025.
Η ανακοίνωση αυτή έρχεται σε μία εξαιρετικά φορτισμένη χρονική στιγμή, μόλις μία ημέρα μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό μιας γυναίκας από πράκτορα της ICE στη Μινεάπολη, ένα περιστατικό που έχει πυροδοτήσει νέο κύμα διαδηλώσεων και οργής σε ολόκληρη τη χώρα.
Εκπρόσωπος του Spotify θέλησε να διαχωρίσει τη θέση της εταιρείας από το τραγικό συμβάν, τονίζοντας πως η διακοπή της συνεργασίας δεν αποτελεί αντίδραση στον θάνατο της γυναίκας, αλλά ήταν προγραμματισμένη λήξη της καμπάνιας.
«Ναι, προς το παρόν δεν τρέχουν διαφημίσεις της ICE στο Spotify», δήλωσε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος στο Rolling Stone. «Οι διαφημίσεις που αναφέρθηκαν ήταν μέρος μιας εκστρατείας στρατολόγησης της κυβέρνησης των ΗΠΑ που έτρεξε σε όλα τα μεγάλα μέσα και τις πλατφόρμες. Η εκστρατεία έληξε στις περισσότερες πλατφόρμες και κανάλια, συμπεριλαμβανομένου του Spotify, στο τέλος του περασμένου έτους».
Ωστόσο, η χρονική αλληλουχία των γεγονότων δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Η είδηση για την πολιτική του Spotify έρχεται στη δημοσιότητα ενώ η κοινή γνώμη είναι σοκαρισμένη από τη δολοφονία της Renee Nicole Good, μιας βραβευμένης ποιήτριας και μητέρας τριών παιδιών.
Η Good έπεσε νεκρή την Τετάρτη από τα πυρά ενός πράκτορα της ICE που φορούσε μάσκα, ένα γεγονός που ξύπνησε μνήμες και τραύματα του παρελθόντος στην πόλη της Μινεάπολης. Χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν για μία αγρυπνία υπό το φως των κεριών, θρηνώντας τον χαμό της και διαμαρτυρόμενοι για την αστυνομική βία.
Η επίσημη γραμμή της ICE, όπως εκφράστηκε από την Tricia McLaughlin, Βοηθό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS), παρουσιάζει μία εικόνα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα βίντεο που έχουν κυκλοφορήσει.
Η McLaughlin ισχυρίστηκε ότι οι πράκτορες στοχοποίησαν μία «βίαιη ταραχοποιό» η οποία «μετέτρεψε το όχημά της σε όπλο, προσπαθώντας να πατήσει τους αξιωματικούς επιβολής του νόμου μας σε μία προσπάθεια να τους σκοτώσει».
Αυτή η αφήγηση, ωστόσο, προσέκρουσε σε τοίχο αμφισβήτησης, ακόμη και από επίσημα χείλη. Ο Δήμαρχος της Μινεάπολης, Jacob Frey, έχοντας δει τα πλάνα της δολοφονίας, ήταν καταπέλτης στις δηλώσεις του, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της υπηρεσίας με ασυνήθιστα σκληρή γλώσσα.
«Το αφήγημα που υφαίνει η ICE αμέσως μετά από αυτό, ότι δηλαδή επρόκειτο καθαρά για αυτοάμυνα και ότι η πράξη του θύματος ήταν κάποιου είδους εγχώρια τρομοκρατία — αυτό, θα το ξαναπώ, είναι αηδίες», δήλωσε ο Frey.
«Αυτό είναι αηδίες. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται είναι επίσης αηδίες. Και πρέπει όλοι να είμαστε πολύ ξεκάθαροι σχετικά με το τι συμβαίνει».
Το ζήτημα των διαφημίσεων, όμως, έχει βαθύτερες ρίζες και αποκαλύπτει την κλιμάκωση της μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης Trump.
Το Spotify, μαζί με άλλες υπηρεσίες όπως το Pandora, αλλά και ο κολοσσός Meta, βρέθηκαν στο μικροσκόπιο για την προβολή διαφημίσεων στρατολόγησης από το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας.
Η επικοινωνιακή αυτή καταιγίδα ήταν μέρος μιας επένδυσης ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την κυβέρνηση Trump, με στόχο την πρόσληψη τουλάχιστον 10.000 επιπλέον αξιωματικών απελάσεων έως το τέλος του 2025, σύμφωνα με το Associated Press.
Οι διαφημίσεις αυτές δεν ήταν απλώς ενημερωτικές· ήταν δελεαστικές. Τα σποτ που έπαιζαν ανάμεσα στα τραγούδια για τους χρήστες της δωρεάν υπηρεσίας του Spotify προσέφεραν μπόνους υπογραφής ύψους 50.000 δολαρίων, προσπαθώντας να προσελκύσουν νέο προσωπικό σε μία υπηρεσία που έχει δεχθεί σφοδρή κριτική για τις πρακτικές της.
Η οικονομική διάσταση της υπόθεσης παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Σύμφωνα με πηγή της βιομηχανίας που μίλησε στο Rolling Stone, το Spotify έλαβε 74.000 δολάρια από το DHS για να τρέξει τις διαφημίσεις του.
Το ποσό αυτό φαντάζει μηδαμινό μπροστά στα εκατομμύρια που δαπανήθηκαν αλλού. Συγκεκριμένα, δεδομένα από την Equis που δημοσιεύθηκαν τον Νοέμβριο δείχνουν ότι το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας ξόδεψε συνολικά 2,8 εκατομμύρια δολάρια σε διαφημίσεις στα αγγλικά και τα ισπανικά στο Facebook και το Instagram της Meta από την 1η Μαρτίου, και άλλο μισό εκατομμύριο σε διαφημίσεις στρατολόγησης της ICE στην πλατφόρμα από τον Αύγουστο.
Στο Google και το YouTube, το ποσό άγγιξε σχεδόν τα 3 εκατομμύρια δολάρια, στοχεύοντας ειδικά σε ισπανόφωνες διαφημίσεις που προωθούσαν την «αυτο-απέλαση».
Η αντίδραση του κοινού ήταν έντονη και οργανωμένη. Από τον περασμένο Οκτώβριο, η μη κερδοσκοπική οργάνωση Indivisible Project κάλεσε σε μποϊκοτάζ της υπηρεσίας streaming, πιέζοντας την εταιρεία να σταματήσει να υποστηρίζει την εκστρατεία.
Η αντίδραση κορυφώθηκε τον περασμένο μήνα, όταν το Indivisible Project ένωσε τις δυνάμεις του με το Working Families και το 50501 Movement για να λανσάρουν το μποϊκοτάζ «Spotify Unwrapped», μία ειρωνική παραλλαγή της διάσημης ετήσιας καμπάνιας της πλατφόρμας, προτρέποντας τους χρήστες να ακυρώσουν τις συνδρομές τους.
Όταν ορισμένοι συνδρομητές δήλωσαν ότι ακύρωσαν τις συνδρομές τους, το Spotify είχε απαντήσει τότε στο Newsweek: «Αυτή η διαφήμιση είναι μέρος μιας ευρείας καμπάνιας που τρέχει η κυβέρνηση των ΗΠΑ σε τηλεόραση, streaming και διαδικτυακά κανάλια. Το περιεχομέννο δεν παραβιάζει τις πολιτικές διαφήμισής μας. Ωστόσο, οι χρήστες μπορούν να επισημάνουν οποιαδήποτε διαφήμιση με θετική ή αρνητική ψήφο για να βοηθήσουν στη διαχείριση των προτιμήσεών τους».
Παρά την απόσυρση των διαφημίσεων και το κύμα αντιδράσεων, η κυβέρνηση φαίνεται αμετακίνητη στους στόχους της.
Σε δήλωσή της στο Rolling Stone στις 2 Νοεμβρίου, η Tricia McLaughlin ήταν σαφής: «Η πρόσληψη αξιωματικών επιβολής του νόμου είναι ζωτικής σημασίας για την αποστολή μας προκειμένου να διορθωθεί η κρίση που κατασκεύασε η κυβέρνηση Μπάιντεν αφήνοντας εκατομμύρια εγκληματίες παράνομους αλλοδαπούς να εισέλθουν στη χώρα… Τίποτα δεν θα μας επιβραδύνει από τη στρατολόγησης περισσότερων αξιωματικών».
Η υπόθεση αναδεικνύει την ολοένα και πιο δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται οι τεχνολογικοί κολοσσοί, οι οποίοι προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στα εμπορικά έσοδα και την ηθική ευθύνη.
Το γεγονός ότι το Spotify διέκοψε τις διαφημίσεις λίγο πριν από το τραγικό περιστατικό στη Μινεάπολη μπορεί να το απαλλάσσει από την κατηγορία της άμεσης υποκρισίας μετά τον φόνο, αλλά δεν σβήνει τα ερωτήματα για τον ρόλο που παίζουν οι πλατφόρμες ψυχαγωγίας στην κανονικοποίηση πολιτικών που διχάζουν βαθιά την κοινωνία.
Η μουσική μπορεί να ενώνει, αλλά όταν ανάμεσα στις νότες παρεμβάλλονται μηνύματα που πολλοί χρήστες θεωρούν απειλητικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αρμονία διαταράσσεται ανεπανόρθωτα.
