Η αθάνατη ψυχή του «Ρεμπέτικου» αντήχησε στο Ηρώδειο, 40 χρόνια μετά – Μια μουσική μυσταγωγία που σφράγισε τρεις νύχτες κάτω από την Ακρόπολη
Το θρυλικό «Ρεμπέτικο» του Σταύρου Ξαρχάκου δεν ανήκει απλώς στον χρόνο, αλλά τον ορίζει, τον διαπερνά και εν τέλει τον νικά.
Το μουσικό αυτό σύμπαν που γεννήθηκε για την ομώνυμη ταινία – σταθμό του Κώστα Φέρρη, αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, η φλόγα του όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά φούντωσε ξανά, αυτή τη φορά κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, σε τρεις ιστορικές, αλησμόνητες βραδιές στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.
Η ζωντανή ηχογράφηση αυτών των στιγμών, που κυκλοφορεί πλέον ως το live album «Ρεμπέτικο (40 Χρόνια Μετά) Live» από την Panik Oxygen, είναι η αποτύπωση μιας συλλογικής κάθαρσης, η ηχώ από τις καρδιές δέκα χιλιάδων και πλέον θεατών που έγιναν μάρτυρες και μέτοχοι σε μια σπάνια τελετουργία.
Το αρχαίο ωδείο μεταμορφώθηκε σε ένα λαϊκό πάλκο ψυχής, όπου ο διονυσιασμός, η βαθιά συγκίνηση, το εκτυφλωτικό φως και τα γοητευτικά σκοτάδια των τραγουδιών έγιναν ένα με τον έναστρο αττικό ουρανό.
Ο μαέστρος Σταύρος Ξαρχάκος, ως άλλος ιεροφάντης, οδήγησε την πολυμελή «ρεμπέτικη κομπανία» του –μια αρμάδα είκοσι μουσικών, τραγουδιστών και ψαλτών– σε μια ερμηνεία που άγγιξε τα όρια της μυσταγωγίας.
Οι φωνές της Ηρώς Σαΐα και του Ζαχαρία Καρούνη έγιναν το όχημα για να ταξιδέψουν οι στίχοι – ποιήματα του Νίκου Γκάτσου, ενώ η στιγμή που ο ίδιος ο συνθέτης πήρε το μικρόφωνο για να τραγουδήσει το «Πρακτορείο» σφράγισε τις βραδιές με μια αίσθηση προσωπικής εξομολόγησης.
Το νήμα αυτής της ιστορίας ξετυλίγεται τέσσερις δεκαετίες πριν, το 1983.
Τότε, ο Κώστας Φέρρης, μαζί με τη Σωτηρία Λεονάρδου, έπλασαν ένα κινηματογραφικό ορόσημο που, μέσα από την περιπετειώδη ζωή μιας ρεμπέτισσας, χαρτογράφησε την ψυχή μιας ολόκληρης εποχής: την Ελλάδα του μεσοπολέμου, τον πόνο της προσφυγιάς, την αλήθεια του τεκέ και τη δύναμη του πάλκου.
Για να ντύσουν μουσικά αυτό το έπος, ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Νίκος Γκάτσος δεν αναβίωσαν απλώς παλιά τραγούδια. Δημιούργησαν καινούργια τραγούδια, φτιαγμένα όμως με την ατόφια, την ακατέργαστη πρώτη ύλη του αυθεντικού ρεμπέτικου.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος – φαινόμενο, που με πωλήσεις – ρεκόρ για την εποχή του, φύσηξε νέο άνεμο ζωής στο ρεμπέτικο τραγούδι.
Ύμνοι όπως τα «Καίγομαι», «Μάνα Μου Ελλάς», «Στου Θωμά», «Το Δίχτυ» και «Στης Πίκρας Τα Ξερόνησα» ξέφυγαν από τα όρια της ταινίας και έγιναν κτήμα του λαού, διαχρονικά διαμάντια της εθνικής μας μουσικής κληρονομιάς.
Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, το «Ρεμπέτικο» αποδεικνύει πως δεν είναι ένα μουσειακό έκθεμα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει και πάλλεται.
Είναι η φωνή που μιλά για τις αιώνιες ανθρώπινες αγωνίες: τον έρωτα, την απώλεια, την ξενιτιά, την ελπίδα. Είναι η μουσική που βρίσκει πάντα τον δρόμο να αγγίξει τη ρωγμή της ελληνικής ψυχής, προσφέροντας παρηγοριά και δύναμη.
Αυτή η νέα, ζωντανή ηχογράφηση είναι η απόδειξη ότι ορισμένες ιστορίες, όταν λέγονται με αλήθεια και πάθος, δεν τελειώνουν ποτέ. Απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να τις τραγουδήσουμε ξανά.
