Ο Geezer Butler των Black Sabbath επανέρχεται στις ηχογραφήσεις του 2001 στο Μόνμαουθ της Ουαλίας, το «Scary Dreams» του Ozzfest και την απόφαση να ακυρωθεί ένα εν δυνάμει άλμπουμ έπειτα από ακρόαση στο σπίτι του Rick Rubin.
Στο πιο πρόσφατο επεισόδιο του podcast «Gabbing With Girlfriends», που παρουσιάζει η Gloria Butler, σύζυγος και μάνατζερ του Geezer Butler, ο ιδρυτικός μπασίστας των Black Sabbath κλήθηκε να απαντήσει σε ένα ερώτημα που στοιχειώνει τους θαυμαστές του συγκροτήματος εδώ και χρόνια: υπήρξε ποτέ κανονική στούντιο ηχογράφηση του «Scary Dreams», του αργού blues τραγουδιού που οι Sabbath έπαιζαν στο Ozzfest του 2001; Η απάντηση άνοιξε ένα παράθυρο σε μία περίοδο δημιουργικής αμφιθυμίας και αυστηρής αυτοκριτικής.
«Ναι, νομίζω ότι είχαμε γράψει γύρω στα οκτώ καινούργια τραγούδια. Τα κάναμε στο Μόνμαουθ, κάτω στην Ουαλία. Και είχαμε τουλάχιστον έξι ολοκληρωμένα και, νομίζω, άλλα δύο στα σκαριά. Τότε ήταν που ο [παραγωγός] Rick Rubin ήρθε πρώτη φορά σε επαφή μαζί μας», θυμήθηκε.
«Ήθελε να κάνει εκείνο το άλμπουμ πίσω — νομίζω ήταν το 2002. Και πήγαμε στο σπίτι του να του παίξουμε αυτά που είχαμε, και καθώς τα παίζαμε, σκεφτόμουν: “Τι σαβούρα.” [Γέλια] Απλώς δεν μου άρεσαν καθόλου. Εντελώς ξενέρωσα μαζί τους. Δεν ξέρω αν ήταν επειδή τα έπαιζα σε κάποιον άλλον. Και είπα: “Άσ’ το, μετά από τόσα χρόνια να βγούμε με αυτό, δεν νομίζω ότι είναι σωστό.” Οπότε το αφήσαμε», περιέγραψε.
Η σκηνή —η μπάντα στο σπίτι του Rick Rubin, ένας από τους πλέον επιδραστικούς παραγωγούς της rock και της metal— είναι σχεδόν κινηματογραφική. Κι όμως, όπως περιγράφει ο Butler, ο ενθουσιασμός εξανεμίστηκε την ώρα της ακρόασης.
Οι Black Sabbath, λίγο μετά την επανένωσή τους και με το βάρος μιας τεράστιας κληρονομιάς, δοκίμασαν να κλείσουν τον κύκλο με ένα νέο άλμπουμ. Όμως η ειλικρίνεια του μπασίστα έγειρε την πλάστιγγα: αν δεν στέκεται δίπλα στα κλασικά, καλύτερα να μην κυκλοφορήσει καθόλου.
Το «Scary Dreams», που είχε ήδη δοκιμαστεί ζωντανά στο Ozzfest του 2001, ξαναήρθε στην επικαιρότητα και πέρυσι, όταν ο Butler μίλησε στο Ultimate Classic Rock για το τι κρύβεται στα «συρτάρια» των ύστερων χρόνων των Sabbath. Εκεί ήταν αναλόγως απόλυτος για την αξία του ανέκδοτου υλικού και για την πρόθεση —ή μάλλον, την απροθυμία— να δει το φως της δημοσιότητας.
«Λοιπόν, αν δεν τα έχετε ακούσει, τότε δεν ήταν αρκετά καλά για να μπουν στον δίσκο. Δηλαδή, το “Scary Dreams”, ξέρεις, δεν ήταν σπουδαίο. Αυτό ήταν όταν προσπαθούσαμε να συρράψουμε ένα άλμπουμ· νομίζω ήταν το 2001. Απλώς δεν δούλευε. Ένιωθε πολύ εξαναγκασμένο. Το “Scary Dreams” είναι ίσως το καλύτερο που βγάλαμε. Ήμουν τόσο αδιάφορος γι’ αυτό που δεν ήθελα να γράψω τους στίχους ή οτιδήποτε. Ο Geoff Nichols, ο κιμπορντίστας, έβγαλε τη φωνητική γραμμή και τους στίχους. [Γέλια] Τόσο αδιάφοροι ήταν όλοι», ανέφερε.
«Ήταν απλώς υπερβολικά εξαναγκασμένο. Είχαμε γύρω στα πέντε ή έξι τραγούδια και δεν μου άρεσαν πραγματικά, αλλά το προχώρησα για χάρη του Tony και του Ozzy. Πήγαμε να τα παίξουμε στον Rick Rubin και απλώς σκέφτηκα: “Θεέ μου, αυτά είναι πραγματικά χάλια.” Νομίζω ότι ο Tony και ο Ozzy μπορεί να τους άρεσαν, αλλά απλώς δεν ήταν στο επίπεδο. Έτσι το έβλεπα. Οι τέσσερίς μας πρέπει να μας αρέσει κάτι για να είναι καλό. Δεν γίνεται να είναι μόνο δύο, οπότε μέχρι εκεί έφτασε», πρόσθεσε.
Η εικόνα που προκύπτει είναι καθαρή: πέρα από την εμβληματική σκηνική αύρα και τη μυθολογία, το στούντιο απαιτεί ένα άλλο είδος συναίνεσης. Ο Butler δεν μασά τα λόγια του.
Το «Scary Dreams», όσο κι αν είχε ενδιαφέρον ζωντανά ως ένα αργό, σκοτεινό κομμάτι με blues ατμόσφαιρα, στο στούντιο έδειχνε, στα μάτια του, τα όρια του εγχειρήματος. Η προσωπική του αποστασιοποίηση έφτασε στο σημείο να αφήσει τους στίχους και τη φωνητική γραμμή στον αείμνηστο συνεργάτη Geoff Nichols — μία κίνηση που από μόνη της λέει πολλά για το κλίμα εκείνων των ημερών.
Οι λεπτομέρειες που μοιράστηκε στο «Gabbing With Girlfriends» συμπληρώνουν το χρονικό: περίπου οκτώ νέα τραγούδια στις ηχογραφήσεις της Ουαλίας, έξι τουλάχιστον ολοκληρωμένα, δύο ακόμη υπό επεξεργασία, και το τηλεφώνημα του Rick Rubin που άναψε πρόσκαιρα τη σπίθα ενός ολοκληρωμένου δίσκου.
Το 2002 φάνηκε για λίγο σαν μία χρονιά που θα πρόσθετε ένα ακόμα κεφάλαιο στην ιστορία του συγκροτήματος. Αντ’ αυτού, έγινε το σημείο όπου ο Geezer, ακούγοντας ξανά το υλικό με «ξένα αυτιά», αποφάσισε ότι δεν τιμά την ιστορία τους. Μια απόφαση ίσως σκληρή, σίγουρα όμως συνεπής με την αισθητική γραμμή των Sabbath.
Ο Butler, βεβαίως, δεν είναι ένας τυχαίος κρίκος της αλυσίδας. Ως ιδρυτικό μέλος των Black Sabbath και στιχουργός των κλασικών «War Pigs», «Iron Man», «Paranoid» και άλλων, ξέρει τι σημαίνει να γράφεις μουσική που επιβιώνει των δεκαετιών.
Η αυτοβιογραφία του «Into The Void: From Birth To Black Sabbath – And Beyond» κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2023 στη Βόρεια Αμερική από την Dey Street Books, παρακλάδι της HarperCollins, προσφέροντας την προσωπική του διαδρομή από τα πρώιμα χρόνια έως το σήμερα, με την καθαρότητα και το χιούμορ που διακρίνει και τις πρόσφατες δηλώσεις του.
Στη δική του σόλο πορεία, ο Geezer Butler υπέγραψε το «Plastic Planet» το 1995, ακολούθησε το «Black Science» το 1997 και ολοκλήρωσε την τριλογία με το «Ohmwork» το 2005. Τον Οκτώβριο του 2020, και τα τρία άλμπουμ έγιναν για πρώτη φορά διαθέσιμα σε βινύλιο μέσω BMG, ενώ τόσο τα CD όσο και τα LP κυκλοφόρησαν με ανανεωμένο εξώφυλλο — μία αφορμή για να ξαναδιαβαστούν οι ιδέες του έξω από τη βαριά σκιά του ονόματος Black Sabbath.
Πέρυσι, στη συναυλία «Back To The Beginning», ο Geezer Butler ανέβηκε ξανά στη σκηνή μαζί με τα άλλα αρχικά μέλη των Black Sabbath στο Villa Park, στο Μπέρμιγχαμ — την πατρίδα του συγκροτήματος — παίζοντας τέσσερα τραγούδια μπροστά σε περισσότερους από 40.000 ανθρώπους και άλλους 5,8 εκατομμύρια θεατές που παρακολουθούσαν μέσω livestream. Μια εικόνα σχεδόν εμβληματική, που κατέδειξε ότι η μνήμη και η τελετουργία έχουν τη δική τους δύναμη, ακόμη κι όταν το στούντιο μένει σιωπηλό.
Για τους θαυμαστές που ελπίζουν σε «χαμένα» κομμάτια από τα τελευταία χρόνια, οι τοποθετήσεις του Butler λειτουργούν ως ψύχραιμη υπενθύμιση: δεν είναι κάθε ιδέα προορισμένη να γίνει δίσκος.
Ανάμεσα στο βάρος του μύθου και την αλήθεια του στούντιο, ο Geezer Butler επιλέγει την ακεραιότητα. Το «Scary Dreams» και οι ηχογραφήσεις του 2001-2002 γίνονται έτσι μία μικρογραφία του τι σημαίνει να προστατεύεις μία κληρονομιά: να ξέρεις πότε να κυκλοφορήσεις κάτι και πότε να το αφήσεις στο αρχείο.
Σ’ έναν κόσμο που επιβραβεύει την αδιάκριτη ανασκαφή «χαμένων θησαυρών», η στάση του Butler —κοφτερή, ειλικρινής, ενίοτε σκληρή— θυμίζει ότι το σημαντικότερο φίλτρο παραμένει το γούστο των δημιουργών. Και αυτό, στην περίπτωση των Black Sabbath, ήταν πάντα ανελέητο.
