Το εμβληματικό άλμπουμ «Fear Of Music» των Talking Heads από το 1979 επανέρχεται με δύο ανέκδοτες συναυλίες, σπάνιες ηχογραφήσεις και ένα βιβλίο 60 σελίδων που φωτίζει την αστική παράνοια της Νέας Υόρκης.
Το καλοκαίρι του 1979, οι Talking Heads κατάφεραν να διοχετεύσουν όλη την ωμή, βιομηχανική νευρικότητα της Νέας Υόρκης στις αυλακώσεις ενός δίσκου. Σαράντα επτά χρόνια αργότερα, το συγκρότημα επιστρέφει σε εκείνο το σημείο καμπής, ανακοινώνοντας μια πλούσια επανέκδοση του «Fear Of Music» που συγκεντρώνει σπάνιο και ακυκλοφόρητο αρχειακό υλικό.
Τα μέλη του συγκροτήματος μοιράστηκαν τα νέα απευθείας με τους θαυμαστές τους μέσα από μια ειδική εμφάνιση στην εκπομπή «Front Row» του SiriusXM, με αφορμή τη δημιουργία ενός νέου ραδιοφωνικού καναλιού αφιερωμένου αποκλειστικά στους Talking Heads. Η πολυτελής έκδοση με τίτλο «Fear Of Music (Super Deluxe Edition)» θα κυκλοφορήσει στις 13 Νοεμβρίου από τη Rhino, προσφέροντας μια λεπτομερή ματιά σε μια από τις πιο ανήσυχες δημιουργικές περιόδους τους.
Το πακέτο θα γίνει διαθέσιμο σε έκδοση τριών CD μαζί με Blu-ray, σε μια συλλεκτική έκδοση έξι βινυλίων, αλλά και σε μια εκδοχή διπλού βινυλίου. Κάθε εκδοχή περιλαμβάνει μια νέα επεξεργασία του αρχικού άλμπουμ, ενώ οι δύο εκδόσεις βινυλίου διαθέτουν ειδική εγχάραξη.
Το μεγάλο ενδιαφέρον της έκδοσης εστιάζεται σε δύο ολοκληρωμένες συναυλίες από την περιοδεία του άλμπουμ, οι οποίες παρέμεναν σχεδόν εξ ολοκλήρου ακυκλοφόρητες μέχρι σήμερα. Η πρώτη ηχογραφήθηκε στο Berklee Performance Center της Βοστώνης στις 24 Αυγούστου του 1979, ενώ η δεύτερη αποτυπώθηκε ζωντανά στο Capitol Theatre στο Νιου Τζέρσεϊ στις 17 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, με ελάχιστα μόνο αποσπάσματα να έχουν εμφανιστεί στο παρελθόν στο live album «The Name Of This Band Is Talking Heads» το 1982.
Ο δίσκος Blu-ray περιέχει νέες μίξεις Dolby Atmos, 5.1 surround και στερεοφωνικό ήχο υψηλής ανάλυσης. Παράλληλα, φιλοξενεί σπάνιο κινηματογραφημένο υλικό από την εμφάνιση του συγκροτήματος στην Αγγλία για τη δημοφιλή μουσική εκπομπή του BBC, «Old Grey Whistle Test». Εκεί, οι Talking Heads είχαν παίξει δύο τραγούδια, ανάμεσα στα οποία και μια καταιγιστική ζωντανή εκτέλεση του «Life During Wartime», η οποία είναι ήδη διαθέσιμη στο επίσημο κανάλι τους στο YouTube.
Οι εκδόσεις σε βινύλιο και CD συνοδεύονται από ένα σκληρόδετο βιβλίο 60 σελίδων, γεμάτο σπάνιες φωτογραφίες και εκτενές κείμενο από τον Will Hermes, συγγραφέα του βιβλίου «Love Goes to Buildings on Fire: Five Years in New York That Changed Music Forever».
Όταν κυκλοφόρησε στις 3 Αυγούστου του 1979, το «Fear Of Music» χάρισε στην Tina Weymouth, τον David Byrne, τον Chris Frantz και τον Jerry Harrison την υψηλότερη θέση που είχαν κατακτήσει μέχρι τότε στο Billboard 200, φτάνοντας στο No. 21. Ήταν το πρώτο τους άλμπουμ που έγινε χρυσό, ενώ ο δυστοπικός ύμνος «Life During Wartime» μπήκε απροσδόκητα στο Top 40 του Billboard Hot 100, γνωρίζοντας το συγκρότημα σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό πριν αναγνωριστεί επίσημα ως χρυσό από την RIAA.
Παρά την επιτυχία που είχε γνωρίσει το «More Songs About Buildings and Food» την προηγούμενη χρονιά, τα τέσσερα μέλη ήταν αποφασισμένα να ακολουθήσουν έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Απέφυγαν εντελώς τα εμπορικά στούντιο και προτίμησαν να στήσουν τον εξοπλισμό τους στον χώρο προβών που διατηρούσαν η Weymouth και ο Frantz σε ένα lOft στο Long Island City, ολοκληρώνοντας τις βασικές ηχογραφήσεις μέσα σε μόλις δύο ημέρες.
«Νιώθαμε ότι αν η διαδικασία ήταν διαφορετική, το άλμπουμ θα αποκτούσε έναν ξεχωριστό ηχητικό χαρακτήρα καθώς και ιδιαίτερη ποιότητα στην τραγουδοποιία», εξήγησε ο Jerry Harrison.
Από την πλευρά του, ο Chris Frantz περιέγραψε αναλυτικά εκείνη την επιλογή στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Remain In Love». «Η μουσική για το άλμπουμ είχε γραφτεί, ενορχηστρωθεί και δοκιμαστεί κυρίως εκεί», έγραψε ο ντράμερ. «Νιώθαμε ότι η ακουστική του χώρου όπου κάναμε πρόβες θα δημιουργούσε μια ενδιαφέρουσα ηχητική αντίθεση σε σχέση με τα δύο προηγούμενα άλμπουμ μας».
«Ο Eno ήταν επίσης πολύ θετικός με αυτή την ιδέα», συμπλήρωσε ο ίδιος, αναφερόμενος στον παραγωγό Brian Eno, ο οποίος μαζί με το συγκρότημα χρησιμοποίησε το στούντιο σαν εργαλείο σύνθεσης.
Η παρέμβασή τους στα τραγούδια συνεχίστηκε για καιρό μετά την ολοκλήρωση των πρώτων ημερών στο lOft. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το τραγούδι «Drugs», όπου πήραν ένα συμβατικό ρυθμικό υπόβαθρο και άρχισαν να αφαιρούν συστηματικά όργανα και νότες για να ανοίξουν χώρο μέσα στη μίξη.
Στο ίδιο κομμάτι πρόσθεσαν ήχους από κοάλα που είχε καταγράψει ο Byrne κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στην Αυστραλία, καθώς και ένα σόλο κιθάρας συναρμολογημένο από αποσπάσματα πολλαπλών δοκιμών.
«Τελικά, τραγούδησα το κομμάτι αφού πρώτα έκανα τζόκινγκ μέσα στο στούντιο», ανέφερε ο Byrne. «Για κάποιο λόγο, ήθελα να ακούγομαι λαχανιασμένος».
Η ουσιαστική δύναμη των κομματιών προερχόταν από το ρυθμικό τμήμα και ιδιαίτερα από τις φαινομενικά απλές μπασογραμμές της Weymouth, τις οποίες ο Eno ενίσχυσε εντυπωσιακά στον τελικό ήχο.
«Παίζω μπάσο με πολύ λιγότερη λεπτότητα απ’ ό,τι παίζει εκείνος κιθάρα», σημείωσε η Weymouth. «Πιστεύω όμως ότι όλοι οι τραγουδιστές χρειάζονται ένα βάθος από μπάσο και ντραμς πίσω τους».
«Αυτό τους δίνει περισσότερη δύναμη για να ουρλιάξουν», συμπλήρωσε η μπασίστρια του συγκροτήματος.
Αυτή η αίσθηση αστικής ασφυξίας διαπέρασε ακόμη και την εξωτερική όψη του δίσκου. Το χαρακτηριστικό μαύρο ματ εξώφυλλο με το ανάγλυφο βιομηχανικό μοτίβο ήταν ιδέα του Harrison, ο οποίος είχε προσέξει το ανάγλυφο καουτσούκ στο δάπεδο του lOft του Yann Weymouth, αρχιτέκτονα και αδελφού της Tina.
Όπως σημειώνει ο Will Hermes στο κείμενο της επανέκδοσης, η Νέα Υόρκη απλώνεται πάνω σε αυτό τον δίσκο περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη δισκογραφία τους. «Ακόμη και η συσκευασία του δίσκου το μετέδιδε αυτό», υπογραμμίζει ο συγγραφέας.
«Ανακαλεί κάθε είδους αδιαπέραστη, αόριστα απειλητική αστική ατμόσφαιρα», εξηγεί ο Hermes. «Από τις ατσάλινες ανάγλυφες πλάκες στα καλύμματα των έργων και τις ράμπες των πεζοδρομίων, μέχρι τις επικίνδυνα πανταχού παρούσες υδραυλικές πόρτες των φορτηγών διανομής».
Σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρώτη του κυκλοφορία, το «Fear Of Music» εξακολουθεί να ακούγεται εξίσου κοφτερό, ανήσυχο και επίκαιρο. Η νέα super deluxe έκδοση δίνει στους Talking Heads την ευκαιρία να ξεδιπλώσουν όλο το δημιουργικό παρασκήνιο ενός δίσκου που μετέτρεψε την παράνοια των δρόμων σε καθαρή μουσική ένταση.
