Στο σύμπαν των The Cure, η μελαγχολία είναι τέχνη, στο «There Is No If», γίνεται βάρος αβάσταχτο – ακόμη και για τον δημιουργό του.
Υπάρχουν καλλιτέχνες που μετατρέπουν τη θλίψη σε ύφος. Ο Robert Smith των The Cure, όμως, την ανύψωσε σε γλώσσα. Εδώ και δεκαετίες, η χαρακτηριστική του σκιά –το βλέμμα, τα μαλλιά, η φωνή που τραυλίζει συναίσθημα– συνοδεύει τραγούδια που έφεραν τη μελαγχολία στο κέντρο της pop.
Κι όμως, ανάμεσα στα πολλά κομμάτια που οι θαυμαστές των The Cure λένε πως τους συντρόφεψαν στις πιο σιωπηλές νύχτες, υπάρχει ένα που ο ίδιος ο δημιουργός δυσκολευόταν να τραγουδήσει.
Το «There Is No If» δεν είναι απλώς ένα ακόμη νωπό πετραδάκι στον κήπο του ονείρου, είναι το σημείο όπου ο Smith κοίταξε με τόση αφοπλιστική ευθύτητα το σκοτάδι, ώστε χρειάστηκε να κάνει πίσω.
Η ιστορία του τραγουδιού δένεται με εκείνη του άλμπουμ «Bloodflowers» του 2000, το οποίο ο Smith έχει περιγράψει ως μέρος μιας μυστικής τριλογίας, μαζί με τα «Pornography» και «Disintegration». Τα αποκάλεσε «οριστικά» άλμπουμ των The Cure, γιατί εκεί, όπως εξηγούσε, δεν χωρά ούτε επίδειξη ούτε απολογία, μόνο η επιμονή να μιλήσει κανείς για το βάρος της ύπαρξης με ομορφιά.
Αν το «Pornography» ήταν η καταιγίδα και το «Disintegration» η βροχή που καθαρίζει, το «Bloodflowers» θυμίζει το χώμα μετά: υγρό, μυρωδάτο, γόνιμο, και γεμάτο μνήμη.
Σ’ αυτό το τοπίο, το «There Is No If» ακούγεται σαν μία εσωτερική πόρτα που κλείνει. Λιτό, σχεδόν γυμνό, με ηλεκτρονικούς ψιθύρους που θυμίζουν την εποχή του «OK Computer» των Radiohead, αλλά χωρίς το κυνικό της τεχνολογίας, εδώ η παύση, το κενό, η ανάσα βαρύνουν όσο και οι νότες.
Ο Smith παίζει όλα τα όργανα μόνος του, σαν να θέλει να κρατήσει αυτή την εξομολόγηση ερμητικά ιδιωτική. Ο μύθος των The Cure –από το νευρικό κρόσσι του «Boys Don’t Cry» ως τις μεγάλες, ωκεάνιες σελίδες των «Pictures of You» και «A Letter to Elise»– ήταν πάντα η ικανότητα να μιλούν για προσωπικά αδιέξοδα με καθολική απήχηση.
Ο Smith, ο άνθρωπος από το Κρόουλι που ντύνει το ανείπωτο με μελωδίες, κατηγορήθηκε συχνά για σκοτεινότητα, κι όμως εκείνος έμοιαζε να υπερασπίζεται κάτι πιο λεπτό: την εντιμότητα της θλίψης. Όχι για να καθηλώσει, αλλά για να απελευθερώσει. Η μελαγχολία ως οδός – όχι ως γκρεμός. Κι όμως, στο «There Is No If» βρέθηκε μπροστά σε ένα τραγούδι που δεν του επέτρεπε αυτή τη διαφυγή.
Το ομολόγησε, σχεδόν με αμηχανία, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Pulse, το 2000. «Νομίζω πως το μόνο πραγματικά καταθλιπτικό τραγούδι στο άλμπουμ είναι το «There Is No If», γιατί σε αυτό δεν υπάρχει πραγματικά καμία διέξοδος – όλα πάνε στραβά κι ύστερα πεθαίνεις», είπε.
Και μετά πρόσθεσε το πιο ανθρώπινο: πως αρχικά δεν ήθελε να μπει στο άλμπουμ και πως ήταν απρόθυμος ακόμη και να το τραγουδήσει.
«Κανονικά αγνοώ τις ψηφοφορίες τέσσερις-προς-έναν, που είναι τόσο άνευ νοήματος σε αυτή τη μπάντα όσο και σε κάθε δικτατορία», παραδέχτηκε με το γνώριμο, ξηρό του χιούμορ, «αλλά όλοι όσοι το άκουσαν το αγάπησαν».
Είναι συγκινητικό, σχεδόν οξύμωρο: ο άνθρωπος που κατέστησε τη λύπη ακροάσιμη –και κάποιες φορές εκθαμβωτικά λαμπερή– να σκοντάφτει σε μία φράση-καταδίκη. Τίτλος και πρόταση ταυτίζονται: «There Is No If». Δεν υπάρχει «αν». Καμία υποθετική οδός διαφυγής, καμία αναθεώρηση.
Στα πιο τρυφερά τραγούδια των The Cure, ο ακροατής συνήθως κρατά από κάπου: από μία λέξη, ένα σχήμα, μία αναμνηστική εικόνα.
Εδώ, ο Smith αφαιρεί όλες τις χειρολαβές. Κι ακριβώς αυτή η αφαίρεση –που τόσο γενναιόδωρα παραχωρούσε στο κοινό του μία αίσθηση ότι επιζεί– μετατρέπεται σε αίτημα προς τον ίδιο: να σηκώσει ένα βάρος που ίσως δεν χρειαζόταν να σηκώσει κάθε βράδυ στη σκηνή.
Δεν είναι τυχαίο ότι το κομμάτι έζησε σύντομα στη συναυλιακή τους ζωή. Μέχρι το 2002, οι The Cure το είχαν σχεδόν αποσύρει από τα σετ τους, λες και ο δημιουργός έπρεπε να το προστατεύσει από την επανάληψη.
Η σκηνή, με τα φώτα και την εκκωφαντική αγάπη, μπορεί να είναι καταφύγιο για ένα κομμάτι ποτισμένο με μελαγχολία – αλλά ορισμένες εξομολογήσεις παραμένουν ανεκτέλεστες, όχι από αδυναμία, μα από αξιοπρέπεια. Η επίμονη επάνοδος στο ίδιο τραύμα δεν προσθέτει αλήθεια, την αφαιρεί. Κι όμως, το «There Is No If» υπάρχει, και μέσα στο «Bloodflowers» λειτουργεί σαν δύσκολο σημείο ισορροπίας.
Ο δίσκος, τον οποίο ο Smith οραματίστηκε ως ευρύτερο τοπίο πένθους και συμφιλίωσης, ζωγραφίζει μία μελαγχολία ευρύχωρη, σχεδόν φιλόξενη. Στην καρδιά του, αυτό το μικρό, ανυποχώρητο τραγούδι αρνείται να κάνει πίσω, θυμίζει ότι η τέχνη, όσο προστατευτική κι αν είναι, έχει κι εκείνες τις στιγμές όπου η ειλικρίνεια μοιάζει με άβυσσο.
Εδώ η ενορχήστρωση δεν εντυπωσιάζει, υπαινίσσεται. Τα σπασίματα της ηλεκτρονικής υφής φέρνουν κοντά την εποχή που το άκουσε για πρώτη φορά ο κόσμος – το τέλος μιας δεκαετίας, η αρχή μιας άλλης, οι φόβοι της μετάβασης.
Το ενδιαφέρον με τους The Cure είναι πως κάθε φάση τους δίνει στους πιστούς της νέα αγαπημένα: κάποιοι θα ορκίζονται για πάντα στο παλμό του «Boys Don’t Cry», άλλοι θα χάνουν τον χρόνο μέσα στους καθρέφτες του «Pictures of You», άλλοι θα ψιθυρίζουν την πληγή του «A Letter to Elise».
Η μπάντα συγκέντρωσε γενιές ακροατών που αναζητούσαν στο σκοτάδι όχι τιμωρία, αλλά συγγνώμη. Μέσα σε αυτή τη διασταύρωση, το «There Is No If» μοιάζει σχεδόν με ιδιωτικό σημείωμα που διέρρευσε – ένα γράμμα που γράφτηκε για να μείνει στο συρτάρι, και τελικά εκτέθηκε στο φως.
Ο Robert Smith είναι συχνά υπερήφανος, και δικαίως, για το πώς η μουσική του αγγίζει περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας που οι περισσότεροι φοβούνται να πλησιάσουν. Η κληρονομιά του δεν είναι μόνο αισθητική ή στιλιστική, είναι ηθική.
Όταν λοιπόν δηλώνει ότι δυσκολεύτηκε να τραγουδήσει αυτό το τραγούδι, δεν επιβεβαιώνει την κατηγορία πως οι The Cure είναι «καταθλιπτικοί». Αντίθετα, υπενθυμίζει πως ακόμη και ο πιο γενναίος συνομιλητής του σκότους δικαιούται να πει: αρκετά. Αυτό δεν είναι παραίτηση. Είναι αυτοσεβασμός.
Υπάρχει κάτι παρήγορο στο ότι οι υπόλοιποι της μπάντας επέμειναν να μπει το κομμάτι στο «Bloodflowers». Σημαίνει ότι άκουσαν σε αυτό όχι μόνο καταβύθιση, αλλά αλήθεια. Και υπάρχει κάτι εξίσου παρήγορο στην απόφαση να μη βιάσουν τη στιγμή, να μην το κάνουν θέαμα.
Η μουσική των The Cure δεν χρειάζεται τις αρένες της απόδειξης για να πείσει. Εδώ και δεκαετίες, αποδεικνύει ότι η θλίψη, όταν ειπωθεί χωρίς υστερία, μπορεί να γίνει κοινό έδαφος. Αλλά μερικά εδάφη δεν είναι για να κατοικούνται. Είναι για να τα κοιτάς από μία απόσταση αγάπης.
Στο τέλος, το «There Is No If» στέκει ως σπάνιο, αινιγματικό ορόσημο: το τραγούδι που ξεπέρασε το μέτρο της αντοχής του ίδιου του δημιουργού του. Σε μία δισκογραφία που τόλμησε να ντύσει μελωδικά τις πιο σιωπηλές μας αγωνίες, αυτό το κομμάτι θυμίζει ότι ο αληθινός ρομαντισμός δεν είναι το δράμα, αλλά το μέτρο.
Κι αν πράγματι σε εκείνη τη συγκεκριμένη ιστορία «δεν υπάρχει διέξοδος», όπως παραδέχτηκε ο Smith, υπάρχει μία άλλη, μεγαλύτερη διέξοδος: η επιλογή του καλλιτέχνη να μην επαναλαμβάνει τον πόνο του μέχρι να γίνει συνήθεια. Είναι ο πιο γενναίος τρόπος να προστατεύσεις όχι μόνο τον εαυτό σου, αλλά και το τραγούδι.
Και ίσως γι’ αυτό, ακόμη κι όταν το «There Is No If» σιωπά στη σκηνή, συνεχίζει να ακούγεται μέσα μας. Όχι γιατί μας καταβυθίζει, αλλά γιατί μας θυμίζει τι σημαίνει όριο – και ποια μουσική αξίζει να ακούγεται, όταν βρέχει μέσα.
