Η επέτειος των δέκα ετών για το άλμπουμ που καθιέρωσε τους The 1975 ως τη φωνή μιας γενιάς, φέρνει μια συλλεκτική έκδοση βινυλίου που αποθεώνει την αισθητική των neon χρωμάτων και της νοσταλγίας των ’80s.
Οι The 1975 δεν ήταν ποτέ μια μπάντα που φοβόταν τους μεγάλους τίτλους, τις πληθωρικές ενορχηστρώσεις ή τις τολμηρές αισθητικές μεταβάσεις. Όταν το 2016 κυκλοφόρησαν το δεύτερο άλμπουμ τους, με τον σχεδόν σιβυλλικό και σίγουρα μακροσκελή τίτλο «I like it when you sleep, for you are so beautiful yet so unaware of it», πολλοί αναρωτήθηκαν αν το συγκρότημα από το Μάντσεστερ θα μπορούσε να αντέξει το βάρος των δικών του φιλοδοξιών. Δέκα χρόνια μετά, η απάντηση δεν δίνεται απλώς από τους αριθμούς και τα charts, αλλά από την ίδια την πολιτισμική κληρονομιά ενός δίσκου που επαναπροσδιόρισε τη βρετανική pop-rock σκηνή.
Η ανακοίνωση της δέκατης επετείου του άλμπουμ έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που οι οπαδοί τους γνώριζαν από την πρώτη στιγμή: ότι αυτό το έργο ήταν μια κομβική στιγμή για τη σύγχρονη μουσική. Για να γιορτάσουν αυτό το ορόσημο, οι The 1975 ανακοίνωσαν μια νέα, περιορισμένη έκδοση σε ροζ βινύλιο, η οποία στεγάζεται σε μια πολυτελή συσκευασία triple gatefold έξι πάνελ με εναλλακτικό εικαστικό. Αυτή η έκδοση δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο για συλλέκτες, αλλά μια οπτική αναπαράσταση της ηχητικής παλέτας του δίσκου.
Η νέα έκδοση του εμβληματικού δίσκου περιλαμβάνει επίσης 17 καλλιτεχνικές κάρτες (art cards) διαστάσεων 12×12 ιντσών, καθεμία από τις οποίες αντιπροσωπεύει ένα τραγούδι του άλμπουμ, με τους στίχους τυπωμένους στην πίσω πλευρά. Είναι μια κίνηση που υπογραμμίζει την εμμονή του συγκροτήματος με τη λεπτομέρεια και τη σύνδεση της εικόνας με τον ήχο, κάτι που αποτέλεσε σήμα κατατεθέν τους από τις πρώτες μέρες που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο.
Η επετειακή έκδοση του «I like it when you sleep…» έχει προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου μέσω της δισκογραφικής Dirty Hit, με τις προπαραγγελίες να έχουν ήδη ξεκινήσει. Η προσμονή είναι τεράστια, καθώς ο δίσκος αυτός δεν ήταν μόνο μια εμπορική επιτυχία, αλλά και το σημείο όπου η μπάντα αποφάσισε να αποτινάξει τη μονοχρωμία του ντεμπούτου της για να βουτήξει σε μια θάλασσα από neon φώτα και synth-pop πειραματισμούς.
Η ιστορία του άλμπουμ ξεκίνησε στο Λος Άντζελες. Εκεί, το συγκρότημα, με παραγωγούς τους Matty Healy και George Daniel σε συνεργασία με τον Mike Crossey, κατάφερε να αποστάξει την αγάπη του για τους ήχους της δεκαετίας του ’80, μετατρέποντάς τους σε κάτι αναμφισβήτητα μοντέρνο. Ήταν η τέλεια αντίθεση με το ασπρόμαυρο, πιο εσωστρεφές πρώτο τους άλμπουμ. Εδώ, οι The 1975 τόλμησαν να γίνουν φωτεινοί, θορυβώδεις και απροκάλυπτα pop, χωρίς όμως να θυσιάσουν το λυρικό βάθος ή την ειρωνεία που τους χαρακτήριζε.
Με την κυκλοφορία του, το «I like it when you sleep…» κατέκτησε την κορυφή. Έκανε το ντεμπούτο του στο νούμερο ένα τόσο στα επίσημα βρετανικά charts (UK Official Album Charts) όσο και στο αμερικανικό Billboard Hot 200. Η επιτυχία δεν περιορίστηκε εκεί, καθώς ο δίσκος βρέθηκε στην πρώτη θέση των charts στον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Ήταν η στιγμή που οι The 1975 έπαψαν να είναι μια «υποσχόμενη indie μπάντα» και έγιναν παγκόσμιο φαινόμενο.
Το συγκρότημα, που σχηματίστηκε στο Μάντσεστερ το 2002, έχει πλέον εδραιωθεί ως η μπάντα που ορίζει τη γενιά της. Με μια ιδιαίτερη αισθητική που συνδυάζει τη μόδα, την τέχνη και την κοινωνική κριτική, έχουν δημιουργήσει μια βάση οπαδών που είναι κάτι παραπάνω από παθιασμένη. Η ικανότητά τους να εξελίσσονται ηχητικά, διατηρώντας ταυτόχρονα έναν πυρήνα που παραμένει αναγνωρίσιμος, είναι αυτό που τους κρατά στην κορυφή εδώ και δύο δεκαετίες.
Η τελευταία τους δισκογραφική δουλειά, «Being Funny In A Foreign Language», που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2022, απέδειξε ότι η μπάντα εξακολουθεί να βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση. Ακολούθησαν οι φιλόδοξες και παγκοσμίως αναγνωρισμένες περιοδείες «At Their Very Best» και «Still… At Their Very Best», οι οποίες δεν ήταν απλώς συναυλίες, αλλά σύνθετες παραστάσεις που εξέταζαν τη σχέση του καλλιτέχνη με το κοινό και την ίδια την έννοια της διασημότητας.
Το αποκορύφωμα αυτής της πρόσφατης περιόδου ήταν η συμμετοχή τους ως headliners στο θρυλικό Glastonbury Festival το περασμένο καλοκαίρι. Εκεί, μπροστά σε ένα κοινό δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, οι The 1975 απέδειξαν ότι η μουσική τους έχει την ικανότητα να γεμίζει στάδια, παραμένοντας ταυτόχρονα βαθιά προσωπική. Τα τραγούδια από το «I like it when you sleep…», όπως το «Love Me» και το «The Sound», εξακολουθούν να αποτελούν τις πιο εκρηκτικές στιγμές των εμφανίσεών τους.
Η επιστροφή σε αυτό το άλμπουμ δέκα χρόνια μετά δεν είναι μόνο μια κίνηση νοσταλγίας. Είναι μια ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε έναν δίσκο που μίλησε για το άγχος της ψηφιακής εποχής, την ανάγκη για σύνδεση και την πολυπλοκότητα των σύγχρονων σχέσεων, πολύ πριν αυτά γίνουν κοινός τόπος στη δημόσια συζήτηση. Ο Matty Healy, με τους στίχους του, κατάφερε να αποτυπώσει μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, μετατρέποντάς την σε κάτι διαχρονικό.
Η επιλογή του ροζ βινυλίου για την επετειακή έκδοση είναι ένας φόρος τιμής στο οπτικό σύμπαν που δημιούργησαν εκείνη την περίοδο. Η χρήση του neon ροζ στους φωτισμούς των συναυλιών τους και στο artwork του δίσκου έγινε το σήμα κατατεθέν τους, αντικαθιστώντας το αυστηρό μαύρο της πρώτης περιόδου. Αυτή η μετάβαση συμβόλιζε την αποδοχή της ευαλωτότητας και της ομορφιάς που κρύβεται στο «μη συνειδητό», όπως ακριβώς υπονοεί και ο τίτλος του άλμπουμ.
Για τους φίλους του συγκροτήματος, αυτή η επανέκδοση είναι μια υπενθύμιση της διαδρομής που έχουν διανύσει μαζί με την μπάντα. Από τα μικρά clubs του Μάντσεστερ μέχρι τις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, οι The 1975 παρέμειναν πιστοί στο όραμά τους, ακόμη και όταν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να προκαλέσουν τις προσδοκίες του κοινού τους.
Καθώς κοιτάμε προς το μέλλον, η επέτειος αυτή λειτουργεί και ως γέφυρα. Οι The 1975 δεν είναι μια μπάντα που επαναπαύεται στις δάφνες της. Κάθε τους κίνηση είναι προσεκτικά σχεδιασμένη για να προκαλεί συζητήσεις, να εμπνέει και, πάνω απ’ όλα, να προσφέρει μουσική που αντέχει στον χρόνο. Η κυκλοφορία του επετειακού βινυλίου τον Φεβρουάριο θα είναι σίγουρα ένα από τα μουσικά γεγονότα της χρονιάς, υπενθυμίζοντάς μας γιατί αυτό το άλμπουμ παραμένει τόσο όμορφο και τόσο απαραίτητο, ακόμη και αν μερικές φορές «δεν το συνειδητοποιούμε».
